Πλαίσιο πολιτικής εντός της ΟΝΕ

Εισαγωγή

Η διάρθρωση του θεσμικού πλαισίου της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ) έχει δύο πλευρές. Από τη μία, μετά την εισαγωγή του ευρώ, οι αρμοδιότητες που συνδέονται με τη νομισματική πολιτική και τη συναλλαγματική πολιτική εκχωρήθηκαν στο επίπεδο της ζώνης του ευρώ, ενώ από την άλλη η αρμοδιότητα για την οικονομική πολιτική εξακολουθεί να ασκείται σε μεγάλο βαθμό από τους εθνικούς φορείς χάραξης πολιτικής.

Ο λόγος για τη διευθέτηση αυτή, που ανάγεται στη Συνθήκη του Μάαστριχτ του 1992, είναι ότι οι οικονομικές πολιτικές – όπως η δημοσιονομική και η διαρθρωτική πολιτική – πρέπει να λαμβάνουν υπόψη εθνικά χαρακτηριστικά και θεσμικά πλαίσια και συχνά αποτελούν το ίδιο το αντικείμενο των δημόσιων και πολιτικών συζητήσεων σε εθνικό επίπεδο. Το πλαίσιο αυτό αναμενόταν να εισαγάγει έναν βαθμό ανταγωνισμού σε θέματα οικονομικής πολιτικής μεταξύ των εθνικών φορέων χάραξης πολιτικής, χάρη στον οποίο θα προέκυπταν βέλτιστες πρακτικές από τις οποίες θα μπορούσαν να επωφεληθούν όλες οι κυβερνήσεις (βλ. τα άρθρα με τίτλο "Θεσμικό πλαίσιο και τρόπος λειτουργίας της ζώνης του ευρώ" και "Το πλαίσιο άσκησης της οικονομικής πολιτικής στην ΟΝΕ" που δημοσιεύθηκαν στο Μηνιαίο Δελτίο της ΕΚΤ το 2008 και το 2001).

Ταυτόχρονα, η ευρωπαϊκή ενιαία αγορά ενίσχυσε την αλληλεξάρτηση των ευρωπαϊκών οικονομιών. Στη ζώνη του ευρώ, η οικονομική και χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση προχώρησε περαιτέρω λόγω του ενιαίου νομίσματος. Προκειμένου να ληφθεί υπόψη αυτή η σχέση αλληλεξάρτησης (ιδίως όσον αφορά το ενδεχόμενο εκδήλωσης δευτερογενών επιδράσεων, δηλ. όταν οι αποφάσεις πολιτικής σε μία χώρα επηρεάζουν και τις άλλες), οι οικονομικές πολιτικές πρέπει να υπόκεινται σε ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο συντονισμού και επιτήρησης. Επίσης, οι ασυντόνιστες ενέργειες οικονομικής πολιτικής σε εθνικό επίπεδο μπορεί να αποδειχθούν λιγότερο αποτελεσματικές σε περίπτωση εκδήλωσης μιας μεγάλης κοινής διαταραχής που επηρεάζει τις περισσότερες ή όλες τις ευρωπαϊκές χώρες με γενικά παρόμοιο τρόπο, όπως η οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση. Εξάλλου, η εφαρμογή ευρωπαϊκού πλαισίου κρίνεται επίσης αναγκαία από τη στιγμή που οι εθνικές οικονομικές πολιτικές πρέπει να είναι προσανατολισμένες προς τη σταθερότητα ούτως ώστε να είναι συμβατές με την ενιαία νομισματική πολιτική και τον πρωταρχικό της στόχο, τη σταθερότητα των τιμών, όπως ορίζεται στη Συνθήκη.

Ωστόσο, η οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση αποκάλυψε θεμελιώδεις αδυναμίες στο πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης. Η οικονομική διακυβέρνηση βασιζόταν στην υπόθεση ότι οι χώρες διαθέτουν επαρκή κίνητρα για να "τηρούν τα οικονομικά τους σε τάξη" και ως εκ τούτου σχεδόν αυτομάτως συνεισφέρουν στο κοινό συμφέρον της ζώνης του ευρώ. Οι αποφάσεις οικονομικής πολιτικής υπόκειντο, στην πράξη, σε χαλαρούς περιορισμούς σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ακόμη και στους τομείς όπου υποτίθεται ότι εφαρμόζονταν αυστηροί κανόνες (κυρίως στη δημοσιονομική πολιτική - βλ. παρακάτω). Οι πιέσεις από τους ομολόγους, δηλαδή πιέσεις που ασκούν τα κράτη μέλη μεταξύ τους για την άσκηση υγιών οικονομικών πολιτικών, ήταν σχεδόν ανύπαρκτες στις ευρωπαϊκές συζητήσεις περί πολιτικής. Επιπλέον, οι χρηματοπιστωτικές αγορές δεν άσκησαν σωστά τον πειθαρχικό τους ρόλο.

Η εμπειρία που αποκτήθηκε μετά την εισαγωγή του ευρώ υποδεικνύει ότι έχουν εξαντληθεί οι δυνατότητες που παρέχει ο χαλαρός συντονισμός των πολιτικών, όσον αφορά τόσο τη διατύπωση όσο και την εφαρμογή ευρωπαϊκών κανόνων και συστάσεων. Η μετάδοση σημαντικών δευτερογενών επιδράσεων πολιτικής μεταξύ των χωρών της ζώνης του ευρώ αιτιολογεί σαφώς την ανάγκη βαθύτερης ενοποίησης της δημοσιονομικής, διαρθρωτικής και χρηματοπιστωτικής πολιτικής, που θα οδηγήσει τελικά σε μια ολοκληρωμένη οικονομική ένωση, διασφαλίζοντας έτσι την ομαλή λειτουργία της ΟΝΕ. Στο πλαίσιο αυτό, η ΕΚΤ έχει απευθύνει έκκληση για ένα ποιοτικό άλμα προς την κατεύθυνση της ενίσχυσης των θεσμικών θεμελίων της ΟΝΕ και συνεπώς προς μια βαθύτερη οικονομική ένωση, η οποία θα συμβαδίζει με τον βαθμό οικονομικής ολοκλήρωσης και αλληλεξάρτησης που έχει ήδη επιτευχθεί με τη νομισματική ένωση (βλ. το έγγραφο με τίτλο "Reinforcing Economic Governance in the euro area" - δεν είναι διαθέσιμο στα ελληνικά).

Συνοπτική παρουσίαση των μέσων συντονισμού και επιτήρησης της οικονομικής πολιτικής στην ΟΝΕ

Ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές

Δεδομένης της αυξημένης διασύνδεσης των οικονομιών της ΕΕ - και ιδίως της ζώνης του ευρώ - η Συνθήκη καλεί τα κράτη μέλη να θεωρούν τις οικονομικές τους πολιτικές θέμα κοινού ενδιαφέροντος και να τις συντονίζουν στα πλαίσια του Συμβουλίου της ΕΕ (άρθρο 121 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ). Πιο συγκεκριμένα, το άρθρο 120 της Συνθήκης προβλέπει την υιοθέτηση γενικών προσανατολισμών των οικονομικών πολιτικών, στους οποίους διατυπώνονται συστάσεις προς τους φορείς χάραξης πολιτικής για θέματα μακροοικονομικής και διαρθρωτικής πολιτικής. Αυτοί οι προσανατολισμοί, οι οποίοι εγκρίθηκαν από το Συμβούλιο της ΕΕ, βάσει σύστασης της Επιτροπής, αποτέλεσαν ένα από τα βασικά μέσα συντονισμού πολιτικής κατά την πρώτη δεκαετία της ΟΝΕ.

Από το 2005 και μετά, συγχωνεύθηκαν με τις αποκαλούμενες κατευθυντήριες γραμμές για την απασχόληση (άρθρο 148 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης) και μετονομάστηκαν σε "ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές". Αυτές εγκρίνονται στο ανώτατο πολιτικό επίπεδο, από τους ηγέτες της ΕΕ κατά την εαρινή σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, και αναθεωρούνται όποτε κρίνεται αναγκαίο.

Η στρατηγική "Ευρώπη 2020"

Οι οικονομικές μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων και εργασίας για την αύξηση της ευελιξίας τους και την προώθηση του ανταγωνισμού έχουν ζωτική σημασία για την ομαλή λειτουργία της ΟΝΕ. Αυτές οι μεταρρυθμίσεις δίνουν τη δυνατότητα στα κράτη μέλη να ενισχύσουν τη δυνητική ανάπτυξη και την απασχόληση. Επιπλέον, βοηθούν τα κράτη μέλη να βελτιώσουν την παραγωγικότητα και την ανταγωνιστικότητά τους, ενώ ταυτόχρονα καθιστούν τις οικονομίες τους περισσότερο ανθεκτικές σε οικονομικές διαταραχές. Η ανάγκη για διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις είναι ακόμη εντονότερη εντός της ζώνης του ευρώ, από τη στιγμή που τα κράτη μέλη δεν μπορούν πλέον να χρησιμοποιούν τη νομισματική και τη συναλλαγματική πολιτική ως εθνικά μέσα πολιτικής. Για τον λόγο αυτόν, οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις έχουν καίρια σημασία για την αποτροπή ανισορροπιών εντός της ζώνης του ευρώ.

Στο πλαίσιο αυτό, οι ηγέτες της ΕΕ υιοθέτησαν, στη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου τον Ιούνιο του 2010, τη στρατηγική "Ευρώπη 2020", τη στρατηγική της Ένωσης για τη δημιουργία θέσεων εργασίας και την προώθηση της ανάπτυξης μέσω οικονομικών και κοινωνικών μεταρρυθμίσεων, με τη δέουσα προσοχή στις περιβαλλοντικές πτυχές. Η στρατηγική περιστρέφεται γύρω από τρεις άξονες - έξυπνη, βιώσιμη και χωρίς αποκλεισμούς ανάπτυξη - και καλύπτει ενέργειες πολιτικής τόσο σε επίπεδο επιμέρους κρατών μελών όσο και σε επίπεδο ΕΕ, με σκοπό να προαγάγει την ευημερία των ευρωπαϊκών λαών. Οι φιλοδοξίες της στρατηγικής "Ευρώπη 2020" εκφράζονται μέσω πέντε βασικών στόχων σε επίπεδο ΕΕ: απασχόληση, έρευνα και ανάπτυξη, κλιματική αλλαγή, εκπαίδευση και φτώχεια.

Στο πλαίσιο της στρατηγικής, τα κράτη μέλη παρουσιάζουν ετήσια εθνικά προγράμματα μεταρρυθμίσεων, συμβατά με τις ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές, με στόχο την επίλυση των προβλημάτων που αντιμετωπίζει κάθε χώρα σε σχέση με την ανάπτυξη και την απασχόληση. Οι προσπάθειες των κρατών μελών στηρίζονται στο επίπεδο της ΕΕ από "εμβληματικές πρωτοβουλίες" και συνοδευτικές πολιτικές που αφορούν, για παράδειγμα, την ολοκλήρωση της ενιαίας αγοράς, τη χρηματοδότηση της έρευνας και καινοτομίας και τη βελτίωση της πρόσβασης ευρωπαϊκών εταιρειών στις παγκόσμιες αγορές (βλ. ec.europa.eu/europe2020/).

Η στρατηγική "Ευρώπη 2020" αποτελεί συνέχεια της στρατηγικής της Λισαβόνας, η οποία είχε μέτρια μόνο επιτυχία, κυρίως λόγω των χαλαρών ρυθμίσεων διακυβέρνησης, της έλλειψης σαφούς προσανατολισμού και των ανεπαρκειών ως προς την επικοινωνία (βλ. το άρθρο με τίτλο "Η Στρατηγική της Λισαβόνας - πέντε χρόνια μετά" στο Μηνιαίο Δελτίο Ιουλίου 2005). Η στρατηγική "Ευρώπη 2020" επιχειρεί να διορθώσει αυτές τις αδυναμίες, κυρίως αποδίδοντας σημαντικό κατευθυντήριο ρόλο στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο όσον αφορά την εφαρμογή των προγραμμάτων μεταρρυθμίσεων και ενισχύοντας την επιτήρηση των πολιτικών μεταρρυθμίσεων των κρατών μελών.

Το μεταρρυθμισμένο πλαίσιο οικονομικής διακυβέρνησης

Ως αντίδραση στην οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο εξέδωσαν το 2011 μια δέσμη νομοθετικών διατάξεων για την ενίσχυση του πλαισίου οικονομικής διακυβέρνησης της ΕΕ (για μια συνολική αξιολόγηση εκ μέρους της ΕΚΤ, βλ. το άρθρο με τίτλο "Βασικά στοιχεία της μεταρρύθμισης της οικονομικής διακυβέρνησης στη ζώνη του ευρώ" στο Μηνιαίο Δελτίο Μαρτίου 2011).

Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης

Η διατήρηση υγιών δημόσιων οικονομικών συμβάλλει στην επίτευξη άλλων σημαντικών στόχων πολιτικής, όπως η ισχυρή και διατηρήσιμη ανάπτυξη, και κατ' επέκταση στηρίζει τη δημιουργία θέσεων εργασίας. Η δημοσιονομική πειθαρχία διευκολύνει επίσης την κεντρική τράπεζα να εκπληρώνει το καθήκον της διατήρησης της σταθερότητας των τιμών (βλ. το άρθρο με τίτλο "One monetary policy and many fiscal policies: ensuring a smooth functioning of EMU", στο Μηνιαίο Δελτίο Ιουλίου 2008 - δεν είναι διαθέσιμο στα ελληνικά).

Για τους λόγους αυτούς, η Συνθήκη απαιτεί από τα κράτη μέλη να αποφεύγουν τα υπερβολικά ελλείμματα (άρθρο 126 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ). Το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΣΣΑ), το οποίο υιοθετήθηκε το 1997, ενισχύει τις διατάξεις της Συνθήκης σχετικά με τη δημοσιονομική πειθαρχία καθιερώνοντας μια διαδικασία πολυμερούς εποπτείας, η οποία έχει ένα προληπτικό και ένα διορθωτικό σκέλος (βλ. το άρθρο με τίτλο "Ten years of the Stability and Growth Pact" - δεν είναι διαθέσιμο στα ελληνικά).

Το προληπτικό σκέλος βασίζεται στην τακτική επιτήρηση των δημόσιων οικονομικών των κρατών μελών. Η Επιτροπή και το Συμβούλιο της ΕΕ αξιολογούν ετησίως τα προγράμματα σταθερότητας που υποβάλλουν τα μέλη της ζώνης του ευρώ και τα προγράμματα σύγκλισης που υποβάλλουν οι χώρες εκτός της ζώνης του ευρώ. Σε αυτά τα προγράμματα παρουσιάζονται συνοπτικά οι οικονομικές και δημοσιονομικές εξελίξεις σε κάθε χώρα και καθορίζονται ο μεσοπρόθεσμος στόχος της δημοσιονομικής πολιτικής και η πορεία προσαρμογής προς την επίτευξη αυτού του στόχου. Η Επιτροπή μπορεί να απευθύνει έγκαιρη προειδοποίηση προς ένα κράτος μέλος που ενδέχεται να μην είναι σε θέση να τηρήσει τις δεσμεύσεις του στο πλαίσιο του ΣΣΑ.

Ο διορθωτικός μηχανισμός του ΣΣΑ προβλέπει ότι, όταν ένα κράτος μέλος δεν τηρεί τις υποχρεώσεις του, τίθεται σε εφαρμογή διαδικασία υπερβολικού ελλείμματος. Το Συμβούλιο της ΕΕ απευθύνει συστάσεις προς το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος και ορίζει συγκεκριμένη προθεσμία για τη διόρθωση των ελλειμμάτων. Το Συμβούλιο της ΕΕ παρακολουθεί την εφαρμογή των συστάσεών του και ακυρώνει την απόφαση σχετικά με την ύπαρξη υπερβολικού ελλείμματος όταν το έλλειμμα αυτό διορθωθεί. Αν το κράτος μέλος δεν συμμορφωθεί, προβλέπεται σειρά περαιτέρω μέτρων που κυμαίνονται από την ενισχυμένη επιτήρηση και τη δημοσιοποίηση στοιχείων έως την επιβολή χρηματικών κυρώσεων. Το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος έχει το δικαίωμα να λάβει μέρος στις συζητήσεις του Συμβουλίου της ΕΕ σχετικά με τη διατύπωση των απαραίτητων συστάσεων αλλά, σύμφωνα με τη Συνθήκη της Λισαβόνας, δεν διαθέτει πλέον δικαίωμα ψήφου.

Η εμπειρία που αποκτήθηκε μετά την εισαγωγή του ευρώ αποκαλύπτει ότι οι διατάξεις του ΣΣΑ δεν ενίσχυσαν επαρκώς τη δημοσιονομική πειθαρχία σε ορισμένα κράτη μέλη. Ωστόσο, ενάντια στις συμβουλές της ΕΚΤ, το 2005 τα κράτη μέλη συμφώνησαν στη μεταρρύθμιση του ΣΣΑ, με την οποία καθιερώθηκε μεγαλύτερη ευελιξία στις διαδικασίες. Όσον αφορά το προληπτικό σκέλος, η μεταρρύθμιση αύξησε τη διακριτική ευχέρεια όσον αφορά τον καθορισμό του μεσοπρόθεσμου στόχου δημοσιονομικής σταθερότητας και την πρόοδο προς την επίτευξή του (βλ. παρακάτω). Σε σχέση με το διορθωτικό σκέλος, οι νέοι κανόνες διεύρυναν τη χρήση της διακριτικής ευχέρειας όσον αφορά τη διαπίστωση υπερβολικού ελλείμματος και παρέτειναν τις προθεσμίες των διαδικασιών (βλ. το άρθρο με τίτλο "Η μεταρρύθμιση του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης" που δημοσιεύθηκε στο Μηνιαίο Δελτίο της ΕΚΤ).

Το 2011 έπειτα από την εμπειρία της οικονομικής και χρηματοπιστωτικής κρίσης, το ΣΣΑ μεταρρυθμίστηκε εκ νέου στο πλαίσιο μιας γενικής μεταρρύθμισης που αποσκοπούσε στη βελτίωση της οικονομικής διακυβέρνησης. Μια αξιόλογη καινοτομία για την ενίσχυση του Συμφώνου είναι ότι οι διαδικασίες λήψης αποφάσεων έγιναν περισσότερο αυτόματες μέσω της θέσπισης της αντίστροφης ενισχυμένης πλειοψηφίας: ορισμένες συστάσεις της Επιτροπής κρίνεται ότι έχουν εγκριθεί, εκτός εάν το Συμβούλιο τις απορρίψει με ενισχυμένη πλειοψηφία εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος. Επιπλέον, δίδεται μεγαλύτερη έμφαση στο κριτήριο του δημόσιου χρέους και στη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Επίσης, προβλέπονται χρηματικές και πολιτικές κυρώσεις οι οποίες επιβάλλονται νωρίτερα και βαθμιαία, με σκοπό να παροτρύνονται τα κράτη μέλη να τηρούν τις δεσμεύσεις τους.

Αν και αυτά τα μέτρα αποτελούν ένα ακόμη βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση, η μεταρρύθμιση θα έπρεπε να είναι πιο εκτεταμένη. Πιο συγκεκριμένα, η ΕΚΤ εκφράζει τη λύπη της για το γεγονός ότι μία από τις βασικές πτυχές ενός τέτοιου ποιοτικού άλματος - ο μεγαλύτερος αυτοματισμός των διαδικασιών λήψης αποφάσεων μέσω της χρήσης της αντίστροφης ενισχυμένης πλειοψηφίας κατά το μέγιστο δυνατόν - εκπληρώθηκε μόνο εν μέρει.

Το πλαίσιο μακροοικονομικής επιτήρησης

Στο πλαίσιο της μεταρρύθμισης του 2011 για την ενίσχυση της οικονομικής διακυβέρνησης, το Συμβούλιο και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο ενέκριναν ένα νέο πλαίσιο μακροοικονομικής επιτήρησης. Η νέα διαδικασία επιτήρησης έχει ως στόχο τον εντοπισμό και την αντιμετώπιση των μακροοικονομικών ανισορροπιών και της φθίνουσας ανταγωνιστικότητας. Έτσι, θα συμπληρώσει την ισχύουσα διαδικασία επιτήρησης χωρών που προβλέπεται στο πλαίσιο της στρατηγικής "Ευρώπη 2020", η οποία επικεντρώνεται στην ενίσχυση της διατηρήσιμης και χωρίς κοινωνικούς αποκλεισμούς ανάπτυξης και απασχόλησης. Ο νέος μηχανισμός που έχει ένα προληπτικό και ένα διορθωτικό σκέλος θα εφαρμοστεί και στα 27 κράτη μέλη της ΕΕ.

Το προληπτικό σκέλος βασίζεται σε έναν μηχανισμό προειδοποίησης που έχει σχεδιαστεί προκειμένου να εντοπίζονται έγκαιρα οι ανισορροπίες. Πιο συγκεκριμένα, στην αρχή κάθε Ευρωπαϊκού Εξαμήνου (βλ. παρακάτω), η Επιτροπή θα αξιολογεί τις επιδόσεις των κρατών μελών έναντι μιας σειράς μακροοικονομικών δεικτών προκειμένου να διαπιστώνει την ύπαρξη ή να εντοπίζει τον κίνδυνο εκδήλωσης μακροοικονομικών ανισορροπιών. Τα αποτελέσματα της αξιολόγησης και η ανάλυσή τους θα δημοσιεύονται σε ειδική έκθεση. Αν η Επιτροπή διαπιστώσει ότι σε κάποια κράτη μέλη υπάρχουν ενδείξεις σημαντικών μακροοικονομικών ανισορροπιών, θα διενεργήσει λεπτομερή έλεγχο των οικονομικών, χρηματοπιστωτικών και δημοσιονομικών εξελίξεων σε αυτά τα κράτη μέλη. Βάσει των παραπάνω, το Συμβούλιο μπορεί να απευθύνει τις αναγκαίες συστάσεις προς το ενδιαφερόμενο κράτος μέλος.

Αν στη διάρκεια του ελέγχου η Επιτροπή διαπιστώσει υπερβολικές μακροοικονομικές ανισορροπίες, μπορεί να προτείνει την ενεργοποίηση της αποκαλούμενης "Διαδικασίας Υπερβολικών Ανισορροπιών" (ΔΥΑ) στο πλαίσιο του διορθωτικού σκέλους της διαδικασίας μακροοικονομικής επιτήρησης. Το Συμβούλιο θα απευθύνει συστάσεις πολιτικής στη χώρα που υπόκειται σε ΔΥΑ, η οποία με τη σειρά της οφείλει να υποβάλει σχέδιο επανορθωτικής δράσης στο οποίο περιγράφονται οι εθνικές πολιτικές που θα υιοθετήσει κατόπιν της σύστασης του Συμβουλίου. Η εφαρμογή του σχεδίου αυτού από το εν λόγω κράτος μέλος παρακολουθείται προσεκτικά από την Επιτροπή και το Συμβούλιο, διαδικασία που περιλαμβάνει εκθέσεις προόδου και αποστολές επιτήρησης. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τις συστάσεις, προβλέπεται μηχανισμός επιβολής κυρώσεων, ανάλογων με τις κυρώσεις που εφαρμόζονται στο πλαίσιο της Διαδικασίας Υπερβολικού Ελλείμματος (ΔΥΕ ) για τη δημοσιονομική επιτήρηση.

Η ΕΚΤ εκφράζει τη μεγάλη της ικανοποίηση για τη δημιουργία του νέου πλαισίου μακροοικονομικής επιτήρησης, που καλύπτει ένα σημαντικό κενό στο πλαίσιο διακυβέρνησης της ΟΝΕ. Η αποτελεσματικότητα του νέου μηχανισμού δεν πρέπει ωστόσο να υπονομεύεται από το ευρύ πεδίο εφαρμογής του - μεταξύ άλλων ως προς τους χρησιμοποιούμενους δείκτες - ούτως ώστε να διασφαλίζεται η έγκαιρη διόρθωση των ανισορροπιών και των αδυναμιών.

Το Ευρωπαϊκό Εξάμηνο

Από το 2011 και μετά η επιτήρηση των οικονομικών πολιτικών των κρατών μελών σε επίπεδο ΕΕ οργανώνεται σε ετήσια βάση μέσω του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου. Αυτή η διαδικασία, που λαμβάνει χώρα το πρώτο εξάμηνο του έτους, θεσπίστηκε προκειμένου να εναρμονίσει περισσότερο την επιτήρηση από την ΕΕ των δημοσιονομικών και οικονομικών πολιτικών, που παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αυτόνομες. Επιτρέπει την ταυτόχρονη αξιολόγηση των δημοσιονομικών και των μακροοικονομικών πολιτικών σε σχέση με τις ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές, πράγμα που αναμένεται να εξασφαλίσει μεγαλύτερη συνεκτικότητα μεταξύ των διαφόρων διαδικασιών επιτήρησης, ως προς τον προσανατολισμό της οικονομικής πολιτικής και την υποβολή εκθέσεων. Επιπλέον, στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου, η επιτήρηση των χωρών συμπληρώνεται με τη θεματική επιτήρηση, η οποία καλύπτει την πρόοδο στον τομέα των ευρύτερων διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων που έχουν συμφωνηθεί στο πλαίσιο της στρατηγικής "Ευρώπη 2020".

Το αποκαλούμενο "Εθνικό Εξάμηνο" λαμβάνει χώρα το δεύτερο εξάμηνο του έτους. Εκείνη την περίοδο τα κράτη μέλη ολοκληρώνουν τους εθνικούς προϋπολογισμούς και εφαρμόζουν τα μέτρα πολιτικής που συμφωνήθηκαν στη διάρκεια του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου.

Αν και είναι πολύ νωρίς για να αξιολογηθεί πλήρως η αποτελεσματικότητα του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου όσον αφορά τη βελτίωση της άσκησης δημοσιονομικών και διαρθρωτικών πολιτικών στα κράτη μέλη, αυτό το πλαίσιο μπορεί να συμβάλει σε μια πιο ολοκληρωμένη και συνεπή προσέγγιση της χάραξης οικονομικής πολιτικής.

Το Σύμφωνο για το Ευρώ +

Κατά τη σύνοδό τους στις 11 Μαρτίου 2011 οι ηγέτες της ζώνης του ευρώ υιοθέτησαν ένα Σύμφωνο για το Ευρώ. Σκοπός του είναι να ενισχύσει τον οικονομικό πυλώνα της ΟΝΕ, επεκτείνοντας περαιτέρω τον συντονισμό της οικονομικής πολιτικής σε τομείς εθνικής αρμοδιότητας, ιδίως όσον αφορά την ανταγωνιστικότητα, την απασχόληση και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών. Το Σύμφωνο είναι ανοικτό και σε κράτη μέλη εκτός της ζώνης του ευρώ και έχει προσυπογραφεί από τη Βουλγαρία, τη Δανία, τη Λεττονία, τη Λιθουανία, την Πολωνία και τη Ρουμανία. Έτσι μετονομάστηκε σε "Σύμφωνο για το Ευρώ +".

Το Σύμφωνο βασίζεται στα ισχύοντα μέσα συντονισμού πολιτικής, ιδίως στη στρατηγική "Ευρώπη 2020", και είναι συμβατό με την ενιαία αγορά. Τα συμμετέχοντα κράτη μέλη δεσμεύονται να καταβάλουν ιδιαίτερες προσπάθειες και να αναλάβουν συγκεκριμένες δράσεις, πιο φιλόδοξες από όσες είχαν ήδη συμφωνηθεί. Το Σύμφωνο αποτελεί μέρος του Ευρωπαϊκού Εξαμήνου και οι εθνικές δεσμεύσεις εξετάζονται σε ετήσια βάση από τους αρχηγούς κρατών ή κυβερνήσεων.

Η διάσταση της ζώνης του ευρώ κατά τον συντονισμό της οικονομικής πολιτικής

Το ενδεχόμενο μετάδοσης σημαντικών δευτερογενών επιδράσεων σε μια νομισματική ένωση (βλ. παραπάνω) σημαίνει ότι οι χώρες της ζώνης του ευρώ πρέπει να συντονίζουν πολύ στενά τις οικονομικές πολιτικές τους. Αυτή η συγκεκριμένη διάσταση της ζώνης του ευρώ αναγνωρίζεται στη Συνθήκη της Λισαβόνας, η οποία περιέχει ένα νέο κεφάλαιο με "ειδικές διατάξεις για τα κράτη μέλη με νόμισμα το ευρώ". Το Πρωτόκολλο σχετικά με την Ευρωομάδα, το οποίο προσαρτάται στη Συνθήκη, αναφέρεται ρητώς στην ανάγκη να αναπτυχθεί "διαρκώς στενότερος συντονισμός των οικονομικών πολιτικών στη ζώνη του ευρώ", προκειμένου να ευνοηθούν οι προϋποθέσεις ισχυρότερης οικονομικής ανάπτυξης στην ΕΕ συνολικά.

Στο πλαίσιο αυτής της διάστασης της ζώνης του ευρώ, η Συνθήκη της Λισαβόνας αναθεώρησε επίσης τις διαδικασίες ψηφοφορίας για τις αποφάσεις που λαμβάνονται στους τομείς των γενικών προσανατολισμών των οικονομικών πολιτικών και του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Όπως έχει προαναφερθεί, μόνον οι χώρες της ζώνης του ευρώ συμμετέχουν στις ψηφοφορίες του Συμβουλίου της ΕΕ για τη λήψη αποφάσεων που αφορούν τη ζώνη του ευρώ. Το γεγονός ότι οι χώρες της ζώνης του ευρώ πρέπει να είναι ιδιαίτερα αυστηρές όσον αφορά την τήρηση των συμφωνηθέντων κανόνων αντανακλάται επίσης στο διορθωτικό σκέλος του ΣΣΑ και της ΔΥΑ, όπου χρηματικές κυρώσεις προβλέπονται μόνο για τις χώρες της ζώνης του ευρώ.

Ένα άλλο παράδειγμα της διάστασης της ζώνης του ευρώ κατά τον συντονισμό της οικονομικής πολιτικής βρίσκεται στον τομέα της δημοσιονομικής πολιτικής, όπου οι χώρες της ζώνης του ευρώ συμφώνησαν να ενισχύσουν την επιτήρηση στο πλαίσιο της Ευρωομάδας. Πιο συγκεκριμένα, η Ευρωομάδα διεξάγει ετήσια ενδιάμεση αξιολόγηση της καταλληλότητας των δημοσιονομικών πολιτικών στις χώρες της ζώνης του ευρώ πριν από την υποβολή των εθνικών σχεδίων προϋπολογισμών προς συζήτηση στα εθνικά κοινοβούλια.

Βάσει της εμπειρίας από την πρώτη δεκαετία του ευρώ, τον Οκτώβριο του 2008 το Συμβούλιο ECOFIN κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ανταγωνιστικότητα στη ζώνη του ευρώ θα πρέπει να παρακολουθείται με πιο ολοκληρωμένο τρόπο. Η Ευρωομάδα εξετάζει τακτικά τις αγορές εργασίας, την εξέλιξη της ανταγωνιστικότητας και τις μακροοικονομικές ανισορροπίες εντός της ζώνης του ευρώ. Επιπλέον, οι νέες ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές που εγκρίθηκαν βάσει της στρατηγικής "Ευρώπη 2020" παρέχουν αναλυτική καθοδήγηση για τα μέλη της ζώνης του ευρώ που επικεντρώνεται στις μακροοικονομικές ανισορροπίες.

Περαιτέρω πρόοδος όσον αφορά την ενίσχυση της διάστασης της ζώνης του ευρώ κατά τον συντονισμό της οικονομικής πολιτικής έγινε κατά τη σύνοδο της 26ης Οκτωβρίου 2011, όταν οι ηγέτες της ζώνης του ευρώ συμφώνησαν να πραγματοποιούν τουλάχιστον δύο φορές ετησίως "συνόδους κορυφής για το ευρώ" με σκοπό να παρέχουν στρατηγικούς προσανατολισμούς για την οικονομική και τη δημοσιονομική πολιτική στη ζώνη του ευρώ, ούτως ώστε η διάσταση της ζώνης του ευρώ να ενσωματώνεται καλύτερα στις εγχώριες πολιτικές. Δεσμεύθηκαν επίσης να λάβουν διάφορα πρόσθετα μέτρα, πέραν των ισχυουσών απαιτήσεων, όπως η υιοθέτηση κανόνων περί ισοσκελισμένων προϋπολογισμών (σε διαρθρωτικούς όρους), ενσωματώνοντας έτσι το ΣΣΑ στην εθνική νομοθεσία - κατά προτίμηση σε επίπεδο Συντάγματος ή αντίστοιχο -, και η διαβούλευση με την Επιτροπή και τις υπόλοιπες χώρες της ζώνης του ευρώ πριν από την υιοθέτηση σημαντικών σχεδίων μεταρρυθμίσεων οικονομικής ή δημοσιονομικής πολιτικής με πιθανές δευτερογενείς επιδράσεις. (Δήλωση της Συνόδου Κορυφής για το Ευρώ)

Επιπλέον, προκειμένου να αντικατοπτρίζεται ο βασικός ρόλος της Ευρωομάδας, της Επιτροπής και της ΕΚΤ στην καθημερινή διαχείριση της ζώνης του ευρώ, τουλάχιστον μία φορά τον μήνα θα διεξάγονται συναντήσεις στις οποίες θα συμμετέχουν ο προεδρεύων της συνόδου κορυφής για το ευρώ, ο Πρόεδρος της Επιτροπής και ο Πρόεδρος της Ευρωομάδας, με δυνατότητα συμμετοχής και του Προέδρου της ΕΚΤ. Οι πρόεδροι των τριών εποπτικών αρχών (βλ. την ενότητα με τίτλο "Ο ρόλος της ΕΚΤ στο μεταρρυθμισμένο σύστημα χρηματοπιστωτικής εποπτείας") και ο επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Διευκόλυνσης Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας/του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας μπορούν να συμμετέχουν ανάλογα με την περίσταση.

Επιπλέον, βάσει νέας διάταξης που θεσπίζει η Συνθήκη της Λισαβόνας (άρθρο 136.1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ), οι χώρες της ζώνης του ευρώ μπορούν να λαμβάνουν μέτρα για την ενίσχυση του συντονισμού και της επιτήρησης της δημοσιονομικής πειθαρχίας και να διατυπώνουν προσανατολισμούς οικονομικής πολιτικής με σκοπό να διασφαλίσουν την ομαλή λειτουργία της ΟΝΕ. Αυτά τα μέτρα, τα οποία πρέπει να είναι νομικώς δεσμευτικά για τις χώρες της ζώνης του ευρώ, πρέπει να είναι συμβατά με τα άλλα μέσα πολιτικής (όπως οι ολοκληρωμένες κατευθυντήριες γραμμές και το ΣΣΑ). Οι ηγέτες της ζώνης του ευρώ έχουν ζητήσει από την Επιτροπή να παρουσιάσει προτάσεις σχετικά με τον τρόπο εφαρμογής αυτού του άρθρου.

Διαχείριση κρίσεων και Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Σταθερότητας

Στις 28-29 Οκτωβρίου 2010 το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο συμφώνησε να θεσπίσει έναν μόνιμο μηχανισμό διαχείρισης κρίσεων προκειμένου να προφυλάσσει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα στη ζώνη του ευρώ συνολικά. Η θέσπιση του μελλοντικού Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Σταθερότητας (ΕΜΣ) εγκρίθηκε επισήμως κατά τη σύνοδο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 24-25 Μαρτίου 2011 στο πλαίσιο μιας περιεκτικής δέσμης μέτρων για την αντιμετώπιση της κρίσης. Η έγκριση αυτή σηματοδότησε μια μικρή αλλαγή στο άρθρο 136 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ προκειμένου να μπορέσουν οι χώρες της ζώνης του ευρώ να θεσπίσουν μηχανισμό σταθερότητας ο οποίος θα ενεργοποιείται, εφόσον υπάρχει ανάγκη, για να προφυλάσσει τη σταθερότητα της ζώνης του ευρώ συνολικά, ενώ κάθε οικονομική ενίσχυση θα χορηγείται υπό αυστηρούς όρους.

Ο ΕΜΣ αναμένεται να τεθεί σε ισχύ το αργότερο τον Ιούλιο του 2012 με δανειοδοτική ικανότητα 500 δισεκ. ευρώ και αναμένεται να αντικαταστήσει προσωρινά μέτρα όπως η Ευρωπαϊκή Διευκόλυνση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΕΔΧΣ - EFSF) και ο Ευρωπαϊκός Μηχανισμός Χρηματοπιστωτικής Σταθεροποίησης (ΕΜΧΣ), που δημιουργήθηκαν κατόπιν της απόφασης που έλαβε το ECOFIN στις 9 Μαΐου 2010 να παράσχει οικονομική στήριξη σε κράτη μέλη που αντιμετώπιζαν οικονομικές δυσκολίες.

Ο ΕΜΧΣ δημιουργήθηκε ως μηχανισμός της ΕΕ και η νομική του βάση έγκειται στο άρθρο 122 της Συνθήκης για τη λειτουργία της ΕΕ, ενώ η ΕΔΧΣ δημιουργήθηκε ως μηχανισμός της ζώνης του ευρώ με βάση το άρθρο 122 της ίδιας Συνθήκης, με διακυβερνητική συμφωνία μεταξύ των χωρών της ζώνης του ευρώ. Οι δύο μηχανισμοί διαθέτουν συνολικά δανειοδοτική ικανότητα 500 δισεκ. ευρώ.

Κατά τις συνόδους της 11ης Μαρτίου και της 21ης Ιουλίου 2011, οι ηγέτες της ζώνης του ευρώ συμφώνησαν να αυξήσουν την ευελιξία της ΕΔΧΣ και του μελλοντικού ΕΜΣ δίνοντάς τους τη δυνατότητα να ενεργούν με βάση ένα προληπτικό πρόγραμμα, να χρηματοδοτούν την ανακεφαλαιοποίηση των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων και να διενεργούν παρεμβάσεις στις πρωτογενείς και δευτερογενείς αγορές ομολόγων.

Στις 26 Οκτωβρίου, οι αρχηγοί κρατών ή κυβερνήσεων της ζώνης του ευρώ συμφώνησαν να μεγιστοποιήσουν τους διαθέσιμους πόρους της ΕΔΧΣ, χωρίς να διευρύνουν τις εγγυήσεις που στηρίζουν τις διευκολύνσεις, α) προβλέποντας τεχνικές περιορισμού του πιστωτικού κινδύνου για νέους τίτλους εκδιδόμενους από τα κράτη μέλη ή/και β) μέσω ενός συνδυασμού πόρων από χρηματοπιστωτικά ιδρύματα και επενδυτές του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, που μπορούν να διευθετηθούν μέσω εταιρειών ειδικού σκοπού. Επιπλέον, περαιτέρω ενίσχυση των πόρων της ΕΔΧΣ μπορεί να επιτευχθεί με την στενότερη συνεργασία με το ΔΝΤ.

Η ΕΚΤ συμμετέχει εν μέρει στις δραστηριότητες του ΕΜΧΣ, της ΕΔΧΣ και του μελλοντικού ΕΜΣ.

Πρώτον, θα βρίσκεται σε επαφή με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το ΔΝΤ και θα αξιολογεί κατά πόσον υπάρχει κίνδυνος για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ζώνης του ευρώ συνολικά, ενώ οι εμπειρογνώμονες της ΕΚΤ θα πραγματοποιούν ενδελεχή ανάλυση βιωσιμότητας χρέους. Οι παρεμβάσεις της ΕΔΧΣ και του ΕΜΣ στη δευτερογενή αγορά ομολόγων θα γίνονται με βάση έκθεση της ΕΚΤ.

Η ΕΚΤ, μαζί με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το ΔΝΤ, θα διαθέτει επίσης εμπειρογνώμονες για την εξέταση τεχνικών θεμάτων τα οποία προκύπτουν στο πλαίσιο των διαπραγματεύσεων με κράτος μέλος που ζητεί οικονομική στήριξη και αφορούν την εφαρμογή προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής, καθώς και για την παρακολούθηση της εφαρμογής του προγράμματος αυτού (βλ. το άρθρο με τίτλο "The European Stability Mechanism" στο Μηνιαίο Δελτίο Ιουλίου 2011 - δεν είναι διαθέσιμο στα ελληνικά.)

Επιπλέον, τον Δεκέμβριο 2011 η ΕΚΤ συμφώνησε να ενεργεί ως μεσάζων για τις δραστηριότητες της ΕΔΧΣ στις δευτερογενείς αγορές.

Σημείωση: Τα άρθρα του Μηνιαίου Δελτίου τα οποία έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά είναι διαθέσιμα από τον δικτυακό τόπο της Τράπεζας της Ελλάδος (www.bankofgreece.gr).