Συνοπτική παρουσίαση

Έπειτα από μια υποτονική ανάπτυξη το β΄ τρίμηνο του 2019, οι πρόσφατοι βραχυπρόθεσμοι δείκτες υποδηλώνουν ότι η ανάκαμψη το β΄ εξάμηνο του έτους η οποία είχε προβλεφθεί στις προηγούμενες προβολές θα αναβληθεί. Οι δείκτες οικονομικού κλίματος εξακολούθησαν να επιδεινώνονται τους τελευταίους μήνες, ιδίως στον βιομηχανικό τομέα. Αυτό αντανακλά τη συνεχιζόμενη εξασθένηση του παγκόσμιου εμπορίου σε ένα περιβάλλον συνεχιζόμενων παγκόσμιων αβεβαιοτήτων, όπως ο αυξημένος προστατευτισμός, το ενδεχόμενο εντονότερης επιβράδυνσης στην Κίνα και μια άτακτη αποχώρηση του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ένωση (Brexit). Αυτοί οι παράγοντες επηρεάζουν αρνητικά τις επιχειρηματικές προσδοκίες στον τομέα της μεταποίησης και αναμένεται να συνεχίσουν να παρεμποδίζουν την οικονομική δραστηριότητα της ζώνης του ευρώ βραχυπρόθεσμα. Ταυτόχρονα, το κλίμα στους τομείς των υπηρεσιών και των κατασκευών που είναι προσανατολισμένοι προς την εγχώρια αγορά, καθώς και η εμπιστοσύνη των καταναλωτών, εξακολουθούν να δείχνουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, ενώ η κατάσταση στην αγορά εργασίας συνέχισε να βελτιώνεται. Το βασικό σενάριο ενσωματώνει την τεχνική υπόθεση για σημαντικά χαμηλότερα επιτόκια αντανακλώντας τις προσδοκίες της αγοράς, την υπόθεση για συντεταγμένο Brexit και κάποια δημοσιονομική χαλάρωση – όλα αυτά αναμένεται να στηρίξουν την επάνοδο στην τροχιά μεσοπρόθεσμης ανάπτυξης η οποία είχε προβλεφθεί στις προβολές του Ιουνίου 2019. Επιπροσθέτως, έχοντας φθάσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα το 2019, η εξωτερική ζήτηση αναμένεται να ανακάμψει και να παρέχει ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα κατά το υπόλοιπο του χρονικού ορίζοντα προβολής. Συνολικά, ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ θα διαμορφωθεί, βάσει των προβολών, σε 1,1% το 2019 και στη συνέχεια θα επιταχυνθεί σταδιακά σε 1,4% το 2021. Σε σύγκριση με τις προβολές του Ιουνίου 2019, οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές επιδεινώθηκαν λόγω των χαμηλότερων δεικτών εμπιστοσύνης και των συνεχιζόμενων παγκόσμιων αβεβαιοτήτων, με αποτέλεσμα αναθεωρήσεις προς τα κάτω για το 2019 και το 2020, οι οποίες για το 2020 οφείλονται κυρίως σε μεταφερόμενες επιδράσεις. Πέραν του βραχυπρόθεσμου ορίζοντα, ο αντίκτυπος των αρνητικών εξωτερικών διαταραχών αντισταθμίζεται σε γενικές γραμμές από τον αντίκτυπο των πολύ ευνοϊκών συνθηκών χρηματοδότησης και των χαμηλότερων τιμών του πετρελαίου.

Ο πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) αναμένεται να υποχωρήσει το τρέχον έτος, να παραμένει χαμηλός το επόμενο έτος και στη συνέχεια να ανακάμψει και να διαμορφωθεί σε 1,5% το 2021. Ο πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) χωρίς την ενέργεια και τα είδη διατροφής θα αυξηθεί ελαφρώς μέχρι το τέλος του 2019, δεν θα σημειώσει αξιόλογη μεταβολή στη διάρκεια του 2020 και στη συνέχεια θα ενισχυθεί το 2021, υποβοηθούμενος από την αναμενόμενη ανάκαμψη της δραστηριότητας και τη συνακόλουθη ανάκαμψη των περιθωρίων κέρδους καθώς οι προηγούμενες αυξήσεις του κόστους εργασίας θα ενσωματώνονται στις τιμές. Σε σύγκριση με τις προβολές του Ιουνίου 2019, ο πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) έχει αναθεωρηθεί προς τα κάτω, σε μεγάλο βαθμό λόγω της συνιστώσας της ενέργειας η οποία αναθεωρήθηκε σημαντικά προς τα κάτω τόσο για το 2019 όσο και για το 2020, λόγω των χαμηλότερων τιμών του πετρελαίου. Επιπροσθέτως, ο πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) χωρίς την ενέργεια και τα είδη διατροφής έχει επίσης αναθεωρηθεί προς τα κάτω, αντανακλώντας χαμηλότερα καταγραφόμενα στοιχεία, υποτονικότερη δραστηριότητα, έμμεσες επιδράσεις από τις χαμηλότερες τιμές της ενέργειας και συστηματικές υπερεκτιμήσεις σε μακρά σειρά προηγούμενων προβολών.[1]


1 Πραγματική οικονομία

Ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ στη ζώνη του ευρώ επιβραδύνθηκε σε 0,2% το β΄ τρίμηνο του 2019, καθώς ο ρυθμός ανόδου των εξαγωγών υποχώρησε έντονα (βλ. Διάγραμμα 1). Ο ρυθμός ανάπτυξης το β΄ τρίμηνο διαμορφώθηκε όπως αναμενόταν στις προβολές του Ιουνίου 2019. Παρότι επιβραδύνθηκε ελαφρώς το β΄ τρίμηνο του 2019, η εγχώρια ζήτηση εξακολούθησε να αποτελεί τον κύριο παράγοντα ώθησης της ανάπτυξης, ενώ η συμβολή του εμπορικού ισοζυγίου έγινε αρνητική.

Διάγραμμα 1

Πραγματικό ΑΕΠ της ζώνης του ευρώ

(τριμηνιαίες ποσοστιαίες μεταβολές, εποχικώς διορθωμένα στοιχεία και στοιχεία διορθωμένα βάσει των εργάσιμων ημερών)

Σημείωση: Τα διαστήματα που παρουσιάζονται γύρω από τις κεντρικές προβολές βασίζονται στις διαφορές μεταξύ των πραγματοποιήσεων και των προηγούμενων προβολών που είχαν καταρτιστεί επί σειρά ετών. Το εύρος κάθε διαστήματος είναι διπλάσιο από τον μέσο όρο της διαφοράς, σε απόλυτες τιμές. Η μέθοδος που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των διαστημάτων, βάσει της οποίας γίνεται και η διόρθωση για έκτακτα γεγονότα, περιγράφεται στο κείμενο με τίτλο «New procedure for constructing Eurosystem and ECB staff projection ranges», ΕΚΤ, Δεκέμβριος 2009, το οποίο διατίθεται στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ.

Οι βραχυπρόθεσμοι δείκτες δείχνουν εξασθένηση της ανάπτυξης το β΄ εξάμηνο του 2019. Ο Δείκτης Οικονομικού Κλίματος (Economic Sentiment Indicator - ESI) που καταρτίζει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή συνέχισε να υποχωρεί τους τελευταίους μήνες, επηρεαζόμενος κυρίως από τον δείκτη εμπιστοσύνης του τομέα της μεταποίησης, ο οποίος υποχώρησε ακόμη πιο κάτω από το μέσο μακροχρόνιο επίπεδό του. Αυτό φαίνεται να αντικατοπτρίζει τη συνεχιζόμενη εξασθένηση του παγκόσμιου εμπορίου, καθώς και τον αντίκτυπο της παγκόσμιας αβεβαιότητας, ιδίως σε ό,τι αφορά τις εμπορικές διενέξεις σε παγκόσμιο επίπεδο, το ενδεχόμενο ενός Brexit χωρίς συμφωνία και τους κινδύνους μιας εντονότερης επιβράδυνσης στην Κίνα. Αντιθέτως, οι δείκτες εμπιστοσύνης στους τομείς των υπηρεσιών και των κατασκευών που είναι περισσότερο προσανατολισμένοι προς την εγχώρια αγορά, καθώς και ο δείκτης εμπιστοσύνης των καταναλωτών, εξακολούθησαν να παρουσιάζουν μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, παρά κάποιες μειώσεις τον Αύγουστο. Οι πιο πρόσφατες εξελίξεις στους Δείκτες Υπευθύνων Προμηθειών (Purchasing Managers’ Index – PMI) επιβεβαιώνουν αυτήν την απόκλιση μεταξύ των τομέων. Συνολικά, οι πιο πρόσφατοι δείκτες υποδηλώνουν ότι η υποτονική ανάπτυξη που παρατηρήθηκε το β΄ τρίμηνο θα συνεχιστεί το β΄ εξάμηνο του 2019, υπό την επίδραση της αρνητικής συμβολής του εμπορικού ισοζυγίου, ενώ η εγχώρια ζήτηση αναμένεται να παραμείνει σχετικά ανθεκτική.

Μεσοπρόθεσμα, το βασικό σενάριο υποθέτει ότι οι παγκόσμιες δυσμενείς επιδράσεις θα εξαλειφθούν σταδιακά, επιτρέποντας στους θεμελιώδεις παράγοντες που στηρίζουν την οικονομική μεγέθυνση της ζώνης του ευρώ να ισχυροποιηθούν εκ νέου (βλ. Πίνακα 1). Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με την υπόθεση του βασικού σεναρίου, το Ηνωμένο Βασίλειο θα αποχωρήσει από την ΕΕ συντεταγμένα και δεν θα ληφθούν περαιτέρω μέτρα προστατευτισμού (πέραν αυτών που έχουν ήδη ανακοινωθεί), οπότε μειώνονται και οι πιθανότητες εντονότερης επιβράδυνσης στην Κίνα. Ως εκ τούτου, το τρέχον επίπεδο αβεβαιότητας θα μειωθεί σταδιακά, επιτρέποντας στους θεμελιώδεις παράγοντες που στηρίζουν την ανάπτυξη να ισχυροποιηθούν εκ νέου. Η κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ αναμένεται να παραμείνει πολύ διευκολυντική και να συνεχίσει να μεταδίδεται στην οικονομία. Πιο συγκεκριμένα, οι τεχνικές υποθέσεις υποδηλώνουν ότι στο τέλος του χρονικού ορίζοντα προβολής τα ονομαστικά επιτόκια θα εξακολουθούν να βρίσκονται κάτω από τα πολύ χαμηλά επίπεδα στα οποία είχαν διαμορφωθεί στα μέσα του 2019. Οι χορηγήσεις προς τον μη χρηματοπιστωτικό ιδιωτικό τομέα αναμένεται επίσης να ενισχυθούν συγκρατημένα προς το τέλος του χρονικού ορίζοντα προβολής, ωθούμενες από τη βελτίωση του μακροοικονομικού περιβάλλοντος, τα πολύ χαμηλά επιτόκια και τους ευνοϊκούς όρους χορήγησης τραπεζικών δανείων τόσο για τα νοικοκυριά όσο και για τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Οι μειωμένες ανάγκες απομόχλευσης στους επιμέρους τομείς και τα αυξανόμενα κέρδη θα συμβάλουν επίσης στον δυναμισμό της ιδιωτικής δαπάνης. Η αύξηση της ιδιωτικής κατανάλωσης και των επενδύσεων σε κατοικίες αναμένεται επίσης να ωφεληθεί από τη σχετικά σθεναρή αύξηση των μισθών και τη σχετικά εύρωστη καθαρή περιουσιακή θέση, καθώς και από τη μείωση της ανεργίας. Οι εξαγωγές της ζώνης του ευρώ αναμένεται να ωφεληθούν από την προβλεπόμενη ανάκαμψη της εξωτερικής ζήτησης. Τέλος, η κατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής αναμένεται να είναι ελαφρώς επεκτατική σε όλη τη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής (βλ. Ενότητα 3).

Ωστόσο, η σταδιακή εξάλειψη ορισμένων ευνοϊκών παραγόντων εκτιμάται ότι θα οδηγήσει σε βραδύτερη ανάπτυξη προς το τέλος του χρονικού ορίζοντα προβολής. Οι επιχειρηματικές επενδύσεις αναμένεται να εξασθενήσουν στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής, αντανακλώντας μια παρατεταμένη περίοδο χαμηλών επιπέδων επιχειρηματικών προσδοκιών και τη λήξη της ισχύος ορισμένων φορολογικών κινήτρων. Ο ρυθμός αύξησης της απασχόλησης αναμένεται επίσης να επιβραδυνθεί μεσοπρόθεσμα, αντανακλώντας κυρίως την εμφάνιση ολοένα πιο δεσμευτικών ελλείψεων στην προσφορά εργασίας σε ορισμένες χώρες.

Πίνακας 1

Μακροοικονομικές προβολές για τη ζώνη του ευρώ

(ετήσιες ποσοστιαίες μεταβολές)

Σημείωση: Το πραγματικό ΑΕΠ και οι συνιστώσες του, το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος, η μισθολογική δαπάνη ανά μισθωτό και η παραγωγικότητα της εργασίας βασίζονται σε εποχικώς διορθωμένα στοιχεία και στοιχεία διορθωμένα ως προς τον αριθμό των εργάσιμων ημερών.
1) Τα διαστήματα που παρουσιάζονται γύρω από τις προβολές βασίζονται στις διαφορές μεταξύ των πραγματοποιήσεων και των προηγούμενων προβολών που είχαν καταρτιστεί επί σειρά ετών. Το εύρος κάθε διαστήματος είναι διπλάσιο από τον μέσο όρο της διαφοράς, σε απόλυτες τιμές. Η μέθοδος που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των διαστημάτων, βάσει της οποίας γίνεται και η διόρθωση για έκτακτα γεγονότα, περιγράφεται στο κείμενο με τίτλο «New procedure for constructing Eurosystem and ECB staff projection ranges», ΕΚΤ, Δεκέμβριος 2009, το οποίο διατίθεται στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ.
2) Συμπεριλαμβάνεται το εμπόριο μεταξύ των χωρών της ζώνης του ευρώ.
3) Ο υποδείκτης βασίζεται σε εκτιμήσεις των επιδράσεων της έμμεσης φορολογίας. Αυτός ενδέχεται να διαφέρει από τα στοιχεία της Eurostat, τα οποία υποθέτουν πλήρη και άμεση μετακύλιση των μεταβολών της φορολογίας στον ΕνΔΤΚ.
4) Υπολογίζεται ως το δημοσιονομικό αποτέλεσμα χωρίς τις πρόσκαιρες επιδράσεις του οικονομικού κύκλου και τα μέτρα προσωρινού χαρακτήρα που λαμβάνουν οι κυβερνήσεις.

Ο ρυθμός ανόδου του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος αναμένεται να ενισχυθεί το 2019 και στη συνέχεια να εξασθενήσει το 2020 και το 2021. Η ενίσχυση το 2019 αντικατοπτρίζει την επιτάχυνση του ρυθμού αύξησης του ονομαστικού διαθέσιμου εισοδήματος και τη μείωση του πληθωρισμού των τιμών καταναλωτή. Τόσο η επιβραδυνόμενη αύξηση του ονομαστικού εισοδήματος όσο και ο σταδιακά υψηλότερος πληθωρισμός αναμένεται να επηρεάσουν αρνητικά την αύξηση του πραγματικού εισοδήματος το 2020 και το 2021. Η συμβολή των ακαθάριστων μισθών και ημερομισθίων στην αύξηση του ονομαστικού διαθέσιμου εισοδήματος αναμένεται, βάσει των προβολών, να μειωθεί το 2020 (λόγω της επίδρασης της ασθενέστερης αύξησης της απασχόλησης) και να παραμείνει σε γενικές γραμμές αμετάβλητη το 2021. Τα λοιπά ατομικά εισοδήματα αναμένεται, βάσει των προβολών, να αυξηθούν συγκρατημένα στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής. Η συμβολή των καθαρών δημοσιονομικών μεταβιβάσεων αναμένεται να γίνει θετική το 2019, για πρώτη φορά μετά το 2010, αντανακλώντας έναν συνδυασμό περικοπών της άμεσης φορολογίας και αυξανόμενων μεταβιβάσεων προς τα νοικοκυριά. Αυτή η θετική συμβολή αναμένεται να μειωθεί το 2020 και να γίνει σε γενικές γραμμές ουδέτερη το 2021, στο πλαίσιο των οριακά μικρότερων μεταβιβάσεων προς τα νοικοκυριά και της σταδιακά αυξανόμενης άμεσης φορολογίας.

Ο ρυθμός αύξησης της ιδιωτικής κατανάλωσης επιβραδύνθηκε ελαφρά το β΄ τρίμηνο του 2019, εν μέρει λόγω της εξάλειψης μιας πρόσκαιρης ώθησης που είχε παρατηρηθεί στις αρχές του έτους, αλλά εκτιμάται ότι θα παραμείνει ισχυρός στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής. Η εμπιστοσύνη των καταναλωτών, η οποία παραμένει σχετικά ευνοϊκή, οι αναμενόμενες περαιτέρω βελτιώσεις των συνθηκών στην αγορά εργασίας και η συνεχιζόμενη αύξηση της πραγματικής μισθολογικής δαπάνης ανά απασχολούμενο υποδηλώνουν περαιτέρω σταθερή άνοδο της κατανάλωσης στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής, η οποία υποστηρίζεται επίσης από τις θετικές επιδράσεις κάποιας δημοσιονομικής χαλάρωσης σε ορισμένες χώρες.

Η άνοδος της ιδιωτικής κατανάλωσης αναμένεται να στηριχθεί από τις ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης και την αυξανόμενη καθαρή περιουσιακή θέση. Τα ονομαστικά τραπεζικά επιτόκια χορηγήσεων θα μειωθούν, βάσει των προβολών, περαιτέρω σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, στη συνέχεια θα σταθεροποιηθούν και θα αυξηθούν συγκρατημένα το 2021. Τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων προβλέπεται να παραμείνουν κάπως χαμηλότερα από τα επίπεδα στα οποία είχαν διαμορφωθεί στα μέσα του 2019 μέχρι το τέλος του χρονικού ορίζοντα προβολής, ενώ τα επιτόκια της καταναλωτικής πίστης αναμένεται να υπερβούν ελαφρώς τα σημερινά επίπεδά τους. Δεδομένου ότι τα τραπεζικά επιτόκια χορηγήσεων θα παραμείνουν, βάσει των προβολών, σε χαμηλά επίπεδα και οι τραπεζικές χορηγήσεις προς τα νοικοκυριά αναμένεται να ενισχυθούν μόνο συγκρατημένα το τρέχον έτος και τα προσεχή έτη, οι ακαθάριστες δαπάνες για τόκους αναμένεται να παραμείνουν σε χαμηλά επίπεδα και, επομένως, να συνεχίσουν να στηρίζουν την ιδιωτική κατανάλωση. Ταυτόχρονα, τα ακαθάριστα έσοδα από τόκους θα αυξηθούν ελαφρώς, βάσει των προβολών, κυρίως λόγω της συνεχιζόμενης συσσώρευσης τοκοφόρων στοιχείων ενεργητικού. Επιπροσθέτως, η καθαρή περιουσιακή θέση αναμένεται, βάσει των προβολών, να αυξηθεί περαιτέρω, ωθούμενη από τις συνεχιζόμενες ισχυρές υπεραξίες επί ακινήτων στις οποίες αποδίδεται πάνω από το 50% της προβλεπόμενης αύξησης. Σε συνδυασμό με την πρόοδο που έχει επιτευχθεί ως προς την απομόχλευση, η άνοδος της καθαρής περιουσιακής θέσης αναμένεται επίσης να στηρίξει την κατανάλωση.

Πλαίσιο 1
Τεχνικές υποθέσεις όσον αφορά τα επιτόκια, τις συναλλαγματικές ισοτιμίες και τις τιμές των βασικών εμπορευμάτων

Σε σύγκριση με τις προβολές του Ιουνίου 2019, οι τεχνικές υποθέσεις περιλαμβάνουν χαμηλότερες τιμές του πετρελαίου και σημαντικά χαμηλότερα επιτόκια. Οι τεχνικές υποθέσεις που αφορούν τα επιτόκια και τις τιμές των βασικών εμπορευμάτων βασίζονται στις προσδοκίες της αγοράς σύμφωνα με στοιχεία έως και τις 19 Αυγούστου 2019. Τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια αφορούν το EURIBOR τριών μηνών, ενώ οι προσδοκίες της αγοράς εξάγονται από τα επιτόκια των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης. Σύμφωνα με τη μεθοδολογία, το μέσο επίπεδο αυτών των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων εκτιμάται σε -0,4% για το 2019 και σε -0,6% για το 2020 και το 2021. Οι προσδοκίες της αγοράς για τις ονομαστικές αποδόσεις των 10ετών ομολόγων του Δημοσίου στη ζώνη του ευρώ υποδηλώνουν μέσο επίπεδο 0,4% για το 2019, 0,1% για το 2020 και 0,2% για το 2021.[2] Σε σύγκριση με τις προβολές του Ιουνίου 2019, οι προσδοκίες της αγοράς για τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια έχουν αναθεωρηθεί προς τα κάτω κατά περίπου 10 μονάδες βάσης για το 2019, κατά 30 μονάδες βάσης για το 2020 και κατά περίπου 40 μονάδες βάσης για το 2021, ενώ οι ονομαστικές αποδόσεις των 10ετών ομολόγων του Δημοσίου στη ζώνη του ευρώ έχουν αναθεωρηθεί προς τα κάτω κατά περίπου 40 μονάδες βάσης για το 2019, κατά 80 μονάδες βάσης για το 2020 και κατά περίπου 90 μονάδες βάσης για το 2021.

Όσον αφορά τις τιμές των βασικών εμπορευμάτων, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις για τις μελλοντικές εξελίξεις των τιμών που προκύπτουν από τις αγορές των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης με βάση τον μέσο όρο του διαστήματος δύο εβδομάδων που έληξε στις 19 Αυγούστου 2019, η τιμή του αργού πετρελαίου τύπου Brent ανά βαρέλι εκτιμάται, βάσει των υποθέσεων, ότι θα μειωθεί από 71,1 δολάρια ΗΠΑ το 2018 σε 62,5 δολάρια ΗΠΑ το 2019 και ότι θα μειωθεί περαιτέρω σε 56,3 δολάρια ΗΠΑ το 2021. Αυτή η εξέλιξη συνεπάγεται ότι η μείωση των τιμών του πετρελαίου σε δολάρια ΗΠΑ θα είναι πιο έντονη από ό,τι είχε υποτεθεί στις προβολές του Ιουνίου 2019. Οι τιμές των μη ενεργειακών βασικών εμπορευμάτων σε δολάρια ΗΠΑ εκτιμάται, βάσει των υποθέσεων, ότι θα μειωθούν το 2019 και ότι θα ανακάμψουν τα επόμενα έτη του χρονικού ορίζοντα προβολής.

Βάσει των υποθέσεων, στον χρονικό ορίζοντα προβολής οι διμερείς συναλλαγματικές ισοτιμίες θα παραμείνουν αμετάβλητες στα μέσα επίπεδα που επικρατούσαν το διάστημα δύο εβδομάδων που έληξε στις 19 Αυγούστου 2019. Αυτό συνεπάγεται μέση συναλλαγματική ισοτιμία δολαρίου ΗΠΑ ανά ευρώ ίση προς 1,12 για την περίοδο 2019-21, όπως στις προβολές του Ιουνίου 2019. Η σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ (έναντι 38 εμπορικών εταίρων) ανατιμήθηκε συγκρατημένα σε σύγκριση με τις προβολές του Ιουνίου 2019, αντανακλώντας τη σχετική ισχύ του ευρώ έναντι της λίρας Αγγλίας καθώς και έναντι του γιουάν και άλλων νομισμάτων αναδυόμενων αγορών.

Τεχνικές υποθέσεις

Η αύξηση των επενδύσεων σε κατοικίες αναμένεται να συνεχιστεί, αν και με πιο συγκρατημένο ρυθμό. Η ανάκαμψη των επενδύσεων σε κατοικίες φαίνεται να έχασε μέρος της δυναμικής της στη διάρκεια του 2018, κυρίως στην Ισπανία, τη Γαλλία και τις Κάτω Χώρες, έπειτα από μια περίοδο πολύ ισχυρής αύξησης το 2017. Ο ρυθμός αύξησης των επενδύσεων σε κατοικίες αναμένεται να μετριαστεί στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής. Αυτή η εξασθένηση προκύπτει από τη μείωση των οικοδομικών αδειών που χορηγήθηκαν τους τελευταίους μήνες και από πρόσφατες δειγματοληπτικές έρευνες που έδειξαν μείωση του ποσοστού των νοικοκυριών που προγραμματίζουν να ξεκινήσουν επισκευαστικές εργασίες το επόμενο έτος, παρότι αυξημένος αριθμός νοικοκυριών δηλώνει ότι σκοπεύει να αγοράσει ή να κατασκευάσει κατοικία εντός των επόμενων δύο ετών. Επιπλέον, οι περιορισμοί όσον αφορά το παραγωγικό δυναμικό στον κατασκευαστικό τομέα αναμένεται να είναι ολοένα πιο δεσμευτικοί, ιδίως στη Γερμανία και τις Κάτω Χώρες. Οι δυσμενείς δημογραφικές τάσεις σε ορισμένες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Γερμανίας και της Γαλλίας, αναμένεται επίσης να επηρεάσουν αρνητικά τις επενδύσεις σε κατοικίες.

Οι επιχειρηματικές επενδύσεις αναμένεται να αυξηθούν στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής, αν και με μάλλον χαμηλό ρυθμό. Έπειτα από εξασθένηση το α΄ εξάμηνο του 2019, οι επιχειρηματικές επενδύσεις αναμένεται να είναι μάλλον υποτονικές το β΄ εξάμηνο του έτους, αντανακλώντας την επίδραση της σχετικής εξασθένησης του παγκόσμιου εμπορίου και τις ανησυχίες για περαιτέρω κλιμάκωση των εμπορικών διενέξεων, καθώς και φόβους για ένα Brexit χωρίς συμφωνία και για μια ανώμαλη προσγείωση της κινέζικης οικονομίας. Πέραν του βραχυπρόθεσμου ορίζοντα, ωστόσο, καθώς διατυπώνεται η υπόθεση ότι η αβεβαιότητα θα υποχωρήσει σταδιακά, διάφοροι ευνοϊκοί θεμελιώδεις παράγοντες αναμένεται να στηρίξουν τις επιχειρηματικές επενδύσεις στη ζώνη του ευρώ. Πρώτον, ένα μεγαλύτερο από ό,τι συνήθως ποσοστό μεταποιητικών επιχειρήσεων αναφέρει την έλλειψη εξοπλισμού ως παράγοντα που περιορίζει την παραγωγή. Δεύτερον, οι συνθήκες χρηματοδότησης αναμένεται να παραμείνουν πολύ υποστηρικτικές στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής. Τρίτον, τα κέρδη αναμένεται να αυξηθούν, ενισχύοντας περαιτέρω τα υψηλά ρευστά διαθέσιμα που έχουν συσσωρεύσει οι επιχειρήσεις τα τελευταία έτη. Τέταρτον, οι επιχειρήσεις μπορεί να αυξήσουν τις επενδύσεις τους ως μέσο αντιστάθμισης των περιορισμών από την πλευρά της προσφοράς εργατικού δυναμικού. Τέλος, ο δείκτης μόχλευσης των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων έχει μειωθεί τα τελευταία χρόνια λόγω της ανάκαμψης των τιμών των μετοχών, της συνεχούς συσσώρευσης περιουσιακών στοιχείων και της συγκρατημένης αύξησης της δανειακής χρηματοδότησης, αν και η ακαθάριστη δανειακή επιβάρυνση σε ενοποιημένη βάση εξακολουθεί να υπερβαίνει τα προ κρίσης επίπεδα. Ταυτόχρονα, οι ακαθάριστες δαπάνες για τόκους των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων μειώθηκαν στα χαμηλότερά τους επίπεδα τα τελευταία έτη και αναμένεται να αυξηθούν μόνο σταδιακά τα προσεχή έτη.

Οι εξαγωγές προς χώρες εκτός της ζώνης του ευρώ αναμένεται, βάσει των προβολών, να είναι υποτονικές τους υπόλοιπους μήνες του 2019 και στη συνέχεια να ανακάμψουν κατά το υπόλοιπο του χρονικού ορίζοντα προβολής, συμβαδίζοντας σε μεγάλο βαθμό με τις εξελίξεις στην εξωτερική ζήτηση (βλ. Πλαίσιο 2). Ο πρόσφατος ρυθμός αύξησης των εξαγωγών προς χώρες εκτός της ζώνης του ευρώ ήταν ευμετάβλητος. Η δημιουργία αποθεμάτων πριν από την αρχική ημερομηνία του Brexit τον Μάρτιο του 2019 οδήγησε σε αύξηση των εξαγωγών της ζώνης του ευρώ προς το Ηνωμένο Βασίλειο το α΄ τρίμηνο του τρέχοντος έτους. Το β΄ τρίμηνο εκτιμάται ότι αυτή η επίδραση αντιστράφηκε, με αποτέλεσμα τη στασιμότητα των εξαγωγών προς χώρες εκτός της ζώνης του ευρώ. Καθώς οι βραχυπρόθεσμοι δείκτες εμπορικών συναλλαγών παρέμειναν σε χαμηλά επίπεδα, οι εξαγωγές προς χώρες εκτός της ζώνης του ευρώ αναμένεται, βάσει των προβολών, να είναι υποτονικές το β΄ εξάμηνο του 2019, με ρυθμό αύξησης χαμηλότερο του ρυθμού της εξωτερικής ζήτησης. Στη συνέχεια, σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, οι εξαγωγές προς χώρες εκτός της ζώνης του ευρώ αναμένεται, βάσει των προβολών, να ανακάμψουν και να συμβαδίσουν σε γενικές γραμμές με την άνοδο της εξωτερικής ζήτησης, με αποτέλεσμα τα εξαγωγικά μερίδια να παραμείνουν ουσιαστικά αμετάβλητα. Ο ρυθμός αύξησης των εισαγωγών από χώρες εκτός της ζώνης του ευρώ αναμένεται επίσης να παραμείνει υποτονικός βραχυπρόθεσμα, αντανακλώντας τις εξελίξεις στις ίδιες τις εξαγωγές αλλά ταυτόχρονα και την ασθενή δυναμική των επενδύσεων και της οικονομικής δραστηριότητας σε ορισμένες χώρες της ζώνης του ευρώ. Σε ευρύτερο χρονικό ορίζοντα, οι εισαγωγές από χώρες εκτός της ζώνης του ευρώ αναμένεται να αυξηθούν συμβαδίζοντας σε γενικές γραμμές με τη συνολική ζήτηση (εγχώρια ζήτηση συν εξαγωγές). Συνολικά, η συμβολή του εμπορικού ισοζυγίου στην αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ αναμένεται να είναι αρνητική στη διάρκεια του β΄ εξαμήνου του 2019 και στη συνέχεια να γίνει ουδέτερη κατά το υπόλοιπο του χρονικού ορίζοντα προβολής.

Πλαίσιο 2
Το διεθνές περιβάλλον

Ο ρυθμός αύξησης του παγκόσμιου πραγματικού ΑΕΠ εξακολούθησε να υποχωρεί το α΄ τρίμηνο του 2019, αντανακλώντας κυρίως την επιβράδυνση σε διάφορες αναδυόμενες οικονομίες της αγοράς. Ενώ η οικονομική δραστηριότητα στην Κίνα παράμεινε σταθερή το α΄ τρίμηνο του έτους εν μέσω ανθεκτικής ιδιωτικής κατανάλωσης, διάφορες άλλες αναδυόμενες οικονομίες της αγοράς στην Ασία, τη Λατινική Αμερική και την Κοινοπολιτεία των Ανεξαρτήτων Κρατών υπέστησαν μεγάλη συρρίκνωση. Αυτό αντανακλά συνδυασμό δυσμενών ιδιοσυγκρατικών παραγόντων (ιδίως στη Βραζιλία και τη Ρωσία), αλλά επίσης την επιμονή άλλων αντίξοων παραγόντων, όπως αυξημένη εγχώρια πολιτική αβεβαιότητα (ιδίως στο Μεξικό και τη Βραζιλία). Αντιθέτως, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ παρέμεινε συγκριτικά ανθεκτικός στις περισσότερες προηγμένες οικονομίες το α΄ τρίμηνο λόγω κυρίως πρόσκαιρων ευνοϊκών παραγόντων σε ορισμένες χώρες (π.χ. θετική συμβολή από το εμπορικό ισοζύγιο και σχηματισμό αποθεμάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο Ηνωμένο Βασίλειο πριν από την αρχική ημερομηνία του Brexit). Καθώς ο αντίκτυπος αυτών των παραγόντων εξαλείφθηκε σταδιακά, η ανάπτυξη στις προηγμένες οικονομίες μετριάστηκε το β΄ τρίμηνο, όπως αναμενόταν σύμφωνα με τις προβολές του Ιουνίου 2019. Συγκεκριμένα, στις Ηνωμένες Πολιτείες η αρνητική συμβολή του εμπορικού ισοζυγίου, καθώς οι εισαγωγές σταθεροποιήθηκαν και οι εξαγωγές μειώθηκαν, επηρέασε δυσμενώς την ανάπτυξη παρά τα δημοσιονομικά μέτρα τόνωσης της οικονομίας και την ανθεκτική ιδιωτική κατανάλωση. Στο Ηνωμένο Βασίλειο, η οικονομία συρρικνώθηκε το β΄ τρίμηνο λόγω κυρίως της μείωσης των επενδύσεων. Πρόσφατα στοιχεία βάσει ερευνών, όπως ο σύνθετος Δείκτης Υπευθύνων Προμηθειών (PMI) για την παραγωγή της παγκόσμιας οικονομίας (εκτός της ζώνης του ευρώ), επιβεβαιώνουν ότι η δυναμική της παγκόσμιας ανάπτυξης ενδεχομένως εξασθένησε περαιτέρω το β΄ τρίμηνο. Έπειτα από μια μικρή ανάκαμψη τον Ιούλιο, αυτός ο δείκτης μειώθηκε ξανά τον Αύγουστο, υποδηλώνοντας ότι η παγκόσμια δραστηριότητα παραμένει υποτονική.

Η παγκόσμια ανάπτυξη αναμένεται, βάσει των προβολών, να παραμείνει υποτονική το β΄ εξάμηνο του 2019. Ορισμένοι αντίξοοι παράγοντες θα εξακολουθήσουν να επηρεάζουν δυσμενώς την παγκόσμια οικονομία. Η παγκόσμια μεταποιητική δραστηριότητα αναμένεται να παραμείνει υποτονική, λόγω του επιβραδυνόμενου ρυθμού αύξησης των παγκόσμιων επενδύσεων και της κατανάλωσης διαρκών αγαθών, τα οποία αποτελούν μεγάλο μέρος της μεταποιητικής παραγωγής. Δεδομένου του τρέχοντος υψηλού βαθμού αβεβαιότητας που σχετίζεται με το μέλλον των διεθνών εμπορικών σχέσεων, ο ρυθμός αύξησης των παγκόσμιων επενδύσεων δεν θεωρείται πιθανό να ισχυροποιηθεί εκ νέου βραχυπρόθεσμα. Αντιμέτωποι με την επιβράδυνση της παγκόσμιας οικονομίας, οι φορείς χάραξης πολιτικής ανά τον κόσμο έλαβαν διάφορα μέτρα για να περιορίσουν τον αρνητικό αντίκτυπο των αντίξοων παραγόντων στην οικονομική δραστηριότητα. Στην Κίνα, τα δημοσιονομικά μέτρα τόνωσης της οικονομίας για την άμβλυνση της επιβράδυνσης της εγχώριας ζήτησης αναμένεται να ασκήσουν επίδραση κυρίως το β΄ εξάμηνο του έτους.[3] Στις Ηνωμένες Πολιτείες, πέραν των σημαντικών μέτρων τόνωσης της οικονομίας που ενισχύουν την επίδραση του οικονομικού κύκλου και της πρόσφατης συμφωνίας για πιο ευέλικτα ανώτατα όρια δημόσιων δαπανών, η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ αποφάσισε να μειώσει το επιτόκιο αναφοράς της με σκοπό τη στήριξη της συνεχιζόμενης οικονομικής μεγέθυνσης. Επιπλέον, ορισμένες άλλες οικονομίες χαλάρωσαν τη νομισματική πολιτική (π.χ. η Αυστραλία, η Βραζιλία, η Νότια Κορέα, η Ινδονησία, η Ινδία και η Τουρκία) και σύμφωνα με τις προσδοκίες της αγοράς που ενσωματώνονται στις τεχνικές υποθέσεις αναμένεται και άλλες χώρες να κινηθούν σε αυτή την κατεύθυνση.

Μεσοπρόθεσμα, η παγκόσμια ανάπτυξη αναμένεται, βάσει των προβολών, να ανακάμψει και να σταθεροποιηθεί σε ρυθμό κάτω από τον μακροχρόνιο μέσο όρο της που είναι 3,8%. Έπειτα από υποχώρηση σε 3,1% το 2019, από 3,8% το 2018, η παγκόσμια ανάπτυξη (εκτός της ζώνης του ευρώ) αναμένεται, βάσει των προβολών, να ανακάμψει και να σταθεροποιηθεί σε 3,5% μέχρι το 2021. Οι εξελίξεις στην παγκόσμια ανάπτυξη διαμορφώνονται από τρείς βασικές δυνάμεις. Πρώτον, στις προηγμένες οικονομίες η κυκλική δυναμική αναμένεται, βάσει των προβολών, να επιβραδυνθεί καθώς οι περιορισμοί στο παραγωγικό δυναμικό θα γίνονται ολοένα πιο δεσμευτικοί, εν μέσω θετικών παραγωγικών κενών και χαμηλών ποσοστών ανεργίας σε σημαντικές οικονομίες, ενώ προς το τέλος του χρονικού ορίζοντα προβολής η στήριξη από μέτρα πολιτικής θα μειώνεται σταδιακά. Δεύτερον, η σταδιακή επιβράδυνση της κινεζικής οικονομίας και η στροφή της από τις επενδύσεις στην κατανάλωση θα επηρεάσουν δυσμενώς, βάσει των προβολών, την παγκόσμια ανάπτυξη και το εμπόριο ειδικότερα. Τρίτον, σύμφωνα με τις προβολές οι αναδυόμενες οικονομίες (εκτός της Κίνας) θα στηρίξουν, αντιθέτως, την παγκόσμια ανάπτυξη καθώς θα ανακάμπτουν από τις προηγούμενες υφέσεις και θα μειώνονται ολοένα περισσότερο τα αρνητικά παραγωγικά κενά. Σε σύγκριση με τις προβολές του Ιουνίου 2019, οι προοπτικές για την παγκόσμια ανάπτυξη έχουν αναθεωρηθεί προς τα κάτω στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής, αντανακλώντας μια λιγότερο δυναμική ανάκαμψη σε ορισμένες αναδυόμενες οικονομίες της αγοράς από ό,τι αναμενόταν προηγουμένως και, σε μικρότερο βαθμό, τον αντίκτυπο των συνεχιζόμενων διενέξεων στο διεθνές εμπόριο.

Το διεθνές περιβάλλον

(ετήσιες ποσοστιαίες μεταβολές)

1) Υπολογίζεται ως σταθμισμένος μέσος όρος των εισαγωγών.
2) Υπολογίζεται ως σταθμισμένος μέσος όρος των εισαγωγών των εμπορικών εταίρων της ζώνης του ευρώ.

Το παγκόσμιο εμπόριο εκτιμάται ότι θα επιβραδυνθεί σημαντικά εφέτος, εν μέσω επιβράδυνσης της παγκόσμιας βιομηχανικής δραστηριότητας, αυξημένων εντάσεων στο διεθνές εμπόριο και, ως ένα βαθμό, εξασθένηση του τεχνολογικού κύκλου. Σύμφωνα με εθνικολογιστικά στοιχεία, έπειτα από στασιμότητα στο τέλος του 2018, ο ρυθμός αύξησης των παγκόσμιων εισαγωγών (εκτός της ζώνης του ευρώ) έγινε αρνητικός το α΄ τρίμηνο του 2019, σε γενικές γραμμές σύμφωνα με τις προβολές του Ιουνίου 2019. Η συρρίκνωση του παγκόσμιου εμπορίου αφορά πολλές χώρες. Πέρα από μη επαναλαμβανόμενους παράγοντες (π.χ. πρόσκαιρη εξασθένηση της εγχώριας ζήτησης στις Ηνωμένες Πολιτείες λόγω της μερικής αναστολής λειτουργίας της ομοσπονδιακής κυβέρνησης), η υποτονικότητα του εμπορίου οφείλεται κυρίως στις χαμηλές επιδόσεις των εμπορικών συναλλαγών εντός της Ασίας. Αυτό φαίνεται να σχετίζεται με την επιβράδυνση της εγχώριας ζήτησης στην Κίνα. Τέλος, συγκεκριμένες διαταραχές που σχετίζονται με την εξασθένηση του τεχνολογικού κύκλου ή δυσλειτουργίες στην αυτοκινητοβιομηχανία μπορεί να διαδραμάτισαν επίσης κάποιον ρόλο, αν και αυτό φαίνεται να αφορά συγκεκριμένες μόνο χώρες. Ο ρυθμός αύξησης του παγκόσμιου εμπορίου αναμένεται σε γενικές γραμμές να σταθεροποιηθεί το β΄ τρίμηνο.

Μεσοπρόθεσμα, οι παγκόσμιες εισαγωγές αναμένεται, βάσει των προβολών, να αυξηθούν σταδιακά με χαμηλότερο ρυθμό από ό,τι η οικονομική δραστηριότητα. Η πρόσφατη κλιμάκωση των εμπορικών εντάσεων, οι επιδράσεις των οποίων θα εξακολουθήσουν να γίνονται αισθητές το 2020, σε συνδυασμό με μια πιο σταδιακή ανάκαμψη στις αναδυόμενες οικονομίες από ό,τι αναμενόταν βάσει προηγούμενων προβολών, θα συμβάλει σε μια βραδύτερη ανάκαμψη του παγκόσμιου εμπορίου. Ο ρυθμός αύξησης των παγκόσμιων εισαγωγών (εκτός της ζώνης του ευρώ) αναμένεται να επιβραδυνθεί σημαντικά, από 4,6% το 2018 σε 0,4% εφέτος και στη συνέχεια να ανακάμψει σε 2,2% και 2,9% το 2020 και το 2021 αντιστοίχως. Οι υψηλότεροι δασμοί αναμένεται να μειώσουν το παγκόσμιο εμπόριο, επηρεάζοντας δυσμενώς την εξωτερική ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών της ζώνης του ευρώ. Από την εμπειρική ανάλυση προκύπτει ότι η εκτροπή των εμπορικών ροών προς τρίτες χώρες, συμπεριλαμβανομένης της ζώνης του ευρώ, η οποία θα μπορούσε να αμβλύνει τον αρνητικό αντίκτυπο των υψηλότερων δασμών στο παγκόσμιο εμπόριο, είναι μέχρι στιγμής περιορισμένη. Η εξωτερική ζήτηση αγαθών και υπηρεσιών της ζώνης του ευρώ, η οποία αυξήθηκε κατά 3,7% το προηγούμενο έτος, αναμένεται να παρουσιάσει επιβράδυνση του ρυθμού ανόδου της σε 1,0% το 2019 και στη συνέχεια σταδιακή επιτάχυνση σε 1,9% και 2,7% το 2020 και το 2021 αντιστοίχως. Σε σύγκριση με τις προβολές του Ιουνίου 2019, έχει αναθεωρηθεί σημαντικά προς τα κάτω σε όλη τη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής. Πέραν του αντίκτυπου των δασμών, αυτές οι αναθεωρήσεις αντανακλούν επίσης την ασθενή δυναμική των εισαγωγών που παρατηρείται τόσο σε προηγμένες όσο και σε αναδυόμενες οικονομίες λόγω των προοπτικών για επιβράδυνση της ανάπτυξης. Οι προοπτικές για το παγκόσμιο εμπόριο, όπως έχουν ενσωματωθεί στις προβολές του Σεπτεμβρίου 2019, εξακολουθούν να είναι χαμηλότερες από τις πιο πρόσφατες προβλέψεις άλλων οργανισμών, κυρίως για το 2019.

Ο ρυθμός αύξησης της απασχόλησης αναμένεται, βάσει των προβολών, να είναι υποτονικός, εν μέρει αντανακλώντας πρόσκαιρους παράγοντες βραχυπρόθεσμα, ενώ οι περιορισμοί από την πλευρά της προσφοράς εργασίας αναμένεται να εμφανιστούν αργότερα στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα. Σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat, η απασχόληση με βάση τον αριθμό των απασχολουμένων αυξήθηκε κατά 0,2% το β΄ τρίμηνο του 2019 έναντι του προηγούμενου τριμήνου, υποδηλώνοντας επιβράδυνση της δυναμικής σε σύγκριση με την προηγούμενη τετραετία. Ο ρυθμός αύξησης της απασχόλησης αναμένεται να παραμείνει μάλλον χαμηλός στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής, καθώς η προσφορά εργασίας αναμένεται να περιορίσει περαιτέρω την αύξηση της απασχόλησης, ενώ η ζήτηση εργασίας αναμένεται επίσης, βάσει των προβολών, να μετριαστεί συμβαδίζοντας με την επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας.

Η αύξηση του εργατικού δυναμικού αναμένεται να μετριαστεί στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής. Το εργατικό δυναμικό αναμένεται να εξακολουθήσει να αυξάνεται, αντανακλώντας την προβλεπόμενη καθαρή εισροή μεταναστών, την αναμενόμενη ένταξη των προσφύγων και τις συνεχιζόμενες αυξήσεις του ποσοστού συμμετοχής στην αγορά εργασίας. Εντούτοις, οι παράγοντες αυτοί αναμένεται, σύμφωνα με τις προβολές, να εξαλειφθούν σταδιακά στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής και η δυσμενής επίπτωση της γήρανσης του πληθυσμού στην αύξηση του εργατικού δυναμικού αναμένεται επομένως να ενισχυθεί, καθώς ο αριθμός των εργαζομένων μεγαλύτερης ηλικίας που αποχωρούν από το εργατικό δυναμικό θα είναι υψηλότερος από τον αριθμό των νεοεισερχόμενων εργαζομένων.

Το ποσοστό ανεργίας αναμένεται να υποχωρήσει σε 7,3% το 2021. Το ποσοστό ανεργίας μειώθηκε σε 7,6% το β΄ τρίμηνο του 2019, δηλαδή στο χαμηλότερο επίπεδο που έχει παρατηρηθεί από το γ΄ τρίμηνο του 2008. Όσον αφορά το μέλλον, το ποσοστό ανεργίας αναμένεται, βάσει των προβολών, να παραμείνει σε γενικές γραμμές αμετάβλητο σε σχέση με το σημερινό επίπεδό του μέχρι την αρχή του 2020, και στη συνέχεια να μειωθεί. Ενώ η μείωση του ποσοστού ανεργίας αναμένεται να αφορά ευρύ σύνολο χωρών της ζώνης του ευρώ, τα ποσοστά ανεργίας το 2021 αναμένεται να συνεχίσουν να παρουσιάζουν σημαντικές διαφορές μεταξύ των χωρών.

Η παραγωγικότητα της εργασίας αναμένεται, σύμφωνα με τις προβολές, να ανακάμψει στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής. Έπειτα από την ισχυρή δυναμική που καταγράφηκε το 2017, η παραγωγικότητα της εργασίας ανά εργαζόμενο και ανά ώρα υποχώρησε το 2018, αντανακλώντας την απροσδόκητη εξασθένηση της οικονομικής δραστηριότητας. Ο ρυθμός αύξησης της παραγωγικότητας αναμένεται να επιταχυνθεί σε 0,9% μέχρι το 2021, καθώς η δραστηριότητα αναμένεται να ανακτήσει τη δυναμική της και ο ρυθμός αύξησης των εισροών εργασίας επιβραδύνεται.

Σε σύγκριση με τις προβολές του Ιουνίου 2019, ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ έχει αναθεωρηθεί προς τα κάτω για το 2019 και το 2020, ενώ δεν έχει αναθεωρηθεί για το 2021. Με δεδομένα τα συνεχιζόμενα χαμηλά επίπεδα των δεικτών οικονομικού κλίματος, τα οποία αντανακλούν κυρίως μια πιο επίμονη υποτονικότητα του παγκόσμιου εμπορίου από ό,τι αναμενόταν προηγουμένως και παγκόσμιες αβεβαιότητες, οι βραχυπρόθεσμες προοπτικές έχουν αναθεωρηθεί προς τα κάτω τόσο για το γ΄ τρίμηνο όσο και για το δ΄ τρίμηνο του 2019. Αυτές οι αναθεωρήσεις συνεπάγονται μικρότερη μεταφερόμενη επίδραση το 2020, επιβραδύνοντας τον ετήσιο ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ το εν λόγω έτος. Η τριμηνιαία πορεία της οικονομικής ανάπτυξης, ωστόσο, δεν έχει αναθεωρηθεί για την περίοδο από τις αρχές του 2020, καθώς ο αντίκτυπος των σημαντικών αναθεωρήσεων προς τα κάτω της εξωτερικής ζήτησης αντισταθμίζεται σε γενικές γραμμές από τον αντίκτυπο των πιο ευνοϊκών συνθηκών χρηματοδότησης και των χαμηλότερων τιμών του πετρελαίου.

Πλαίσιο 3
Πόσο ανθεκτική στις εξωτερικές διαταραχές ήταν η εγχώρια ζήτηση στη ζώνη του ευρώ;

Το παρόν πλαίσιο παραθέτει ενδείξεις σχετικά με την ανθεκτικότητα της εγχώριας ζήτησης στη ζώνη του ευρώ όσον αφορά τις δυσμενείς εξωτερικές διαταραχές. Η επιβράδυνση του ρυθμού αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ της ζώνης του ευρώ κατά την περίοδο από το δ΄ τρίμηνο του 2017 έως το β΄ τρίμηνο του 2019 συνδεόταν σε μεγάλο βαθμό με την αποδυνάμωση του εμπορικού ισοζυγίου, ενώ η συμβολή της εγχώριας ζήτησης στην επιβράδυνση ήταν σαφώς μικρότερη (βλ. διάγραμμα Α). Η αύξηση της εγχώριας ζήτησης αναμένεται να παραμείνει μάλλον ανθεκτική στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής, στηρίζοντας την αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ, ενώ η συμβολή των καθαρών εξαγωγών θα είναι ουδέτερη.

Διάγραμμα Α

ΑΕΠ και συνιστώσες της δαπάνης

(μέσος τριμηνιαίος ρυθμός αύξησης, συμβολή)

Πηγές: Eurostat, μακροοικονομικές προβολές των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ του Σεπτεμβρίου 2019 και υπολογισμοί της ΕΚΤ.
Σημείωση: Η ανάλυση του ΑΕΠ το β' τρίμηνο του 2019 δεν ήταν διαθέσιμη κατά την καταληκτική ημερομηνία για τις προβολές και, ως εκ τούτου, εκτιμήθηκε από εμπειρογνώμονες της ΕΚΤ.

Σύμφωνα με τα οικονομετρικά υποδείγματα της ΕΚΤ, η αύξηση της εγχώριας ζήτησης στη ζώνη του ευρώ έχει επιδεινωθεί λόγω δυσμενών εξωτερικών εξελίξεων σε μικρότερο βαθμό από ό, τι θα αναμενόταν με βάση τις ιστορικές κανονικότητες. Οι δυσμενείς εξωτερικές εξελίξεις έχουν σαφώς διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στην οικονομική επιβράδυνση από τα τέλη του 2017, κυρίως μέσω της εξασθένησης του ρυθμού αύξησης των εξαγωγών. Στη διάρκεια του 2018 η δυσμενής εξωτερική διαταραχή επηρέασε την εγχώρια ζήτηση. Ωστόσο, τα υποδείγματα της ΕΚΤ που εκτιμούν τους παράγοντες που διαμορφώνουν την εξέλιξη του ρυθμού αύξησης του ΑΕΠ διαχρονικά δείχνουν ότι στην περίπτωση της εγχώριας ζήτησης υπήρξαν επίσης ορισμένοι θετικοί παράγοντες κατά το προηγούμενο έτος που αντιστάθμισαν εν μέρει τις αρνητικές επιπτώσεις της ασθενέστερης εξωτερικής ζήτησης. Αυτό μπορεί να ερμηνευθεί ως ένδειξη της ανθεκτικότητας της εγχώριας ζήτησης, καθώς η εγχώρια ζήτηση επιδεινώθηκε αντιδρώντας στις εξωτερικές διαταραχές σε μικρότερο βαθμό από ό,τι συνάγεται από τις ιστορικές κανονικότητες, όπως αποτυπώνονται στα υποδείγματα της ΕΚΤ. Με τη σειρά της, αυτή η ανθεκτικότητα της εγχώριας ζήτησης θα μπορούσε να οφείλεται στις θετικές επιδόσεις της αγοράς εργασίας καθώς και σε άλλους παράγοντες στήριξης.

Η ανθεκτικότητα της εγχώριας ζήτησης στη ζώνη του ευρώ σε δυσμενείς εξωτερικές διαταραχές μπορεί να συνδέεται εν μέρει με την ικανότητα απορρόφησης[4] της αγοράς εργασίας. Η αύξηση της απασχόλησης και το ποσοστό ανεργίας έχουν επιδείξει υψηλό βαθμό ανθεκτικότητας από το 2017, με απροσδόκητα ισχυρή αύξηση της απασχόλησης παρά την επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας. Αυτό φαίνεται από μια εκτιμώμενη απλή στατική σχέση μεταξύ της απασχόλησης/της ανεργίας και του ΑΕΠ (βλ. Διάγραμμα Β). Η αύξηση της απασχόλησης ήταν ολοένα υψηλότερη από το επίπεδο που προβλέπεται με βάση τη σχέση του Okun κατά τη διάρκεια του 2018 και ήταν 0,5 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από το προβλεπόμενο βάσει της ίδιας σχέσης επίπεδο το β΄ τρίμηνο του 2019. Πρόσφατα, οι συνολικές ώρες εργασίας επίσης αυξήθηκαν πολύ περισσότερο από το προβλεπόμενο βάσει της σχέσης, ενώ η τάση του ποσοστού ανεργίας διαμορφώθηκε σε επίπεδα χαμηλότερα από το προβλεπόμενο.[5] Οι εξελίξεις αυτές συνδέονται ιδίως με την εκτεταμένη δημιουργία θέσεων εργασίας στον τομέα των υπηρεσιών. Ένας πιθανός παράγοντας της ανθεκτικότητας της αγοράς εργασίας είναι ότι το εξωτερικό εμπόριο χαρακτηρίζεται από πολύ μικρότερη ένταση εργασίας από ό,τι άλλες συνιστώσες του ΑΕΠ. Ως εκ τούτου, οι δυσμενείς διαταραχές του εξωτερικού εμπορίου είχαν πιθανώς πιο περιορισμένο αρνητικό αντίκτυπο στην αγορά εργασίας από ό,τι οι δυσμενείς διαταραχές της εγχώριας ζήτησης.[6]

Διάγραμμα B

Κατάλοιπα εκτιμήσεων με βάση μια στατική σχέση Okun

(ποσοστιαίες μονάδες)

Πηγές: Υπολογισμοί εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ με βάση στοιχεία της Eurostat και προβολές εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ του Σεπτεμβρίου 2019.
Σημειώσεις: Το θετικό κατάλοιπο υποδηλώνει ότι η εν λόγω μεταβλητή διαμορφώθηκε σε υψηλότερο επίπεδο από ό,τι προβλεπόταν με βάση τη σχέση του Okun. Το διάγραμμα παρουσιάζει τα κατάλοιπα που αφορούν το ποσοστό ανεργίας και τους ετήσιους ρυθμούς αύξησης της συνολικής απασχόλησης και των συνολικών ωρών εργασίας. Οι εκτιμήσεις βασίζονται σε στοιχεία για την περίοδο μεταξύ του α΄ τριμήνου του 1998 και του β΄ τριμήνου του 2019. Τα κατάλοιπα προκύπτουν από μια στατική σχέση Okun που συνδέει τις ετήσιες μεταβολές του ποσοστού ανεργίας, τον ετήσιο ρυθμό αύξησης της συνολικής απασχόλησης και τον ετήσιο ρυθμό αύξησης των συνολικών ωρών εργασίας με την ετήσια αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ την ίδια περίοδο.

Διάφοροι άλλοι παράγοντες, εκτός από την αγορά εργασίας, ενδέχεται επίσης να συνέβαλαν στην ανθεκτικότητα της εγχώριας ζήτησης στη ζώνη του ευρώ κατά την εξεταζόμενη περίοδο. Τέτοιοι παράγοντες είναι η διευκολυντική κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής που συμβάλλει σε ευνοϊκότερες συνθήκες χρηματοδότησης, η βελτίωση των ισολογισμών των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων και των νοικοκυριών, συμπεριλαμβανομένης της απομόχλευσης του ιδιωτικού τομέα και της αύξησης του καθαρού πλούτου, οι προσδοκίες για δυναμική αύξηση του ακαθάριστου λειτουργικού πλεονάσματος και κάποια δημοσιονομική χαλάρωση.

Συμπερασματικά, η επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας στη ζώνη του ευρώ από το 2017 εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από το ασθενέστερο εξωτερικό περιβάλλον, ενώ η εγχώρια ζήτηση ήταν σχετικά ανθεκτική, σε μεγάλο βαθμό λόγω των θετικών επιδόσεων της αγοράς εργασίας. Όσον αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, οι προβολές του Σεπτεμβρίου 2019 παρουσιάζουν την εκτίμηση ότι, παρά την προς τα κάτω αναθεώρηση των προβολών για το εξωτερικό περιβάλλον, η αγορά εργασίας θα συνεχίσει να στηρίζει το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και άλλοι παράγοντες που στηρίζουν την εγχώρια ζήτηση θα παραμείνουν σε ισχύ, αν και σε μικρότερο βαθμό από ό,τι στο πρόσφατο παρελθόν.


2 Τιμές και κόστος

Ο πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) αναμένεται να διαμορφωθεί κατά μέσο όρο σε 1,2% το 2019, να μειωθεί σε 1,0% το 2020 και να αυξηθεί σε 1,5% το 2021 (βλ. Διάγραμμα 2). Ο πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) θα είναι ευμετάβλητος και θα κυμαίνεται σε χαμηλά επίπεδα μέχρι το β΄ εξάμηνο του 2020, αντικατοπτρίζοντας κυρίως τις εξελίξεις στον πληθωρισμό (βάσει του ΕνΔΤΚ) των τιμών της ενέργειας που σχετίζονται με τις πρόσφατες μειώσεις των τιμών του πετρελαίου, τις καθοδικές και ανοδικές επιδράσεις της βάσης σύγκρισης και, σε μικρό βαθμό, τις χαμηλότερες διοικητικά καθοριζόμενες τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας και του φυσικού αερίου. Έως το τέλος του 2020 ο πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) των τιμών της ενέργειας θα παραμείνει αρνητικός και μόλις το 2021 θα γίνει πάλι θετικός καθώς σταθεροποιείται η κλίση της καμπύλης των τιμών των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης επί του πετρελαίου. Ο πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) των ειδών διατροφής θα αυξηθεί σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα λόγω της χρονικής υστέρησης των επιδράσεων από προηγούμενες αυξήσεις των τιμών παραγωγού και στη συνέχεια προβλέπεται να κυμανθεί γύρω από το 1,9%. Ο πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) χωρίς την ενέργεια και τα είδη διατροφής δεν θα σημειώσει αξιόλογη μεταβολή στη διάρκεια του 2020 και θα ενισχυθεί σε 1,5% το 2021. Η συγκρατημένη ανοδική πορεία του υποκείμενου πληθωρισμού αναμένεται να στηριχθεί από την αναμενόμενη ανάκαμψη της δραστηριότητας και τη συνακόλουθη ανάκαμψη των περιθωρίων κέρδους καθώς οι προηγούμενες αυξήσεις του κόστους εργασίας θα ενσωματώνονται στις τιμές. Κατά συνέπεια, οι πιέσεις από την πλευρά του εγχώριου κόστους θα αυξηθούν. Η άνοδος των τιμών των μη ενεργειακών βασικών εμπορευμάτων και του υποκείμενου παγκόσμιου πληθωρισμού επίσης αναμένεται να στηρίξει κάπως τον υποκείμενο πληθωρισμό.

Διάγραμμα 2

Πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) της ζώνης του ευρώ

(ετήσιες ποσοστιαίες μεταβολές)

Σημείωση: Τα διαστήματα που παρουσιάζονται γύρω από τις κεντρικές προβολές βασίζονται στις διαφορές μεταξύ των πραγματοποιήσεων και των προηγούμενων προβολών που είχαν καταρτιστεί επί σειρά ετών. Το εύρος κάθε διαστήματος είναι διπλάσιο από τον μέσο όρο της διαφοράς, σε απόλυτες τιμές. Η μέθοδος που χρησιμοποιείται για τον υπολογισμό των διαστημάτων, βάσει της οποίας γίνεται και η διόρθωση για έκτακτα γεγονότα, περιγράφεται στο κείμενο με τίτλο New procedure for constructing Eurosystem and ECB staff projection ranges, ΕΚΤ, Δεκέμβριος 2009, το οποίο διατίθεται στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ.

Ο ρυθμός ανόδου της μισθολογικής δαπάνης ανά απασχολούμενο αναμένεται να είναι σχετικά εύρωστος καθώς εξακολουθεί να υπάρχει στενότητα στις αγορές εργασίας. Μετά από έξαρση το 2019 στο πλαίσιο της κυκλικής επιβράδυνσης του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας, ο ρυθμός αύξησης του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος αναμένεται να μετριαστεί ελαφρώς στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής καθώς η παραγωγικότητα προβλέπεται να ενισχυθεί παράλληλα με την οικονομική ανάπτυξη. Ο κύριος παράγοντας που θα συμβάλει στην αύξηση των μισθών είναι η προβλεπόμενη αύξηση της στενότητας στις αγορές εργασίας σε ορισμένα μέρη της ζώνης του ευρώ. Πέραν της κυκλικής δυναμικής, η άνοδος του μετρούμενου πληθωρισμού τα τελευταία δύο έτη αναμένεται επίσης να συμβάλει στον σχετικά εύρωστο ρυθμό ανόδου των μισθών σε όσες χώρες της ζώνης του ευρώ εφαρμόζουν διαδικασίες καθορισμού των μισθών σε συνάρτηση με τον καταγεγραμμένο την προηγούμενη περίοδο πληθωρισμό. Επιπλέον, ορισμένες χώρες θέσπισαν επίσης αυξήσεις του κατώτατου μισθού, που ενδέχεται να επηρεάσουν την κατανομή των μισθών.

Τα περιθώρια κέρδους αναμένεται να εξελιχθούν πιο ευνοϊκά στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής από ό,τι το 2018. Τα περιθώρια κέρδους συμπιέστηκαν τα τελευταία τρίμηνα λόγω της απότομης ανόδου του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος και των προηγούμενων αυξήσεων των τιμών του πετρελαίου που είχαν δυσμενή επίδραση στους όρους εμπορίου, επηρεάζοντας αρνητικά τις εξελίξεις στα περιθώρια κέρδους. Αυτοί οι παράγοντες αναμένεται να γίνουν λιγότερο σημαντικοί μετά τις πρόσφατες μειώσεις των τιμών του πετρελαίου και καθώς η οικονομική δραστηριότητα θα ανακάμπτει.

Ο πληθωρισμός των τιμών των εισαγομένων αναμένεται να υποχωρήσει το 2019 και να αυξηθεί συγκρατημένα κατά το υπόλοιπο του χρονικού ορίζοντα προβολής. Μετά από υψηλό ρυθμό ανόδου το 2018, ο ετήσιος ρυθμός μεταβολής του αποπληθωριστή των εισαγωγών προβλέπεται να μειωθεί το 2019 και στη συνέχεια να αυξηθεί σταδιακά έως το 2021. Αυτή η τάση διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό από τις μεταβολές των τιμών του πετρελαίου, που ώθησαν προς τα άνω τις τιμές των εισαγομένων το 2018 και θα περιορίσουν την άνοδό τους στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής, αν και η επίδρασή τους θα παρουσιάσει σταδιακή μείωση καθώς η καθοδική κλίση της καμπύλης των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης επί των τιμών του πετρελαίου θα μειώνεται προς το τέλος του ορίζοντα προβολής. Ταυτόχρονα, οι αυξανόμενες τιμές των μη πετρελαϊκών βασικών εμπορευμάτων και οι υποκείμενες πιέσεις στις τιμές σε παγκόσμιο επίπεδο εκτιμάται ότι θα ασκήσουν κάποια, αν και πιο συγκρατημένη, αυξητική επίδραση στον πληθωρισμό των τιμών εισαγομένων.

Συγκριτικά με τις προβολές που δημοσιεύθηκαν τον Ιούνιο του 2019, οι προβολές για τον πληθωρισμό (βάσει του ΕνΔΤΚ) αναθεωρήθηκαν προς τα κάτω για όλη τη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής. Αυτές οι αναθεωρήσεις εξηγούνται εν πολλοίς από τη συνιστώσα της ενέργειας, η οποία αναθεωρήθηκε σημαντικά προς τα κάτω τόσο για το 2019 όσο και για το 2020, λόγω των χαμηλότερων τιμών του πετρελαίου. Επιπροσθέτως, ο πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) χωρίς την ενέργεια και τα είδη διατροφής έχει επίσης αναθεωρηθεί προς τα κάτω, αντανακλώντας χαμηλότερα καταγραφόμενα στοιχεία, υποτονικότερη δραστηριότητα και έμμεσες επιδράσεις από τις χαμηλότερες τιμές της ενέργειας, καθώς και συστηματικές υπερεκτιμήσεις σε μακρά σειρά προηγούμενων προβολών.


3 Δημοσιονομικές προοπτικές

Η συνολική κατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ εκτιμάται ότι θα είναι ελαφρώς επεκτατική σε όλη τη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής. Η κατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής μετρείται ως η μεταβολή του κυκλικά προσαρμοσμένου πρωτογενούς δημοσιονομικού αποτελέσματος χωρίς την κρατική στήριξη προς τον χρηματοπιστωτικό τομέα. Αφού ήταν ουδέτερη το 2018, η κατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής αναμένεται, βάσει των προβολών, να γίνει ελαφρώς επεκτατική το 2019, κυρίως λόγω περικοπών των άμεσων φόρων, καθώς και αυξήσεων των δημόσιων δαπανών σε ορισμένες χώρες. Για το 2020 προβλέπεται ελαφρώς μεγαλύτερη δημοσιονομική χαλάρωση, κυρίως λόγω των περαιτέρω περικοπών των άμεσων φόρων καθώς και λόγω της αύξησης των μεταβιβάσεων σε ορισμένες χώρες. Για το 2021 το μεγαλύτερο μέρος της δημοσιονομικής χαλάρωσης απορρέει από τη Γερμανία λόγω της αύξησης των δαπανών και της προσφάτως εγκριθείσας μερικής κατάργησης της εισφοράς αλληλεγγύης, που μειώνει την άμεση φορολογική επιβάρυνση των νοικοκυριών.

Το δημοσιονομικό αποτέλεσμα στη ζώνη του ευρώ αναμένεται, βάσει των προβολών, να επιδεινωθεί σε όλη τη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής, ενώ ο λόγος του χρέους θα παραμείνει σε καθοδική πορεία. Η μεγαλύτερη επιδείνωση παρατηρείται το 2019 λόγω της επεκτατικής κατεύθυνσης της δημοσιονομικής πολιτικής. Στη συνέχεια το ονομαστικό αποτέλεσμα επιδεινώνεται με βραδύτερο ρυθμό, καθώς η πρόσθετη δημοσιονομική χαλάρωση αντισταθμίζεται εν μέρει από την εξοικονόμηση δαπανών για τόκους, ενώ η κυκλική συνιστώσα παραμένει σε γενικές γραμμές αμετάβλητη. Η πτωτική πορεία του λόγου του δημόσιου χρέους προς το ΑΕΠ υποστηρίζεται από πρωτογενή πλεονάσματα, τα οποία ωστόσο μειώνονται με την πάροδο του χρόνου, και από την ευνοϊκή διαφορά ρυθμού ανάπτυξης-επιτοκίου.

Οι δημοσιονομικές προοπτικές της ζώνης του ευρώ παραμένουν σε γενικές γραμμές αμετάβλητες σε σύγκριση με τις προβολές του Ιουνίου 2019. Το ελαφρώς υψηλότερο έλλειμμα του προϋπολογισμού στο τέλος του ορίζοντα προβολής αντανακλά την πρόσθετη δημοσιονομική χαλάρωση και την επιδείνωση της κυκλικής συνιστώσας, που αντισταθμίζονται εν μέρει από τη μείωση των δαπανών για τόκους. Ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ αναμένεται, σύμφωνα με τις προβολές, να ακολουθήσει μια ελαφρώς πιο ανοδική πορεία σε σύγκριση με τις προβολές του Ιουνίου 2019, λόγω των αναθεωρήσεων προς τα πάνω της διαφοράς ρυθμού ανάπτυξης-επιτοκίου και των χαμηλότερων πρωτογενών πλεονασμάτων.

Πλαίσιο 4
Αναλύσεις ευαισθησίας

Οι προβολές βασίζονται σε μεγάλο βαθμό σε τεχνικές υποθέσεις που αφορούν την εξέλιξη ορισμένων κρίσιμων μεταβλητών. Δεδομένου ότι κάποιες από τις μεταβλητές αυτές μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά τις προβολές για τη ζώνη του ευρώ, η εξέταση της ευαισθησίας των προβολών σε εναλλακτικές υποθέσεις αποτελεί χρήσιμο στοιχείο για την ανάλυση των κινδύνων που περιβάλλουν τις προβολές. Το παρόν πλαίσιο αναλύει την αβεβαιότητα που περιβάλλει ορισμένες βασικές υποκείμενες υποθέσεις, καθώς και την ευαισθησία των προβολών σε αυτές τις μεταβλητές.

1) Εναλλακτικές πορείες των τιμών του πετρελαίου

Σκοπός αυτής της ανάλυσης ευαισθησίας είναι η αξιολόγηση των επιδράσεων από εναλλακτικές πορείες των τιμών του πετρελαίου. Σύμφωνα με τις τεχνικές υποθέσεις του βασικού σεναρίου των προβολών για τις εξελίξεις στις τιμές του πετρελαίου, με βάση τις αγορές των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης επί του πετρελαίου, προβλέπεται ελαφρώς φθίνουσα πορεία των τιμών του πετρελαίου, με την τιμή του αργού πετρελαίου τύπου Brent να διαμορφώνεται σε περίπου 56 δολάρια ΗΠΑ ανά βαρέλι έως το τέλος του 2021. Αναλύονται δύο εναλλακτικές πορείες των τιμών του πετρελαίου. Η πρώτη βασίζεται στο 25ο εκατοστημόριο της κατανομής που παρέχουν οι πυκνότητες πιθανοτήτων όπως υπολογίζονται με βάση τα δικαιώματα προαίρεσης επί των τιμών πετρελαίου στις 19 Αυγούστου 2019. Αυτή η εξέλιξη συνεπάγεται σταδιακή μείωση της τιμής του πετρελαίου σε 42 δολάρια ΗΠΑ ανά βαρέλι το 2021, δηλαδή 25% χαμηλότερα από την υπόθεση του βασικού σεναρίου για το συγκεκριμένο έτος. Με βάση τον μέσο όρο των αποτελεσμάτων διαφόρων μακροοικονομικών υποδειγμάτων των εμπειρογνωμόνων, προκύπτει ότι η πορεία αυτή θα έχει μικρή ανοδική επίδραση στον ρυθμό αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ (περίπου 0,1 της ποσοστιαίας μονάδας το 2020 και το 2021), ενώ ο πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) θα είναι χαμηλότερος κατά 0,1 της ποσοστιαίας μονάδας το 2019, κατά 0,6 της ποσοστιαίας μονάδας το 2020 και κατά 0,4 της ποσοστιαίας μονάδας το 2021. Η δεύτερη πορεία βασίζεται στο 75ο εκατοστημόριο της ίδιας κατανομής και συνεπάγεται αύξηση της τιμής του πετρελαίου σε περίπου 69 δολάρια ΗΠΑ ανά βαρέλι το 2021, δηλαδή 22% υψηλότερα από την υπόθεση του βασικού σεναρίου για το συγκεκριμένο έτος. Αυτή η πορεία συνεπάγεται ταχύτερη αύξηση του πληθωρισμού (βάσει του ΕνΔΤΚ), ο οποίος θα είναι υψηλότερος κατά 0,1 της ποσοστιαίας μονάδας το 2019, κατά 0,5 της ποσοστιαίας μονάδας το 2020 και κατά 0,3 της ποσοστιαίας μονάδας το 2021, ενώ ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ θα είναι ελαφρώς χαμηλότερος (κατά 0,1 της ποσοστιαίας μονάδας το 2020 και το 2021).

2) Εναλλακτική πορεία της συναλλαγματικής ισοτιμίας

Η παρούσα ανάλυση ευαισθησίας διερευνά τις επιδράσεις από τυχόν ανατίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ. Αυτό το σενάριο είναι συμβατό με την ουδέτερη ως προς τον κίνδυνο κατανομή της συναλλαγματικής ισοτιμίας, όπως συνάγεται από τα δικαιώματα προαίρεσης επί της συναλλαγματικής ισοτιμίας ευρώ/δολαρίου ΗΠΑ στις 19 Αυγούστου 2019, η οποία είναι έντονα ασύμμετρη υπέρ της ανατίμησης του ευρώ. Το 75ο εκατοστημόριο αυτής της κατανομής συνεπάγεται ανατίμηση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ έναντι του δολαρίου ΗΠΑ σε 1,25 δολάρια ΗΠΑ ανά ευρώ το 2021, δηλαδή 12% υψηλότερα από την υπόθεση του βασικού σεναρίου για το συγκεκριμένο έτος. Οι αντίστοιχες υποθέσεις για την ονομαστική σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία του ευρώ αντανακλούν τις ιστορικές κανονικότητες, σύμφωνα με τις οποίες οι μεταβολές της συναλλαγματικής ισοτιμίας δολαρίου ΗΠΑ/ ευρώ αντιστοιχούν σε μεταβολές της σταθμισμένης συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ με ελαστικότητα ελαφρώς πάνω από το 50%. Σε αυτό το σενάριο, ο μέσος όρος των αποτελεσμάτων διαφόρων μακροοικονομικών υποδειγμάτων των εμπειρογνωμόνων υποδεικνύει ότι τόσο ο ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ όσο και ο πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) θα είναι χαμηλότεροι κατά 0,3 της ποσοστιαίας μονάδας το 2020 και κατά 0,4 της ποσοστιαίας μονάδας το 2021.

Πλαίσιο 5
Προβλέψεις άλλων οργανισμών

Διάφορες προβλέψεις για τη ζώνη του ευρώ διατίθενται τόσο από διεθνείς οργανισμούς όσο και από ιδρύματα του ιδιωτικού τομέα. Ωστόσο, αυτές οι προβλέψεις δεν είναι απόλυτα συγκρίσιμες μεταξύ τους ή με τις μακροοικονομικές προβολές των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ/του Ευρωσυστήματος, καθώς έχουν ολοκληρωθεί σε διαφορετικές χρονικές στιγμές. Επιπλέον, χρησιμοποιούν διαφορετικές (εν μέρει αδιευκρίνιστες) μεθόδους για την εξαγωγή υποθέσεων σχετικά με τις δημοσιονομικές, χρηματοοικονομικές και εξωτερικές μεταβλητές, συμπεριλαμβανομένων των τιμών του πετρελαίου και άλλων βασικών εμπορευμάτων. Τέλος, υπάρχουν διαφορές στις μεθόδους διόρθωσης ως προς τον αριθμό των εργάσιμων ημερών μεταξύ των διαφόρων προβλέψεων (βλ. τον πίνακα).

Όπως φαίνεται στον πίνακα, οι προβολές για τον ρυθμό αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ και για τον πληθωρισμό (βάσει του ΕνΔΤΚ) οι οποίες είναι επί του παρόντος διαθέσιμες από τους περισσότερους άλλους οργανισμούς βρίσκονται εντός των διαστημάτων που περιβάλλουν τις προβολές των εμπειρογνωμόνων (οι οποίες παρουσιάζονται στον πίνακα μέσα σε αγκύλες). Το επίπεδο του πληθωρισμού (βάσει του ΕνΔΤΚ) το 2020 είναι σημαντικά χαμηλότερο από όλες τις άλλες προβλέψεις, πιθανόν λόγω πιο επικαιροποιημένων υποθέσεων για τις τιμές του πετρελαίου στις προβολές του Σεπτεμβρίου 2019.

Σύγκριση πρόσφατων προβλέψεων για τον ρυθμό αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ και τον πληθωρισμό (βάσει του ΕνΔΤΚ) στη ζώνη του ευρώ

(ετήσιες ποσοστιαίες μεταβολές)

Πηγές: ΟΟΣΑ, Economic Outlook, Μάιος 2019· MJEconomics για το Βαρόμετρο της Ζώνης του Ευρώ, έρευνα του Αυγούστου 2019· Προβλέψεις της Consensus Economics, έρευνα του Αυγούστου 2019· Οικονομικές Προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ενδιάμεσες Οικονομικές Προβλέψεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Καλοκαίρι 2019· Έρευνα της ΕΚΤ μεταξύ των Επαγγελματικών Φορέων Διενέργειας Προβλέψεων, Γ΄ Τρίμηνο 2019· ΔΝΤ, World Economic Outlook, Ιούλιος 2019.
Σημειώσεις: Οι μακροοικονομικές προβολές των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος και της ΕΚΤ και οι προβλέψεις του ΟΟΣΑ αναφέρουν ετήσιους ρυθμούς αύξησης διορθωμένους ως προς τον αριθμό των εργάσιμων ημερών, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή και το ΔΝΤ αναφέρουν ετήσιους ρυθμούς αύξησης που δεν έχουν διορθωθεί ως προς τον αριθμό των εργάσιμων ημερών ανά έτος. Άλλες προβλέψεις δεν διευκρινίζουν αν τα στοιχεία που αναφέρουν έχουν διορθωθεί ως προς τον αριθμό των εργάσιμων ημερών ή όχι.

© Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, 2019

Ταχ. διεύθυνση 60640 Frankfurt am Main, Germany
Τηλέφωνο +49 69 1344 0
Δικτυακός τόπος www.ecb.europa.eu

Με την επιφύλαξη παντός δικαιώματος. Επιτρέπεται η αναπαραγωγή για εκπαιδευτικούς και μη εμπορικούς σκοπούς, εφόσον αναφέρεται η πηγή.

Για την ορολογία, μπορείτε να συμβουλευθείτε το γλωσσάριο της ΕΚΤ (διαθέσιμο μόνο στα αγγλικά).

HTML ISSN 2529-4458, QB-CE-19-002-EL-Q


[1]Η τελευταία ημερομηνία που καλύπτουν οι τεχνικές υποθέσεις, π.χ. για τις τιμές του πετρελαίου και τις συναλλαγματικές ισοτιμίες, ήταν η 19η Αυγούστου 2019 (βλ. Πλαίσιο 1). Η τελευταία ημερομηνία για τη συμπερίληψη άλλων στοιχείων στις παρούσες προβολές ήταν η 29η Αυγούστου 2019. Οι παρούσες μακροοικονομικές προβολές καλύπτουν την περίοδο 2019-21. Οι προβολές που αφορούν τόσο μεγάλο χρονικό ορίζοντα χαρακτηρίζονται από πολύ υψηλή αβεβαιότητα και αυτό θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη κατά την ερμηνεία τους. Βλ. το άρθρο με τίτλο «An assessment of Eurosystem staff macroeconomic projections» που δημοσιεύθηκε στο Μηνιαίο Δελτίο της ΕΚΤ του Μαΐου 2013. Βλ. http://www.ecb.europa.eu/pub/projections/html/index.en.html για μια επεξεργάσιμη έκδοση των στοιχείων στα οποία βασίζονται επιλεγμένοι πίνακες και διαγράμματα.
[2]Η υπόθεση που αφορά τις ονομαστικές αποδόσεις των 10ετών ομολόγων του Δημοσίου στη ζώνη του ευρώ βασίζεται στον σταθμισμένο μέσο όρο των αποδόσεων των 10ετών ομολόγων αναφοράς των χωρών, σταθμισμένο ως προς το ετήσιο ΑΕΠ και με επέκταση της σειράς με βάση την προβλεπόμενη εξέλιξη που προκύπτει από την εκτιμώμενη από την ΕΚΤ καμπύλη αποδόσεων κατά την έκδοση όλων των 10ετών ομολόγων χωρών της ζώνης του ευρώ, ενώ η αρχική απόκλιση μεταξύ των δύο σειρών διατηρείται σταθερή στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής. Οι διαφορές αποδόσεων μεταξύ ομολόγων του Δημοσίου επιμέρους χωρών και του αντίστοιχου μέσου όρου της ζώνης του ευρώ θεωρούνται, βάσει των υποθέσεων, σταθερές στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα προβολής.
[3]Για το τρέχον έτος, η Κίνα ανακοίνωσε δέσμη δημοσιονομικών μέτρων τόνωσης της οικονομίας της τάξεως του 2-3% του ΑΕΠ. Ωστόσο, μόνο ορισμένα στοιχεία αυτής της δέσμης έχουν τεθεί σε εφαρμογή και έχουν ανακοινωθεί με λεπτομέρειες μέχρι σήμερα. Αυτά περιλαμβάνουν μείωση του ΦΠΑ, με ισχύ από την 1η Απριλίου, η οποία αναμένεται να έχει μεγαλύτερη επίδραση το β΄ εξάμηνο του τρέχοντος έτους, καθώς και αύξηση της ποσόστωσης δανεισμού των αρχών τοπικής αυτοδιοίκησης από τις αρχές του τρέχοντος έτους, που αναμένεται να διοχετευτεί από την τοπική αυτοδιοίκηση σε δαπάνες σε υποδομές.
[4]Η ικανότητα απορρόφησης μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως η ικανότητα μιας οικονομίας να αμβλύνει τον άμεσο αντίκτυπο μιας διαταραχής, δηλαδή να ελαχιστοποιήσει τις άμεσες απώλειες σε όρους προϊόντος και απασχόλησης επηρεάζοντας άλλες μεταβλητές που λειτουργούν ως σταθεροποιητές, δηλαδή τους ευέλικτους μισθούς και τιμές, την παροχή πιστώσεων και τον επιμερισμό του χρηματοοικονομικού κινδύνου. Βλ. Ευρωπαϊκή Επιτροπή (2017).
[5]Βλ. «Employment growth and GDP in the euro area» (το άρθρο διατίθεται μόνο στα αγγλικά), Οικονομικό Δελτίο, Τεύχος 2, ΕΚΤ, Φρανκφούρτη, 2019.
[6]Βλ. Anderton, R. Aranki, T., Bonthuis, B. and Jarvis, V, “Disaggregating Okun’s Law: Decomposing the impact of the expenditure components of GDP on euro area unemployment”, Working Paper Series, No. 1747, ΕΚΤ, Φρανκφούρτη, Δεκέμβριος 2014.