Εταιρική διακυβέρνηση

Εκτός από τα όργανα λήψης αποφάσεων, η εταιρική διακυβέρνηση της ΕΚΤ περιλαμβάνει και διάφορα επίπεδα εξωτερικού και εσωτερικού ελέγχου.

Επιτροπή Επιθεώρησης

Προκειμένου να ενισχυθεί περαιτέρω η εταιρική διακυβέρνηση της ΕΚΤ και του Ευρωσυστήματος, μια υψηλού επιπέδου Επιτροπή Επιθεώρησης επικουρεί το Διοικητικό Συμβούλιο κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων του που αφορούν:

  1. την ακεραιότητα των χρηματοοικονομικών στοιχείων,
  2. την επίβλεψη των εσωτερικών ελέγχων,
  3. τη συμμόρφωση με τους εφαρμοστέους νόμους, κανονισμούς και κώδικες συμπεριφοράς, καθώς και
  4. την άσκηση των λειτουργιών επιθεώρησης,

σύμφωνα με τα οριζόμενα στο έγγραφο σχετικά με τα καθήκοντα της Επιτροπής Επιθεώρησης.
Πέραν του προέδρου της, κ. Erkki Liikanen, η Επιτροπή Επιθεώρησης περιλαμβάνει τα ακόλουθα τέσσερα μέλη: Vítor Constâncio, Ewald Nowotny, Hans Tietmeyer και Jean-Claude Trichet.

Επιτροπή Εσωτερικών Επιθεωρητών

Σύμφωνα με το Καταστατικό Επιθεώρησης του Ευρωσυστήματος/EΣΚΤ και του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (ΕΕΜ) ( ENGLISH ), η Επιτροπή Εσωτερικών Επιθεωρητών συμβάλλει στην επίτευξη των στόχων του Ευρωσυστήματος/ΕΣΚΤ και του ΕΕΜ, παρέχοντας ελεγκτικές και συμβουλευτικές υπηρεσίες σε ανεξάρτητη και αντικειμενική βάση με σκοπό την προσφορότερη και αποτελεσματικότερη άσκηση των καθηκόντων και δραστηριοτήτων της ΕΚΤ/του Ευρωσυστήματος και του ΕΕΜ.

Η Επιτροπή Εσωτερικών Επιθεωρητών λογοδοτεί στα όργανα λήψης αποφάσεων της ΕΚΤ και είναι αρμόδια για την εκπόνηση και την εφαρμογή του σχεδίου επιθεώρησης του Ευρωσυστήματος/ΕΣΚΤ και του ΕΕΜ. Επιπλέον, καθορίζει κοινά πρότυπα για τη διεκπεραίωση του ελεγκτικού έργου εντός του Ευρωσυστήματος/ΕΣΚΤ και του ΕΕΜ.

Εξωτερικά επίπεδα ελέγχου

Το Καταστατικό του ΕΣΚΤ προβλέπει δύο επίπεδα:

  • τους εξωτερικούς ελεγκτές και
  • το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο.

Οι εξωτερικοί ελεγκτές ελέγχουν τους ετήσιους λογαριασμούς της ΕΚΤ (άρθρο 27 παράγραφος 1 του Καταστατικού του ΕΣΚΤ). Το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο εξετάζει την αποτελεσματικότητα της διαχείρισης της ΕΚΤ (άρθρο 27 παράγραφος 2).

Ορθές πρακτικές όσον αφορά την επιλογή και την εντολή των εξωτερικών ελεγκτών σύμφωνα με το άρθρο 27.1 του Καταστατικού του ΕΣΚΤ και της ΕΚΤ, όπως εγκρίθηκαν από το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ, 14 Ιουνίου 2012, ENGLISH

Οι εκθέσεις των εξωτερικών ελεγκτών δημοσιεύονται στην ετήσια έκθεση της ΕΚΤ.

Για τις εκθέσεις του Ευρωπαϊκού Ελεγκτικού Συνεδρίου και τις απαντήσεις της ΕΚΤ, μπορείτε να ανατρέξετε στα ακόλουθα έγγραφα:

Εσωτερικά επίπεδα ελέγχου

Εσωτερική επιθεώρηση

Η Διεύθυνση Εσωτερικής Επιθεώρησης λειτουργεί υπό την άμεση ευθύνη της Εκτελεστικής Επιτροπής. Τα καθήκοντα της Διεύθυνσης Εσωτερικής Επιθεώρησης ορίζονται στο Καταστατικό Επιθεώρησης της ΕΚΤ που έχει εγκριθεί από την Εκτελεστική Επιτροπή.

Το Καταστατικό Επιθεώρησης θεσπίστηκε με βάση διεθνώς εφαρμοζόμενα επαγγελματικά πρότυπα, ειδικότερα τα πρότυπα του Ινστιτούτου Εσωτερικών Ελεγκτών (Institute of Internal Auditors - ΙΙΑ).

Διάρθρωση του συστήματος εσωτερικού ελέγχου

Η Εκτελεστική Επιτροπή έχει τη γενική ευθύνη για την επίβλεψη της διαχείρισης κινδύνων της ΕΚΤ.

Επιπλέον, η διάρθρωση του συστήματος εσωτερικού ελέγχου της ΕΚΤ βασίζεται σε μια λειτουργική προσέγγιση τριών επιπέδων σύμφωνα με την οποία κάθε υπηρεσιακή μονάδα (τμήμα, τομέας, διεύθυνση ή γενική διεύθυνση) έχει την πρωταρχική ευθύνη για τη διαχείριση των κινδύνων της και τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας και αποδοτικότητας του έργου της.

Υπηρεσιακές μονάδες της ΕΚΤ όπως οι υπηρεσίες που είναι αρμόδιες για τη διαχείριση λειτουργικών κινδύνων και τη διαχείριση χρηματοπιστωτικών κινδύνων, καθώς και το Γραφείο Συμμόρφωσης και Διακυβέρνησης, αποτελούν το δεύτερο επίπεδο ελέγχου, προωθώντας και υποστηρίζοντας τους ελέγχους και τις ισορροπίες (checks and balances) εντός της ΕΚΤ.

Η υπηρεσία εσωτερικής επιθεώρησης της ΕΚΤ αποτελεί το τρίτο επίπεδο ελέγχου, παρέχοντας ανεξάρτητο και αντικειμενικό συμβουλευτικό έργο το οποίο αποσκοπεί στη βελτίωση και την ενίσχυση των πράξεων της ΕΚΤ. Επιπλέον, η Επιτροπή Επιθεώρησης της ΕΚΤ ενισχύει περαιτέρω τα επίπεδα ελέγχου και την εταιρική διακυβέρνηση της ΕΚΤ όπως εξηγείται παραπάνω.

Πλαίσιο δεοντολογίας

Ως θεσμικό όργανο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η ΕΚΤ είναι επιφορτισμένη με καθήκοντα που υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον. Το πλαίσιο δεοντολογίας της ΕΚΤ ορίζει κανόνες δεοντολογίας και κατευθυντήριες αρχές ώστε να διασφαλίζεται ο μέγιστος βαθμός ακεραιότητας, ικανότητας, αποτελεσματικότητας και διαφάνειας κατά την εκπλήρωση των καθηκόντων. Η συμμόρφωση προς τις αρχές αυτές αποτελεί ζωτικής σημασίας στοιχείο της αξιοπιστίας της ΕΚΤ και είναι ουσιώδης για την εξασφάλιση της εμπιστοσύνης των Ευρωπαίων πολιτών στη διοίκηση και τις δραστηριότητες της ΕΚΤ.

Το πλαίσιο δεοντολογίας της ΕΚΤ για τα μέλη του προσωπικού, το οποίο περιλαμβάνεται στους κανόνες για θέματα προσωπικού, τροποποιήθηκε στις 3 Δεκεμβρίου 2014 έπειτα από τη θέσπιση του Ενιαίου Εποπτικού Μηχανισμού (ΕΕΜ). Το αναθεωρημένο πλαίσιο τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιανουαρίου 2015, ενώ ταυτόχρονα θεσπίστηκε και ο Κώδικας Συμπεριφοράς για τα μέλη του Εποπτικού Συμβουλίου της ΕΚΤ.

Τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, πέραν του συμπληρωματικού κώδικα κριτηρίων δεοντολογίας που έχουν υιοθετήσει, έχουν επίσης αναλάβει τη δέσμευση να τηρούν τις αρχές που θεσπίζει το πλαίσιο δεοντολογίας για τα μέλη του προσωπικού.

Τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ συμμορφώνονται και αυτά με έναν κώδικα συμπεριφοράς ο οποίος αντανακλά την ευθύνη τους να διαφυλάσσουν την ενότητα και το κύρος του Ευρωσυστήματος και της ΕΚΤ, καθώς και την αποτελεσματικότητα των πράξεών τους.

Για περισσότερες λεπτομέρειες, μπορείτε να ανατρέξετε στα ακόλουθα έγγραφα:

Εφαρμογή του πλαισίου δεοντολογίας

Μετά τη θέσπιση του ΕΕΜ, τα ζητήματα διακυβέρνησης απέκτησαν μεγαλύτερη σημασία για την ΕΚΤ. Για να διασφαλίζεται η επαρκής και συνεπής εφαρμογή του ισχύοντος πλαισίου δεοντολογίας και για να βελτιωθεί η εταιρική διακυβέρνηση της ΕΚΤ, το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε στις 17 Δεκεμβρίου 2014 τη σύσταση επιτροπής δεοντολογίας. Η επιτροπή αυτή έχει αναλάβει τα καθήκοντα που έχουν ανατεθεί στον σύμβουλο δεοντολογίας βάσει του Κώδικα συμπεριφοράς για τα μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, καθώς και στον υπεύθυνο δεοντολογίας βάσει του Συμπληρωματικού κώδικα κριτηρίων δεοντολογίας για τα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής.

Το βασικό καθήκον της επιτροπής δεοντολογίας είναι να παρέχει συμβουλές σε θέματα δεοντολογίας προς τα μέλη των οργάνων που συμμετέχουν στις διαδικασίες λήψης αποφάσεων της ΕΚΤ, κατόπιν μεμονωμένων αιτημάτων.

Απόφαση της ΕΚΤ (ΕΚΤ/2014/59) σχετικά με τη θέσπιση επιτροπής δεοντολογίας και τον εσωτερικό κανονισμό της

Στο πλαίσιο της δέσμευσής της να διασφαλίζει ότι η διενέργεια των πράξεων της ΕΚΤ συμμορφώνεται με τις αρχές της ακεραιότητας και ότι τηρούνται τα πλέον υψηλά πρότυπα δεοντολογίας, η Εκτελεστική Επιτροπή έχει επίσης ιδρύσει Γραφείο Συμμόρφωσης και Διακυβέρνησης. Το εν λόγω γραφείο άρχισε να λειτουργεί την περίοδο όπου τέθηκε σε ισχύ η αναθεωρημένη έκδοση των κανόνων της ΕΚΤ για θέματα προσωπικού. Το Γραφείο Συμμόρφωσης και Διακυβέρνησης έχει αναλάβει, μεταξύ άλλων, και τα καθήκοντα σε θέματα προσωπικού με τα οποία ήταν παλαιότερα επιφορτισμένος ο υπεύθυνος δεοντολογίας.

Αποτελεί μια βασική ανεξάρτητη λειτουργία ελέγχου για την ενίσχυση του πλαισίου διακυβέρνησης της ΕΚΤ, παρέχοντας υποστήριξη στην Εκτελεστική Επιτροπή σε θέματα προστασίας της ακεραιότητας και της φήμης της ΕΚΤ, προάγοντας δεοντολογικά πρότυπα σε ό,τι αφορά τη συμπεριφορά των μελών του προσωπικού και ενισχύοντας τη λογοδοσία και τη διαφάνεια της ΕΚΤ.

Αρχή αρμόδια για τον προϋπολογισμό

Αρμόδιο για τον προϋπολογισμό της ΕΚΤ είναι το Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο ψηφίζει τον προϋπολογισμό της ΕΚΤ ύστερα από πρόταση της Εκτελεστικής Επιτροπής. Επιπλέον, η Επιτροπή Προϋπολογισμού επικουρεί το Διοικητικό Συμβούλιο σε θέματα που σχετίζονται με τον προϋπολογισμό της ΕΚΤ.

Υπεύθυνος προστασίας δεδομένων

Σύμφωνα με τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 45/2001 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, η Εκτελεστική Επιτροπή έχει διορίσει υπεύθυνο προστασίας δεδομένων από την 1η Ιανουαρίου 2002.

Πρόληψη της απάτης στο εσωτερικό της ΕΚΤ και κανόνες που ισχύουν για τις έρευνες της OLAF

Μέτρα για την καταπολέμηση της απάτης σε όλη την ΕΕ

Το 1999 το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της ΕΕ εξέδωσαν τον κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1073/1999 σχετικά με τις έρευνες που πραγματοποιούνται από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης («κανονισμός OLAF»), προκειμένου να ενισχύσουν τις δραστηριότητες καταπολέμησης της απάτης, της δωροδοκίας και οποιασδήποτε άλλης παράνομης δραστηριότητας που είναι επιζήμια για τα οικονομικά συμφέροντα των Κοινοτήτων. Ο κανονισμός προβλέπει κυρίως τη διενέργεια εσωτερικών ερευνών από την OLAF όπου υπάρχουν υποψίες για απάτη εντός των θεσμικών οργάνων, φορέων και υπηρεσιών της ΕΕ.

Μέτρα της ΕΚΤ για την καταπολέμηση της απάτης

Απόφαση της ΕΚΤ σχετικά με τους κανόνες που ισχύουν για τις έρευνες της OLAF – Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας εξέδωσε στις 3 Ιουνίου 2004 απόφαση (ΕΚΤ/2004/11) σχετικά με τους όρους και τις λεπτομέρειες διεξαγωγής ερευνών από την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Καταπολέμησης της Απάτης στην ΕΚΤ στον τομέα της καταπολέμησης της απάτης, της δωροδοκίας και κάθε άλλης παράνομης δραστηριότητας επιζήμιας για τα οικονομικά συμφέροντα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και σχετικά με την τροποποίηση των όρων απασχόλησης του προσωπικού της ΕΚΤ. Η απόφαση αυτή τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2004.

Προηγούμενα μέτρα της ΕΚΤ για την καταπολέμηση της απάτης

Το Διοικητικό Συμβούλιο είχε αναγνωρίσει την ανάγκη να ληφθούν δραστικά μέτρα για την καταπολέμηση της απάτης, θεωρούσε όμως ότι λόγω της ανεξαρτησίας και των καθηκόντων που έχουν ανατεθεί στην ΕΚΤ βάσει του Καταστατικού ο κανονισμός OLAF δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στην ΕΚΤ. Έτσι, στις 7 Οκτωβρίου 1999 εξέδωσε ξεχωριστή απόφαση σχετικά με την πρόληψη της απάτης (ΕΚΤ/1999/5), η οποία προέβλεπε ένα ολοκληρωμένο πρόγραμμα καταπολέμησης της απάτης υπό τον τελικό έλεγχο μιας ανεξάρτητης Επιτροπής Καταπολέμησης της Απάτης.

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, υποστηριζόμενη από το Βασίλειο των Κάτω Χωρών, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο και το Συμβούλιο της ΕΕ, κατέθεσε αίτηση ακύρωσης της απόφασης της ΕΚΤ (υπόθεση C-11/00). Στις 10 Ιουλίου 2003 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο ακύρωσε την εν λόγω απόφαση (ΕΚΤ/1999/5).

Με την απόφαση του Δικαστηρίου η ΕΚΤ τέθηκε αναμφισβήτητα «εντός του πλαισίου της Κοινότητας». Ταυτόχρονα, επισημάνθηκε ότι η βούληση του νομοθέτη ήταν να διασφαλίσει την ανεξαρτησία της ΕΚΤ κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που της έχουν ανατεθεί. Ωστόσο, το Δικαστήριο έκρινε ότι αυτή η ανεξαρτησία δεν συνεπάγεται τον πλήρη διαχωρισμό της ΕΚΤ από την Κοινότητα ούτε την εξαίρεσή της από κάθε κανόνα κοινοτικού δικαίου. Το συμπέρασμα αυτό συμφωνεί με την προσέγγιση που έχει υιοθετήσει η ΕΚΤ. Η εφαρμογή του κανονισμού OLAF δεν θα πρέπει να επηρεάζει την ανεξαρτησία της ΕΚΤ κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της.

Η Επιτροπή Καταπολέμησης της Απάτης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας δημοσίευσε, στη διάρκεια της λειτουργίας της, τις ακόλουθες ετήσιες εκθέσεις σχετικά με τις δραστηριότητές της: