Ευρωπαϊκές σχέσεις

Εισαγωγή

Η ενότητα αυτή περιέχει πληροφορίες για τις σχέσεις που διατηρεί η ΕΚΤ με άλλα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και οργανισμούς. Επεξηγεί επίσης τη διάρθρωση και τη λειτουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ).

Περισσότερες πληροφορίες σχετικά με πρόσθετες υποχρεώσεις λογοδοσίας της ΕΚΤ σε σχέση με τις εποπτικές λειτουργίες και αρμοδιότητές της παρέχει ο δικτυακός τόπος σχετικά με την τραπεζική εποπτεία.

  • Η ΕΚΤ λειτουργεί με πλήρη ανεξαρτησία κατά την εκπλήρωση της αποστολής και των καθηκόντων της. Κατά συνέπεια, υπόκειται σε πολύ αυστηρές απαιτήσεις λογοδοσίας έναντι των Ευρωπαίων πολιτών και των εκλεγμένων αντιπροσώπων τους, δηλαδή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
  • Στην πράξη, η ΕΚΤ συμμετέχει σε τακτικό διάλογο με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, κυρίως μέσω των τριμηνιαίων ακροάσεων του Προέδρου της ενώπιον της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής του Κοινοβουλίου, καθώς και μέσω της παρουσίασης της Ετήσιας Έκθεσης της ΕΚΤ από τον Πρόεδρό της στην Ολομέλεια του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Προσκλήσεις σε ακρόαση ενώπιον της Επιτροπής Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής λαμβάνουν και άλλα μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής.
  • Επιπλέον, η ΕΚΤ απαντά σε γραπτές ερωτήσεις των μελών του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, οι οποίες δημοσιεύονται - μαζί με τις απαντήσεις της ΕΚΤ - στην Επίσημη Εφημερίδα της ΕΕ και στην ενότητα του παρόντος δικτυακού τόπου που αφορά τις δημοσιεύσεις της ΕΚΤ (Publications).

Περισσότερα

  • Η δημιουργία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης (ΟΝΕ) και η εισαγωγή του ευρώ δικαίως θεωρούνται ένα από τα μεγαλύτερα επιτεύγματα της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Η διαδικασία ολοκλήρωσης ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του '50, με τη "Δήλωση Schuman" και με τη μετέπειτα δημιουργία της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Άνθρακα και Χάλυβα από έξι ευρωπαϊκές χώρες (βλ. Κυριότερες χρονολογίες της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης).
  • Μετά την υπογραφή των Συνθηκών της Ρώμης που ίδρυσαν την Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα το 1957, η διαδικασία ολοκλήρωσης διευρύνθηκε αφενός με την προσχώρηση νέων μελών και αφετέρου με τη συμπερίληψη περισσότερων τομέων πολιτικής. Το 1992, τα κράτη μέλη υπέγραψαν τη Συνθήκη του Μάαστριχτ, η οποία άνοιξε τον δρόμο για τη δημιουργία της ΟΝΕ σε τρία στάδια (Οικονομική και Νομισματική Ένωση). Στην ΟΝΕ η νομισματική και η συναλλαγματική πολιτική ασκούνται στο επίπεδο της ζώνης του ευρώ, ενώ η οικονομική πολιτική εξακολουθεί να εμπίπτει, κατά κύριο λόγο, στην αρμοδιότητα των κρατών μελών, εντός ενός ευρωπαϊκού πλαισίου (βλ. Πλαίσιο πολιτικής εντός της ΟΝΕ).
  • Η ΕΚΤ ιδρύθηκε την 1η Ιουνίου 1998 και ανέλαβε την αρμοδιότητα για την άσκηση της ενιαίας νομισματικής πολιτικής την 1η Ιανουαρίου 1999. Αν και η ΕΚΤ είναι πλήρως ενσωματωμένη στο θεσμικό πλαίσιο της ΕΕ, η Συνθήκη της παραχωρεί ειδικό καθεστώς. Πιο συγκεκριμένα, η ΕΚΤ λειτουργεί με πλήρη ανεξαρτησία (βλ. Ανεξαρτησία) κατά την εκπλήρωση της αποστολής και των καθηκόντων της.
  • Βάσει της Συνθήκης της Λισαβόνας, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 1η Δεκεμβρίου 2009, η ΕΚΤ έγινε θεσμικό όργανο της ΕΕ. Η διάταξη αυτή θεσπίστηκε με σκοπό να ενισχυθεί η διαφάνεια του θεσμικού πλαισίου της ΕΕ. Δεν έχει σημαντικές συνέπειες ως προς τη λειτουργία της ΕΚΤ ή του ΕΣΚΤ/του Ευρωσυστήματος.
  • Η ΕΚΤ συνεργάζεται με άλλα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα και οργανισμούς για διάφορους λόγους οικονομικής, λειτουργικής και νομικής φύσης. Πιο συγκεκριμένα, η ΕΚΤ διατηρεί σχέσεις με το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, το Συμβούλιο της ΕΕ (ECOFIN) και την Ευρωομάδα (Eurogroup), καθώς και με τις διάφορες προπαρασκευαστικές τους επιτροπές (όπως η Οικονομική και Δημοσιονομική Επιτροπή και η Επιτροπή Οικονομικής Πολιτικής), το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Ευρωπαϊκό Ελεγκτικό Συνέδριο και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (βλ. Ευρωπαϊκή συνεργασία).