Menu

Τι είναι οι συμφωνίες ανταλλαγής νομισμάτων;

27 Σεπτεμβρίου 2016 (τελευταία ενημέρωση: 22 Απριλίου 2020)

Πρόκειται για συμφωνίες μεταξύ δύο κεντρικών τραπεζών για την ανταλλαγή νομισμάτων. Στο πλαίσιο αυτών των συμφωνιών, μια κεντρική τράπεζα μπορεί να αντλήσει ρευστότητα σε ξένο νόμισμα από την κεντρική τράπεζα που το εκδίδει – συνήθως επειδή χρειάζεται να το χορηγήσει στις εγχώριες εμπορικές τράπεζες. Για παράδειγμα, στο πλαίσιο της συμφωνίας ανταλλαγής νομισμάτων με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ, η ΕΚΤ και όλες οι εθνικές κεντρικές τράπεζες στη ζώνη του ευρώ (Ευρωσύστημα) μπορούν να λαμβάνουν δολάρια ΗΠΑ από την κεντρική τράπεζα των ΗΠΑ με αντάλλαγμα την παροχή σε αυτήν αντίστοιχου ποσού σε ευρώ. Αυτές οι συμφωνίες συγκαταλέγονται στη δέσμη των μέσων νομισματικής πολιτικής που χρησιμοποιούν οι κεντρικές τράπεζες εδώ και δεκαετίες.

Γιατί είναι αναγκαίες οι συμφωνίες ανταλλαγής νομισμάτων;

Οι συμφωνίες αυτές χρησιμοποιήθηκαν αρχικά από τις κεντρικές τράπεζες για τη χρηματοδότηση ορισμένων παρεμβάσεων στις αγορές. Τα τελευταία έτη όμως έχουν εξελιχθεί σε σημαντικό εργαλείο για τη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και την αποτροπή της μετάδοσης στην πραγματική οικονομία των εντάσεων που εκδηλώνονται στις αγορές. Για παράδειγμα, οι συμφωνίες ανταλλαγής νομισμάτων που έχει θεσπίσει η ΕΚΤ από το 2007 προορίζονται για την παροχή ρευστότητας σε ξένο νόμισμα σε εγχώριες τράπεζες. Όταν οι συνθήκες στις αγορές από τις οποίες αντλείται χρηματοδότηση σε ένα νόμισμα επιδεινώνονται, οι τράπεζες που βρίσκονται εκτός αυτής της νομισματικής ζώνης δυσκολεύονται να χρηματοδοτήσουν τις απαιτήσεις τους που συνδέονται με αυτό το νόμισμα αφού δεν έχουν άμεση πρόσβαση στην κεντρική τράπεζα που το εκδίδει. Αν όμως η κεντρική τράπεζα της χώρας τους έχει συνάψει συμφωνία με την ξένη κεντρική τράπεζα, μπορεί να παρέχει στις οικείες εμπορικές τράπεζες την απαιτούμενη ρευστότητα σε ξένο νόμισμα χωρίς να χρησιμοποιήσει τα συναλλαγματικά της διαθέσιμα. Στη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης που ακολούθησε την κατάρρευση της Lehman Brothers τον Σεπτέμβριο του 2008, για παράδειγμα, οι δυνατότητες χρηματοδότησης μέσω των αγορών εξαντλήθηκαν λόγω της εξαιρετικά μεγάλης απροθυμίας για ανάληψη κινδύνων. Υπό αυτές τις συνθήκες, οι τράπεζες της ζώνης του ευρώ δυσκολεύονταν να αντλήσουν ρευστότητα σε δολάρια ΗΠΑ για να χρηματοδοτήσουν τις απαιτήσεις τους σε αυτό το νόμισμα. Για να αποτραπούν τυχόν διαταραχές, μεταξύ άλλων για να μην αναγκαστούν οι τράπεζες να προβούν σε απότομες πωλήσεις περιουσιακών στοιχείων, το οποίο θα προκαλούσε ακραίες μεταβολές στις τιμές, η ΕΚΤ και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ σύναψαν συμφωνία ανταλλαγής νομισμάτων μέσω της οποίας η ΕΚΤ/το Ευρωσύστημα θα μπορούσε να παρέχει δολάρια ΗΠΑ σε τράπεζες που ήταν εγκατεστημένες στην ζώνη του ευρώ.

Με ποιες κεντρικές τράπεζες έχει υπογράψει η ΕΚΤ συμφωνίες ανταλλαγής νομισμάτων;

Το 2011 η ΕΚΤ μαζί με τις κεντρικές τράπεζες της Αγγλίας, του Καναδά, της Ιαπωνίας, των ΗΠΑ και της Ελβετίας υπέγραψαν σειρά συμφωνιών ανταλλαγής νομισμάτων που επιτρέπουν στις συμμετέχουσες κεντρικές τράπεζες να αντλούν νομίσματα η μία από την άλλη. Από τον Απρίλιο του 2020 οι συμφωνίες αυτές χρησιμοποιούνται για την παροχή δολαρίων ΗΠΑ και ελβετικών φράγκων σε τράπεζες της ζώνης του ευρώ καθώς και για την παροχή ευρώ σε τράπεζες του Ηνωμένου Βασιλείου.

Μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση, η ΕΚΤ θέσπισε επίσης συμφωνίες για την παροχή ευρώ στις κεντρικές τράπεζες της Δανίας και της Σουηδίας, καθώς και προσωρινές συμφωνίες για την παροχή ευρώ στις κεντρικές τράπεζες της Λεττονίας, της Ουγγαρίας και της Πολωνίας.

Το 2013 η ΕΚΤ σύναψε συμφωνία ανταλλαγής νομισμάτων με την Κίνα, γεγονός που αντανακλά την αυξανόμενη συστημική σημασία της χώρας αυτής και την ταχεία ανάπτυξη του εμπορίου και των επενδύσεων μεταξύ της Κίνας και της ζώνης του ευρώ. Για το Ευρωσύστημα η συμφωνία λειτουργεί ως μηχανισμός ασφαλείας ρευστότητας για να καθησυχάζει τις τράπεζες της ζώνης του ευρώ ότι το γιουάν θα συνεχίσει να είναι διαθέσιμο ακόμη και αν εκδηλωθούν διαταραχές στην αγορά.

Το 2020 η ΕΚΤ ενεργοποίησε εκ νέου τη συμφωνία ανταλλαγής με την κεντρική τράπεζα της Δανίας και θέσπισε προσωρινές συμφωνίες ανταλλαγής νομισμάτων προληπτικού χαρακτήρα με την Κροατία και τη Βουλγαρία.

Πώς λειτουργούν οι συμφωνίες ανταλλαγής νομισμάτων;

Υπό κανονικές συνθήκες, μια τράπεζα στη ζώνη του ευρώ στρέφεται στην αγορά αν χρειάζεται δολάρια ΗΠΑ για να χορηγήσει, για παράδειγμα, δάνειο σε δολάρια ΗΠΑ σε πελάτη της. Αν όμως το κόστος χρηματοδότησης σε δολάρια ΗΠΑ είναι υπερβολικά υψηλό ή αν εκδηλώνονται διαταραχές στην αγορά, η τράπεζα μπορεί να απευθυνθεί στην κεντρική τράπεζα της χώρας της. Στην προκειμένη περίπτωση, η ΕΚΤ μπορεί να εξασφαλίσει δολάρια χάρη στη συμφωνία ανταλλαγής νομισμάτων με την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ. Η ΕΚΤ διενεργεί επί του παρόντος ημερήσιες δημοπρασίες διάρκειας μίας εβδομάδας και προσφέρει πράξεις διάρκειας 84 ημερών σε εβδομαδιαία βάση. Οι τράπεζες της ζώνης του ευρώ μπορούν να δηλώσουν το ποσό σε δολάρια ΗΠΑ που επιθυμούν να δανειστούν με προκαθορισμένο επιτόκιο. Ως αντάλλαγμα πρέπει να δώσουν στην ΕΚΤ εξασφάλιση υψηλής ποιότητας, η αξία της οποίας αποτιμάται με βάση τις τρέχουσες τιμές της αγοράς («mark to market») μετά τη μείωση ενός κατάλληλου ποσοστού (που αποκαλείται «περικοπή αποτίμησης»). Πολλές από αυτές τις συμφωνίες ανταλλαγής λειτουργούν κυρίως ως δικλείδα ασφαλείας και δεν έχουν ενεργοποιηθεί ποτέ. Στο πλαίσιο της γενικής πολιτικής της για διατήρηση υψηλού επιπέδου επιχειρησιακής ετοιμότητας, η ΕΚΤ διενεργεί τακτικούς ελέγχους στα μέσα και τα εργαλεία νομισματικής πολιτικής της διασφαλίζοντας ότι μπορούν να τεθούν σε λειτουργία εύκολα και γρήγορα αν και όταν χρειαστεί.

Επικαιροποίηση: Η παρούσα επεξήγηση επικαιροποιήθηκε στις 22 Απριλίου 2020 με σκοπό την παροχή περισσότερων πληροφοριών επί του θέματος.