European Central Bank - eurosystem
Επιλογές αναζήτησης
Η ΕΚΤ Ενημέρωση Επεξηγήσεις Έρευνα & Εκδόσεις Στατιστικές Νομισματική πολιτική Το ευρώ Πληρωμές & Αγορές Θέσεις εργασίας
Προτάσεις
Εμφάνιση κατά

Κέρδη και ζημίες της ΕΚΤ και των εθνικών κεντρικών τραπεζών της ζώνης του ευρώ: από πού προέρχονται;

Επικαιροποιήθηκε στις 29 Νοεμβρίου 2022 (δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά στις 16 Φεβρουαρίου 2017)

Όταν σκέφτεστε την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, σας έρχεται άραγε στο νου μια τράπεζα η οποία αποσκοπεί στο κέρδος και στην αποφυγή ζημίας; Δεδομένου ότι δημοσιεύουμε ετήσιους λογαριασμούς όλοι μπορούν να δουν αν υπάρχουν κέρδη ή ζημίες. Στην πραγματικότητα όμως αποσκοπούμε σε κάτι τελείως διαφορετικό: στη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών στη ζώνη του ευρώ. Για εμάς, τα κέρδη ή οι ζημίες είναι αποτέλεσμα των προσπαθειών μας να εκπληρώνουμε την πρωταρχική μας αποστολή.

Το ίδιο ισχύει και για τις εθνικές κεντρικές τράπεζες των χωρών της ζώνης του ευρώ οι οποίες, από κοινού με την ΕΚΤ, είναι γνωστές ως Ευρωσύστημα. Παρακάτω εξηγούμε από πού μπορούν να προέλθουν αυτά τα κέρδη και οι πιθανές ζημίες.

Πώς ακριβώς γίνεται αυτό;

Όπως άλλες κεντρικές τράπεζες, η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες των χωρών της ζώνης του ευρώ αποκομίζουν έσοδα από διάφορες πηγές, μεταξύ άλλων από τους τόκους επί των δανείων προς εμπορικές τράπεζες, τους τόκους επί των ομολόγων που αγοράζονται στο πλαίσιο των προγραμμάτων αγοράς στοιχείων ενεργητικού και τους τόκους επί των συναλλαγματικών διαθεσίμων και επενδύσεων. Όλα αυτά είναι στοιχεία ενεργητικού τα οποία διακρατεί η ΕΚΤ ή/και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες.

Από την άλλη, τα στοιχεία παθητικού μας αποτελούνται κατά μεγάλο μέρος από τα τραπεζογραμμάτια που έχετε στο πορτοφόλι σας, τα οποία δεν αποφέρουν τόκο και αποτελούν τη βάση του νομισματικού μας εισοδήματος. Άλλο σημαντικό στοιχείο παθητικού είναι και οι καταθέσεις που τηρούν οι εμπορικές τράπεζες σε εμάς, για τις οποίες λαμβάνουν τόκο που για εμάς αποτελεί έξοδο. Πρόκειται για μια βασική συνιστώσα της νομισματικής πολιτικής μας επειδή, για παράδειγμα, αν αυξήσουμε το επιτόκιο που οι τράπεζες εισπράττουν για τις καταθέσεις που τηρούν στην κεντρική τράπεζα, αυτές το μετακυλίουν στους πελάτες τους. Αυτό τονώνει την αποταμίευση και περιορίζει τις δαπάνες, επιβραδύνοντας την οικονομία και, ως εκ τούτου, ασκώντας καθοδική πίεση στον πληθωρισμό.

Μπορεί επίσης οι τόκοι-έξοδα που καταβάλλουμε στις τράπεζες να μην αντισταθμίζονται βραχυπρόθεσμα από ισοδύναμη αύξηση των εσόδων από τα στοιχεία ενεργητικού που διακρατούμε, ιδίως εάν αυτά τα στοιχεία έχουν τοκομερίδιο σταθερού επιτοκίου και μακρά διάρκεια. Όπως άλλες σημαντικές κεντρικές τράπεζες, αγοράσαμε ομόλογα του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα με πιο μακροπρόθεσμες διάρκειες προκειμένου να μειώσουμε τα επιτόκια σε μια περίοδο κατά την οποία τα επιτόκια πολιτικής μας είχαν προσεγγίσει το επίπεδο που στην πράξη είναι το ελάχιστο δυνατό (effective lower bound). Αυτό ήταν απαραίτητο για να στηρίξουμε την επάνοδο του πληθωρισμού –ο οποίος ήταν υπερβολικά χαμηλός για παρατεταμένη χρονική περίοδο– στον στόχο μας. Ένας από τους διαύλους μέσω των οποίων οι αγορές στοιχείων ενεργητικού οδήγησαν σε μείωση των επιτοκίων ήταν η μεταφορά μέρους του κινδύνου των μελλοντικών μεταβολών των επιτοκίων από την αγορά στους ισολογισμούς των κεντρικών τραπεζών. Αυτός ο κίνδυνος αρχίζει να εκδηλώνεται σήμερα σε όλο τον κόσμο, καθώς μια σειρά πρωτόγνωρων διαταραχών οδήγησε σε πρωτοφανείς υψηλούς ρυθμούς πληθωρισμού, τους οποίους πρέπει να καταπολεμήσουμε αυξάνοντας τα επιτόκια. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα την αύξηση των τόκων-εξόδων που καταβάλλουμε στις τράπεζες. Στην περίπτωση αυτή, τα κέρδη μας μειώνονται και μπορεί ακόμη και να υποστούμε ζημίες.

Με την πάροδο του χρόνου, οι ζημίες αυτές θα μειωθούν καθώς θα αυξηθούν τα έσοδα των κεντρικών τραπεζών από τη διακράτηση ομολόγων και λοιπών στοιχείων ενεργητικού και τη χορήγηση δανείων. Επιπλέον, οι ζημίες θα μπορούσαν επίσης να μειωθούν εάν περιορίζαμε τα στοιχεία ενεργητικού μας και σημειωνόταν μείωση των καταθέσεων των εμπορικών τραπεζών στις εθνικές κεντρικές τράπεζες. Τελικά, η επάνοδος σε ένα θετικό περιβάλλον επιτοκίων στηρίζει την κερδοφορία του Ευρωσυστήματος μεσοπρόθεσμα.

Τι συμβαίνει σε περίπτωση κέρδους;

Αν πραγματοποιήσουμε κέρδη, μπορεί να χρησιμοποιήσουμε κάποια χρήματα για τον σχηματισμό γενικών προβλέψεων και αποθεματικών ώστε να διασφαλίσουμε την προστασία μας έναντι πιθανών μελλοντικών ζημιών. Τυχόν εναπομένοντα κέρδη θα κατανεμηθούν στη συνέχεια μεταξύ των εθνικών κεντρικών τραπεζών των χωρών της ζώνης του ευρώ, οι οποίες είναι οι μέτοχοι της ΕΚΤ. 

Οι εθνικές κεντρικές τράπεζες μπορούν επίσης να πράξουν το ίδιο, αλλά τα εναπομένοντα κέρδη τους συνήθως καταλήγουν στην κυβέρνηση της χώρας, συνεισφέροντας έτσι στον προϋπολογισμό της. Αυτό λειτουργεί προς όφελος των πολιτών της ζώνης του ευρώ.

Και τι γίνεται σε περίπτωση ζημίας;

Το σημαντικότερο για εμάς είναι η αποστολή που μας έχει ανατεθεί για διαφύλαξη της σταθερότητας των τιμών. Αυτό υπερισχύει όλων των άλλων ζητημάτων. Θα εφαρμόσουμε τις σωστές πολιτικές για την επίτευξη του στόχου μας για τον πληθωρισμό, ακόμη και αν αυτό έχει ως αποτέλεσμα λιγότερα κέρδη ή ακόμη και ζημίες. Αν καταγράψουμε ζημία, κατ' αρχάς θα χρησιμοποιήσουμε τις προβλέψεις που σχηματίσαμε τα προηγούμενα χρόνια. Η ΕΚΤ και άλλες κεντρικές τράπεζες της ζώνης του ευρώ έχουν πραγματοποιήσει σημαντικά κέρδη εδώ και αρκετά χρόνια –τα κέρδη προ φόρων και γενικών προβλέψεων ανήλθαν σε περίπου 300 δισεκ. ευρώ μεταξύ 2012 και 2021– σε μεγάλο βαθμό χάρη στη νομισματική πολιτική που ασκήθηκε κατά τη διάρκεια αυτών των ετών, ιδίως στα προγράμματα αγοράς στοιχείων ενεργητικού και στην καταβολή αρνητικών τόκων – δηλ. στην είσπραξη τόκων – επί των τραπεζικών καταθέσεων. Έχοντας επίγνωση των χρηματοοικονομικών κινδύνων που αναλαμβάνουμε, χρησιμοποιήσαμε μέρος αυτών των κερδών για να σχηματίσουμε χρηματοοικονομικά αποθέματα ασφαλείας, όπως γενικές προβλέψεις και αποθεματικά, εντός των καταστατικών μας ορίων. Επιπλέον, ορισμένα χρηματοοικονομικά αποθέματα ασφαλείας δημιουργούνται από την αναπροσαρμογή της αξίας ορισμένων στοιχείων ενεργητικού των κεντρικών τραπεζών. Αυτά αποτελούν επίσης μέρος της καθαρής μας θέσης και συμβάλλουν στην οικονομική μας ευρωστία.

Σε ό,τι αφορά την ΕΚΤ, εάν η γενική πρόβλεψη έναντι κινδύνων δεν επαρκεί, οι εθνικές κεντρικές τράπεζες των χωρών της ζώνης του ευρώ μπορεί να καλύψουν την εναπομένουσα ζημία με δικά τους έσοδα από πράξεις νομισματικής πολιτικής. Κάθε επιπλέον ποσό μπορεί να καταγραφεί στον ισολογισμό της ΕΚΤ, για να αντισταθμιστεί από τυχόν καθαρά έσοδα στο μέλλον. Μπορείτε να μάθετε περισσότερα για τις διαδικασίες επιμερισμού των κερδών και των ζημιών σε αυτό το τεύχος της σειράς Occasional Papers.

Είναι σημαντικό να θυμάστε ότι οι κεντρικές τράπεζες δεν είναι όπως οι συνήθεις επιχειρήσεις: μπορούν να καταγράψουν ζημίες αλλά συνεχίζουν να λειτουργούν αποτελεσματικά. Πάντως, η αρχή της οικονομικής ανεξαρτησίας συνεπάγεται ότι οι εθνικές κεντρικές τράπεζες θα πρέπει τελικά να διαθέτουν πάντοτε επαρκή κεφάλαια.

Συνοπτικά, τα χρηματοοικονομικά αποθέματα ασφαλείας, τα πλαίσια διαχείρισης κινδύνων και άλλες δικλίδες ασφαλείας που έχουμε στη διάθεσή μας διασφαλίζουν ότι τυχόν ζημίες δεν θα επηρεάσουν αρνητικά την ικανότητα του Ευρωσυστήματος να επιδιώκει και να διατηρεί τη σταθερότητα των τιμών.