Τι είναι οι συμφωνίες ανταλλαγής νομισμάτων;

27 Σεπτεμβρίου 2016

Μια συμφωνία ανταλλαγής νομισμάτων είναι μια συμφωνία μεταξύ δύο κεντρικών τραπεζών για την ανταλλαγή νομισμάτων. Στο πλαίσιο αυτών των συμφωνιών, μια κεντρική τράπεζα έχει τη δυνατότητα να αντλεί ρευστότητα σε ξένο νόμισμα από την κεντρική τράπεζα που το εκδίδει - συνήθως επειδή χρειάζεται να το παρέχει στις εγχώριες εμπορικές τράπεζες. Για παράδειγμα, στο πλαίσιο της συμφωνίας ανταλλαγής νομισμάτων που έχουν συνάψει μεταξύ τους, η ΕΚΤ και όλες οι εθνικές κεντρικές τράπεζες στη ζώνη του ευρώ (δηλ. το Ευρωσύστημα) έχουν τη δυνατότητα να λαμβάνουν από την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ δολάρια ΗΠΑ με αντάλλαγμα την παροχή σε αυτήν αντίστοιχου ποσού σε ευρώ. Αυτές οι συμφωνίες συγκαταλέγονται στα μέσα νομισματικής πολιτικής που χρησιμοποιούν οι κεντρικές τράπεζες εδώ και δεκαετίες.

Γιατί είναι αναγκαίες οι συμφωνίες ανταλλαγής νομισμάτων;

Οι συμφωνίες ανταλλαγής νομισμάτων χρησιμοποιήθηκαν αρχικά από τις κεντρικές τράπεζες για τη χρηματοδότηση ορισμένων παρεμβάσεων στις αγορές. Τα τελευταία χρόνια όμως έχουν εξελιχθεί σε σημαντικό εργαλείο προκειμένου να διατηρείται η χρηματοπιστωτική σταθερότητα και να αποτρέπεται η μετάδοση αρνητικών συνεπειών στην πραγματική οικονομία από εντάσεις στις αγορές. Οι συμφωνίες ανταλλαγής νομισμάτων που έχει θεσπίσει η ΕΚΤ από το 2007, για παράδειγμα, προορίζονται για την παροχή ρευστότητας σε ξένο νόμισμα σε εγχώριες τράπεζες. Όταν οι συνθήκες στις αγορές από τις οποίες αντλείται χρηματοδότηση σε ένα νόμισμα επιδεινώνονται, οι τράπεζες που βρίσκονται εκτός της σχετικής νομισματικής ζώνης δυσκολεύονται να χρηματοδοτήσουν τις απαιτήσεις τους που συνδέονται με το εν λόγω νόμισμα αφού δεν έχουν άμεση πρόσβαση στην ξένη κεντρική τράπεζα που το εκδίδει. Αν όμως η κεντρική τράπεζα της χώρας τους έχει συνάψει συμφωνία με την ξένη κεντρική τράπεζα, τότε μπορεί να παρέχει στις εγχώριες εμπορικές τράπεζες την απαιτούμενη ρευστότητα στο ξένο νόμισμα χωρίς να χρησιμοποιεί τα συναλλαγματικά της διαθέσιμα. Κατά τη χρηματοπιστωτική κρίση που ακολούθησε την κατάρρευση της Lehman Brothers τον Σεπτέμβριο του 2008, για παράδειγμα, οι δυνατότητες χρηματοδότησης μέσω των αγορών εξαντλήθηκαν λόγω της εξαιρετικά μεγάλης απροθυμίας για ανάληψη κινδύνων. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι τράπεζες της ζώνης του ευρώ δυσκολεύονταν να αντλήσουν ρευστότητα σε δολάρια ΗΠΑ προκειμένου να χρηματοδοτήσουν τις απαιτήσεις τους σε αυτό το νόμισμα. Για να αποτραπεί η εκδήλωση διαταραχών, μεταξύ άλλων για να μην αναγκαστούν οι τράπεζες να προβούν σε απότομες πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων, πράγμα που θα προκαλούσε ακραίες κινήσεις στις τιμές, η ΕΚΤ και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ υπέγραψαν μια συμφωνία ανταλλαγής νομισμάτων μέσω της οποίας η ΕΚΤ/το Ευρωσύστημα μπορεί να παρέχει δολάρια ΗΠΑ σε τράπεζες που βρίσκονται στην ζώνη του ευρώ.

Με ποιες κεντρικές τράπεζες έχει υπογράψει η ΕΚΤ συμφωνίες ανταλλαγής νομισμάτων;

Το 2011 η ΕΚΤ μαζί με τις κεντρικές τράπεζες της Αγγλίας, του Καναδά, της Ιαπωνίας, των ΗΠΑ και της Ελβετίας υπέγραψαν μια σειρά συμφωνιών ανταλλαγής νομισμάτων που δίνουν στις συμμετέχουσες κεντρικές τράπεζες τη δυνατότητα να αντλούν η μία από την άλλη χρηματοδότηση στο αντίστοιχο νόμισμα. Από τον Δεκέμβριο του 2015 οι συμφωνίες ανταλλαγής νομισμάτων χρησιμοποιούνται μόνο για την παροχή δολαρίων ΗΠΑ και ελβετικών φράγκων σε τράπεζες της ζώνης του ευρώ.

Μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, η ΕΚΤ θέσπισε επίσης συμφωνίες για την παροχή ευρώ στις κεντρικές τράπεζες της Δανίας, της Λεττονίας, της Ουγγαρίας, της Πολωνίας και της Σουηδίας.

Πιο πρόσφατα, το 2013, η ΕΚΤ υπέγραψε συμφωνία ανταλλαγής νομισμάτων με την Κίνα, η οποία αντανακλά την αυξανόμενη συστημική σημασία της χώρας αυτής και την ταχεία ανάπτυξη του εμπορίου και των επενδύσεων μεταξύ της ζώνης του ευρώ και της Κίνας. Για το Ευρωσύστημα η συμφωνία λειτουργεί ως μηχανισμός ασφαλείας, προκειμένου να καθησυχάζει τις τράπεζες της ζώνης του ευρώ ότι η ρευστότητα σε γιουάν θα συνεχίσει να είναι διαθέσιμη ακόμη και σε περίπτωση διαταραχών στην αγορά.

Πώς λειτουργεί η συμφωνία ανταλλαγής νομισμάτων;

Υπό κανονικές συνθήκες, αν μια τράπεζα στη ζώνη του ευρώ χρειάζεται δολάρια ΗΠΑ, για παράδειγμα επειδή πρέπει να χορηγήσει σε έναν πελάτη της δάνειο σε δολάρια ΗΠΑ, τότε στρέφεται στην αγορά. Αν όμως το κόστος της χρηματοδότησης σε δολάρια ΗΠΑ είναι υπερβολικά υψηλό ή αν η αγορά πλήττεται από διαταραχές, η τράπεζα μπορεί να απευθυνθεί στην αντίστοιχη εθνική κεντρική τράπεζα. Στην προκειμένη περίπτωση, η ΕΚΤ μπορεί να λάβει δολάρια χάρη στη συμφωνία ανταλλαγής νομισμάτων με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ. Η ΕΚΤ διενεργεί επί του παρόντος εβδομαδιαίες δημοπρασίες στο πλαίσιο των οποίων οι τράπεζες της ζώνης του ευρώ μπορούν να δηλώσουν το ποσό που θέλουν να δανειστούν σε δολάρια με προκαθορισμένο επιτόκιο. Ως αντάλλαγμα πρέπει να παράσχουν στην ΕΚΤ υψηλής ποιότητας εξασφάλιση, η αξία της οποίας αποτιμάται με βάση τις τρέχουσες τιμές της αγοράς αφού αφαιρεθεί ένα κατάλληλο ποσοστό (η λεγόμενη «περικοπή αποτίμησης»). Πολλές από αυτές τις συμφωνίες ανταλλαγής λειτουργούν κυρίως ως δικλείδα ασφαλείας και δεν έχουν ενεργοποιηθεί ποτέ. Στο πλαίσιο της γενικής πολιτικής της να διατηρεί υψηλό επίπεδο επιχειρησιακής ετοιμότητας, η ΕΚΤ ελέγχει τακτικά τα μέσα και τα εργαλεία νομισματικής πολιτικής της προκειμένου να διασφαλίσει ότι μπορούν να τεθούν σε λειτουργία εύκολα και γρήγορα αν και όταν χρειαστεί.