Απαντήσεις στις παρατηρήσεις που διατύπωσε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του σχετικά με την Ετήσια Έκθεση της ΕΚΤ για το 2024
Το παρόν έγγραφο παρατηρήσεων περιλαμβάνει απαντήσεις στα ζητήματα και τα αιτήματα που τέθηκαν από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο στο ψήφισμά του της 11ης Φεβρουαρίου 2026 σχετικά με την Ετήσια Έκθεση της ΕΚΤ για το 2024.[1] Δημοσιεύεται με την ευκαιρία της παρουσίασης της Ετήσιας Έκθεσης της ΕΚΤ για το 2025 στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Το έγγραφο εξηγεί τις πολιτικές της ΕΚΤ σε σχέση με αιτήματα που απευθύνονται στην ΕΚΤ στο ψήφισμα και είναι δομημένο κατά θέμα.[2] Η ΕΚΤ δημοσιεύει τέτοια έγγραφα παρατηρήσεων από το 2016, κατόπιν πρότασης του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
1 Νομισματική πολιτική
1.1 Επικοινωνία για τη νομισματική πολιτική
Το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου καλεί την ΕΚΤ να καταβάλει προσπάθειες για την ενίσχυση των μέσων που βελτιώνουν τη διαφάνεια, όπως τα κριτήρια αναφοράς, οι διαπιστώσεις για τις παραδοχές της που βασίζονται σε μοντέλα και οι αξιολογήσεις του Διοικητικού Συμβουλίου σχετικά με την εξέλιξη του πληθωρισμού. [σημείο 5]
Η ΕΚΤ ενισχύει συνεχώς την επικοινωνία σχετικά με τις αποφάσεις νομισματικής πολιτικής της και την προσαρμόζει σε ποικίλα ακροατήρια και στο εξελισσόμενο επικοινωνιακό τοπίο. Η σημασία της αποτελεσματικής επικοινωνίας είχε ήδη υπογραμμιστεί στο πλαίσιο της επανεξέτασης της στρατηγικής του 2025. Υπάρχουν διάφορα βασικά μέσα για την επεξήγηση των αξιολογήσεων και των αποφάσεων πολιτικής της ΕΚΤ. Σε αυτά συγκαταλέγονται η συνέντευξη Τύπου στην οποία η Πρόεδρος εξηγεί τις πιο πρόσφατες αποφάσεις νομισματικής πολιτικής του Διοικητικού Συμβουλίου, η δήλωση νομισματικής πολιτικής, οι αναφορές σχετικά με τις συνεδριάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, τα άρθρα που παρουσιάζουν τις προβολές εμπειρογνωμόνων, το Οικονομικό Δελτίο και η Ετήσια Έκθεση της ΕΚΤ. Όσον αφορά τα υποδείγματα που χρησιμοποιούνται στη διαδικασία προετοιμασίας των αποφάσεων νομισματικής πολιτικής, πληροφορίες σχετικά με τη δομή και τους συντελεστές τους διατίθενται στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ.[3] Επιπλέον, πρόσφατες επικοινωνιακές πρωτοβουλίες περιλαμβάνουν το ιστολόγιο της ΕΚΤ, το podcast της ΕΚΤ και τη σειρά Espresso Economics στο YouTube, που έχουν ως στόχο να προσεγγίσουν ευρύτερο κοινό χρησιμοποιώντας οικεία παραδείγματα και σαφή γλώσσα. Αυτά τα μέσα ενημέρωσης παρέχουν πληροφορίες για το έργο της ΕΚΤ με διαφορετικά επίπεδα λεπτομέρειας για κάθε ακροατήριο. Οι δημοσιεύσεις συμπληρώνονται από εκτενείς σειρές δεδομένων που διατίθενται στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ, π.χ. σύνολα δεδομένων για αγορές και διακρατήσεις τίτλων.
1.2 Αξιολόγηση του υψηλού πληθωρισμού
Το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εκφράζει την ανησυχία του για τα υψηλά επίπεδα πληθωρισμού κατά την περίοδο μετά την πανδημία της COVID-19, τα οποία προκλήθηκαν από κλυδωνισμούς στον εφοδιασμό. Σημειώνει ότι κατά την περίοδο αυτή θα ήταν δικαιολογημένη η έγκαιρη επιστροφή στη σταθερότητα των τιμών μέσω αποφάσεων της ΕΚΤ και καλεί την ΕΚΤ να αξιολογήσει ενδελεχώς τα αίτια αυτών των υψηλών επιπέδων πληθωρισμού στην ετήσια έκθεσή της, και να διατυπώσει μια σειρά συστάσεων πολιτικής, προκειμένου στο μέλλον να εξάγονται τα κατάλληλα συμπεράσματα από οποιαδήποτε πληθωριστική κρίση. [σημείο 9]
Η ΕΚΤ ανέλυσε διεξοδικά τους παράγοντες που οδήγησαν στο επεισόδιο υψηλού πληθωρισμού της περιόδου 2022-23 και άντλησε τα αντίστοιχα διδάγματα πολιτικής στο πλαίσιο της επανεξέτασης της στρατηγικής της το 2025. Η επανεξέταση περιλάμβανε τόσο τις συνέπειες αυτού του επεισοδίου για την άσκηση πολιτικής όσο και τα διδάγματα από την παρατεταμένη περίοδο πληθωρισμού κάτω του στόχου που προηγήθηκε, ώστε να εμπεριστατωθεί η μελλοντική στρατηγική νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ. Το επεισόδιο υψηλού πληθωρισμού αντανακλούσε μια σειρά διαταραχών που προκλήθηκαν από διαταράξεις στις αλυσίδες εφοδιασμού λόγω της πανδημίας, την αδικαιολόγητη εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και την επακόλουθη ενεργειακή κρίση, καθώς και την επανεκκίνηση της οικονομίας μετά την πανδημία. Ως απάντηση, αρχής γενομένης από τον Ιούλιο του 2022, η ΕΚΤ αύξησε τα επιτόκια κατά 450 μονάδες βάσης, ενώ τερμάτισε τις καθαρές αγορές στοιχείων ενεργητικού και επίσης, αργότερα, τις επανεπενδύσεις τίτλων κατά τη λήξη τους στο πλαίσιο του προγράμματος αγοράς στοιχείων ενεργητικού (asset purchase programme - APP) και του έκτακτου προγράμματος αγοράς στοιχείων ενεργητικού λόγω πανδημίας (pandemic emergency purchase programme - PEPP). Τα σχετικά συμπεράσματα της επανεξέτασης της στρατηγικής είναι ότι απαιτούνται επαρκώς σθεναρά ή επίμονα μέτρα νομισματικής πολιτικής ως απόκριση σε μεγάλες, παρατεταμένες αποκλίσεις του πληθωρισμού από τον στόχο, συμπεριλαμβανομένων αποκλίσεων τόσο προς τα πάνω όσο και προς τα κάτω, προκειμένου να αποφευχθεί η αποσταθεροποίηση των προσδοκιών για τον πληθωρισμό και η παγίωση των αποκλίσεων του πληθωρισμού από τον στόχο. Επιπλέον, η επανεξέταση κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η επιλογή, ο σχεδιασμός και η εφαρμογή εργαλείων νομισματικής πολιτικής θα πρέπει να διαθέτουν επαρκή ευελιξία ώστε να είναι δυνατόν η εκάστοτε αντίδραση να προσαρμόζεται σε αλλαγές στο περιβάλλον του πληθωρισμού. Επίσης, κατά τη λήψη αποφάσεων νομισματικής πολιτικής, το Διοικητικό Συμβούλιο θα λαμβάνει υπόψη όχι μόνο την πιθανότερη πορεία του πληθωρισμού και της οικονομίας αλλά και τους σχετικούς κινδύνους και παράγοντες αβεβαιότητας, μεταξύ άλλων με την κατάλληλη χρήση αναλύσεων σεναρίων και ευαισθησίας. Η ΕΚΤ έχει δημοσιεύσει πρόσθετο υλικό που αναλύει τα αίτια, τη δυναμική και τις επιδράσεις αυτής της περιόδου του πληθωρισμού πάνω από τον στόχο.[4] Μεταξύ άλλων εργαλείων, η ανάλυση εναλλακτικών σεναρίων δείχνει ότι μια ταχύτερη και πιο επιθετική αυστηροποίηση θα είχε περιορισμένο μόνο αντίκτυπο στην εξέλιξη του πληθωρισμού, με σημαντικό κόστος για την οικονομική δραστηριότητα.[5] Δεδομένου ότι οι εκτενείς αναλύσεις είναι διαθέσιμες στο κοινό και ότι σκοπός της Ετήσιας Έκθεσης της ΕΚΤ είναι να περιγράφει τις δραστηριότητες της ΕΚΤ σε δεδομένο έτος, η Ετήσια Έκθεση της ΕΚΤ για το 2025 δεν θα αποτελούσε κατάλληλο μέσο για αυτό το περιεχόμενο.
1.3 Ο στόχος της ΕΚΤ για τον πληθωρισμό και η στρατηγική νομισματικής πολιτικής της
Το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου καλεί την ΕΚΤ να αξιολογεί την καταλληλότητα του συμμετρικού της στόχου, λαμβάνοντας επίσης υπόψη ποιοτικούς παράγοντες. Σημειώνει την αξιολόγηση της στρατηγικής νομισματικής πολιτικής, του 2025, και ενθαρρύνει την ΕΚΤ να διενεργεί τέτοιες αξιολογήσεις σε περιοδική βάση. [σημείο 13]
Η ΕΚΤ υιοθέτησε συμμετρικό μεσοπρόθεσμο στόχο για πληθωρισμό 2% το 2021, ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει εξυπηρετήσει ικανοποιητικά τον σκοπό του. Η επανεξέταση της στρατηγικής το 2025 επιβεβαίωσε εκ νέου τη δέσμευση για συμμετρικό στόχο 2% για τον πληθωρισμό. Η σαφήνεια ως προς τον στόχο είναι απαραίτητη τόσο για την εκ νέου σταθεροποίηση των προσδοκιών για τον πληθωρισμό κατά την έξοδο από την περίοδο χαμηλού πληθωρισμού όσο και για τη σταθεροποίηση των προσδοκιών για τον πληθωρισμό στον στόχο στη διάρκεια της απότομης ανόδου του πληθωρισμού. Ο καθορισμός σαφούς ποσοτικού στόχου έχει διάφορα οφέλη. Ένα από αυτά είναι ότι οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις που γνωρίζουν τον συμμετρικό στόχο του 2% για τον πληθωρισμό αποδίδουν μεγαλύτερη αξιοπιστία στην ΕΚΤ σε σχέση με την εκπλήρωση του στόχου της για σταθερότητα των τιμών και έχουν προσδοκίες για τον πληθωρισμό περισσότερο ευθυγραμμισμένες με τον στόχο για τον πληθωρισμό, όπως καταδεικνύεται για παράδειγμα στην έκδοση των Ehrmann, Georgarakos and Kenny (2023).[6] Όταν αξιολογεί την κατάλληλη αντίδραση της νομισματικής πολιτικής σε απόκλιση του πληθωρισμού από τον στόχο, το Διοικητικό Συμβούλιο λαμβάνει υπόψη την προέλευση, το μέγεθος και την επιμονή της απόκλισης. Η ΕΚΤ σκοπεύει να επανεξετάζει περιοδικά την καταλληλότητα της στρατηγικής νομισματικής πολιτικής της, και η επόμενη επανεξέταση αναμένεται να πραγματοποιηθεί το 2030.
1.4 Ο ισολογισμός της ΕΚΤ και οι αγορές στοιχείων ενεργητικού
Το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου τονίζει ότι τα προγράμματα αγορών της ΕΚΤ αποτελούν μη συμβατικά μέσα νομισματικής πολιτικής που έχουν παρενέργειες. Σημειώνει ειδικότερα ότι τα προγράμματα αγοράς στοιχείων ενεργητικού μπορούν να προκαλέσουν στρέβλωση των μηνυμάτων όσον αφορά τις τιμές και ότι η ΕΚΤ έχει μεν αρχίσει να περιορίζει τον ισολογισμό της, αλλά με πολύ σταδιακό τρόπο. Στηρίζει την ΕΚΤ στην περαιτέρω μείωση του άμεσου ρόλου της στην αγορά τίτλων και την ενθαρρύνει να καταργήσει σταδιακά τα προγράμματά της για την αγορά κρατικών ομολόγων. [σημείο 14]
Τα προγράμματα αγοράς στοιχείων ενεργητικού θεσπίστηκαν με σκοπό την εκπλήρωση του πρωταρχικού στόχου της ΕΚΤ, που είναι η σταθερότητα των τιμών, σε ένα πλαίσιο παρατεταμένου πληθωρισμού κάτω από τον στόχο και επιτοκίων πολιτικής κοντά στο ελάχιστο δυνατό επίπεδό τους. Τα προγράμματα αυτά εφαρμόστηκαν στο πλαίσιο της μη συμβατικής εργαλειοθήκης της ΕΚΤ προκειμένου να διατηρηθεί η μετάδοση της νομισματικής πολιτικής και να επανέλθει ο πληθωρισμός στον στόχο του 2% όταν τα συμβατικά επιτόκια πολιτικής είχαν προσεγγίσει το ελάχιστο δυνατό επίπεδό τους. Οι αγορές στοιχείων ενεργητικού διαδραμάτισαν επίσης καθοριστικό ρόλο στη σταθεροποίηση των χρηματοπιστωτικών αγορών σε περιόδους εντάσεων. Ο τερματισμός των επανεπενδύσεων των ποσών κεφαλαίου από την εξόφληση τίτλων κατά τη λήξη τους οδηγεί σε σταδιακή και προβλέψιμη μείωση των τίτλων που διακρατούνται στο πλαίσιο του προγράμματος αγοράς ομολόγων, με σκοπό τη διατήρηση της ομαλής λειτουργίας των αγορών.[7]
Ο ισολογισμός του Ευρωσυστήματος εξακολουθεί να μειώνεται με μετρημένο και προβλέψιμο ρυθμό, όπως φαίνεται στο Διάγραμμα 1. Οι επανεπενδύσεις στο πλαίσιο του APP και του PEPP τερματίστηκαν στο τέλος Ιουνίου του 2023 και στο τέλος του 2024 αντιστοίχως. Ως εκ τούτου, το 2025 ήταν το πρώτο έτος από την έναρξη των προγραμμάτων κατά το οποίο το Ευρωσύστημα δεν διενήργησε αγορές στοιχείων ενεργητικού σχετιζόμενες με τη νομισματική πολιτική. Η μείωση των χαρτοφυλακίων APP και PEPP απορροφήθηκε ομαλά από την αγορά. Πράγματι, καθώς το Ευρωσύστημα έχει μειώσει σταδιακά τους τίτλους που διακρατεί, άλλοι επενδυτές, συμπεριλαμβανομένων νοικοκυριών, τραπεζών, ταμείων συντάξεων και ασφαλιστικών επιχειρήσεων, έχουν αυξήσει τους τίτλους που διακρατούν στα δικά τους χαρτοφυλάκια. Κατά την επανεξέταση της στρατηγικής το 2025 επιβεβαιώθηκε ότι το πρωταρχικό μέσο νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ είναι τα επιτόκια πολιτικής της. Ταυτόχρονα, επιβεβαιώθηκε επίσης το Διοικητικό Συμβούλιο μπορεί να χρησιμοποιήσει και άλλα μέσα, όπως κρίνει ενδεδειγμένο, για να δώσει την κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής όταν τα επιτόκια πολιτικής βρίσκονται κοντά στο κατώτατο επίπεδό τους ή για να διατηρήσει την ομαλή λειτουργία του μηχανισμού μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής. Η ΕΚΤ παρακολουθεί τακτικά τις παρενέργειες και τις συνέπειες των εργαλείων νομισματικής πολιτικής της για τη λειτουργία των αγορών και διενεργεί επίσης αξιολογήσεις αναλογικότητας κατά τη χρήση ή την προσαρμογή πρόσθετων μέσων νομισματικής πολιτικής.
Διάγραμμα 1
Εξέλιξη των στοιχείων ενεργητικού του Ευρωσυστήματος που σχετίζονται με τη νομισματική πολιτική
(δισεκ. ευρώ)

Σημειώσεις: Η σειρά «χαρτοφυλάκιο ομολόγων» αντιπροσωπεύει τους τίτλους που διακρατεί το Ευρωσύστημα για σκοπούς νομισματικής πολιτικής, όπως οι τίτλοι που έχουν αποκτηθεί στο πλαίσιο των διαφόρων προγραμμάτων αγοράς στοιχείων ενεργητικού, συμπεριλαμβανομένων του Προγράμματος για τις Αγορές Τίτλων (Securities Markets Programme - SMP), του PEPP και του APP. Η σειρά «πιστοδοτικές πράξεις» αντιπροσωπεύει τα ποσά που δανείζονται οι τράπεζες στο πλαίσιο όλων των πράξεων αναχρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος εκτός της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης.
1.5 Μετάδοση της νομισματικής πολιτικής
Το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εκφράζει τη λύπη του για το γεγονός ότι, από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008, τα προγράμματα βραχυπρόθεσμης δανειοδότησης της ΕΚΤ έχουν εκτοπίσει σε μεγάλο βαθμό την ιδιωτική διατραπεζική αγορά χρηματοδότησης. Καλεί την ΕΚΤ να αποφύγει την καταβολή επιτοκίων καταθέσεων στις τράπεζες που υπερβαίνουν τα επιτόκια της αγοράς, καθώς αυτό αντιβαίνει στην αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, και να άρει κάθε εμπόδιο που παρακωλύει την ανάκαμψη των βραχυπρόθεσμων μη εξασφαλισμένων διατραπεζικών αγορών. [σημείο 15]
Η δραστηριότητα στην αγορά χρήματος αυξάνεται καθώς μειώνεται η πλεονάζουσα ρευστότητα, ενώ τα επίπεδα δανεισμού από την κεντρική τράπεζα παραμένουν χαμηλά. Τόσο ο όγκος όσο και η διάρκεια των πράξεων αναχρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος μειώθηκαν μεταξύ 2022 και 2025, αφού είχαν αυξηθεί μετά τις κρίσεις που έπληξαν τη ζώνη του ευρώ όταν το Ευρωσύστημα θέσπισε τις στοχευμένες πράξεις πιο μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης (ΣΠΠΜΑ). Αυτές οι πράξεις προσέφεραν στις τράπεζες ευνοϊκούς όρους και κίνητρα για χορήγηση δανείων προς την πραγματική οικονομία, στηρίζοντας τη μετάδοση της διευκολυντικής νομισματικής πολιτικής στη διάρκεια των κρίσεων. Καθώς η πλεονάζουσα ρευστότητα έχει μειωθεί λόγω της σταδιακής μείωσης των χαρτοφυλακίων APP και PEPP, καθώς και της περιορισμένης προσφυγής στις συνήθεις πράξεις αναχρηματοδότησης, η δραστηριότητα στην αγορά χρήματος αυξήθηκε εκ νέου.[8]
Η ομαλή μετάδοση της νομισματικής πολιτικής βασίζεται στη δυνατότητα της ΕΚΤ να κατευθύνει αποτελεσματικά τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια της αγοράς χρήματος. Το επιτόκιο με το οποίο τοκίζονται οι καταθέσεις που τηρούν οι τράπεζες στο Ευρωσύστημα αποτελεί σημείο αναφοράς για τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια της αγοράς χρήματος, γεγονός που καθιστά δυνατόν αυτά να καθορίζονται σύμφωνα με την κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής. Υπό συνθήκες πλεονάζουσας ρευστότητας, τα επιτόκια της αγοράς χρήματος αναμένεται να βρίσκονται κοντά στο επιτόκιο της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων της ΕΚΤ. Οι αγορές χρήματος επηρεάζονται επίσης από διαρθρωτικούς παράγοντες που δεν σχετίζονται με τη νομισματική πολιτική. Στη μη εξασφαλισμένη αγορά, τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια μπορούν να διαμορφωθούν σε επίπεδο κάτω από το επιτόκιο της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων, επειδή τα μη τραπεζικά ιδρύματα και οι τράπεζες εκτός της ζώνης του ευρώ που δεν έχουν πρόσβαση στη διευκόλυνση αποδοχής καταθέσεων της ΕΚΤ είναι επίσης ενεργοί συμμετέχοντες στην αγορά.[9] Ταυτόχρονα, η διαφορά μεταξύ των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων της μη εξασφαλισμένης αγοράς και του επιτοκίου της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων μειώνεται αργά αλλά σταθερά, καθώς συρρικνώνεται η πλεονάζουσα ρευστότητα. Η πλεονάζουσα ρευστότητα αναμένεται να μειωθεί περαιτέρω. Όσον αφορά τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια της εξασφαλισμένης αγοράς, σήμερα βρίσκονται κατά μέσο όρο στο επίπεδο του επιτοκίου της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων.
1.6 Ουδετερότητα της αγοράς, λειτουργία της αγοράς και αποτελεσματική κατανομή των πόρων
Το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σημειώνει ότι η έννοια της ουδετερότητας της αγοράς είναι συνδεδεμένη με την αρχή της «οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό». Καλεί την ΕΚΤ, με σεβασμό προς την ανεξαρτησία της, να αντιμετωπίσει τις αδυναμίες της αγοράς και να διασφαλίσει την αποτελεσματική κατανομή των πόρων σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, παραμένοντας ταυτόχρονα όσο το δυνατόν πιο πολιτικά ουδέτερη και τηρώντας την αρχή της ουδετερότητας της αγοράς, και τονίζει ότι οι αποφάσεις αυτές δεν πρέπει να λαμβάνονται εις βάρος της εκπλήρωσης της εντολής της ΕΚΤ. [σημείο 23]
Η ΕΚΤ είναι προσηλωμένη στην αρχή της «οικονομίας της ανοικτής αγοράς με ελεύθερο ανταγωνισμό, που ευνοεί την αποτελεσματική κατανομή των πόρων», όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 127 παράγραφος 1 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι αποτελεσματικές και εύρυθμες χρηματοπιστωτικές αγορές έχουν θεμελιώδη σημασία για τη διασφάλιση της βέλτιστης κατανομής των πόρων σε μια οικονομία της αγοράς. Η ομαλή λειτουργία των χρηματοπιστωτικών αγορών – ιδίως των αγορών χρήματος και των αγορών ομολόγων – είναι ουσιώδης για την ομαλή μετάδοση των μέτρων νομισματικής πολιτικής στην ευρύτερη οικονομία. Η τήρηση της αρχής της οικονομίας της ανοικτής αγοράς δεν συνεπάγεται απαγόρευση του επηρεασμού των διαδικασιών της αγοράς, αλλά καθιερώνει το πλαίσιο εντός του οποίου η ΕΚΤ μπορεί να παρεμβαίνει με αναλογικό τρόπο και σύμφωνα με την εντολή που της έχει ανατεθεί.
Η ουδετερότητα της αγοράς συμβάλλει στη διασφάλιση της ευθυγράμμισης των ενεργειών της ΕΚΤ με την αρχή της οικονομίας της ανοικτής αγοράς. Η ΕΚΤ έχει δεσμευτεί να αποφεύγει άσκοπες διαταράξεις στη λειτουργία της αγοράς ή στον ανταγωνισμό. Η ουδετερότητα της αγοράς αποτελεί ακρογωνιαίο λίθο του σχεδιασμού των προγραμμάτων αγοράς στοιχείων ενεργητικού της ΕΚΤ. Ειδικότερα, η ουδετερότητα της αγοράς αποσκοπούσε στη διατήρηση των μηχανισμών διαμόρφωσης των τιμών με την αποφυγή τόσο σημαντικών στρεβλώσεων κατά μήκος της καμπύλης αποδόσεων όσο και διαταράξεων της ρευστότητας της αγοράς ή της διαθεσιμότητας εξασφαλίσεων λόγω των αγορών που διενεργεί η ΕΚΤ. Η ΕΚΤ μπορεί αιτιολογημένα να παρεκκλίνει από την ουδετερότητα της αγοράς όταν αυτό είναι αναγκαίο για την επίτευξη των στόχων της ή τη διαχείριση κινδύνων, υπό την προϋπόθεση ότι οι ενέργειες αυτές ευθυγραμμίζονται με άλλες αρχές της Συνθήκης και τηρούν την αρχή της αναλογικότητας. Η ΕΚΤ διαθέτει πλαίσια ελέγχου κινδύνων για να προστατεύει τον ισολογισμό της από τους χρηματοοικονομικούς κινδύνους που προκύπτουν από τις οριστικές αγορές στοιχείων ενεργητικού στο πλαίσιο της επιδίωξης του στόχου της νομισματικής πολιτικής της. Τα πλαίσια αυτά περιλαμβάνουν διαδικασίες αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας και δέουσας επιμέλειας που θα μπορούσαν – με την επιφύλαξη της αρχής της αναλογικότητας – να οδηγήσουν σε περιορισμό ή αναστολή των αγορών ορισμένων τίτλων, με πιθανό αποτέλεσμα απόκλιση από την ουδετερότητα της αγοράς. Η ύπαρξη τέτοιων πλαισίων υπογραμμίζει τη συνετή προσέγγιση της ΕΚΤ όσον αφορά την επιδίωξη του στόχου της νομισματικής πολιτικής της για σταθερότητα των τιμών, μετριάζοντας παράλληλα τους κινδύνους και διαφυλάσσοντας τις αρχές της Συνθήκης.
Στο πλαίσιο του οδικού χάρτη για το κλίμα που δημοσίευσε η ΕΚΤ το 2021, το Διοικητικό Συμβούλιο ανακοίνωσε την απόφασή του να στρέψει τις διακρατήσεις ομολόγων του επιχειρηματικού τομέα, μέσω των επανεπενδύσεων, προς εκδότες με ισχυρότερες κλιματικές επιδόσεις. Η προσαρμογή αυτή εφαρμόζεται από τον Οκτώβριο του 2022. Αποσκοπούσε στην αντιμετώπιση της εγγενούς μεροληψίας ως προς τον άνθρακα στο χαρτοφυλάκιο, στον μετριασμό των κλιματικών χρηματοοικονομικών κινδύνων στον ισολογισμό του Ευρωσυστήματος και στην ενσωμάτωση του δευτερεύοντος στόχου της στήριξης των γενικών οικονομικών πολιτικών της ΕΕ – στην προκειμένη περίπτωση των ευρύτερων κλιματικών στόχων – στη νομισματική πολιτική της ΕΚΤ. Αυτά τα μέτρα που σχετίζονται με το κλίμα οδήγησαν σε σημαντική μείωση της έντασης άνθρακα στις ροές αγοράς ομολόγων του επιχειρηματικού τομέα. Το Ευρωσύστημα σταμάτησε τις επανεπενδύσεις τίτλων του επιχειρηματικού τομέα στο πλαίσιο του προγράμματος αγοράς στοιχείων ενεργητικού και του PEPP στο τέλος Ιουνίου του 2023 και στο τέλος του 2024 αντιστοίχως.
2 Χρηματοπιστωτική σταθερότητα και υποδομές της αγοράς
2.1 Παρακολούθηση κρυπτοστοιχείων
Το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου καλεί την ΕΚΤ να εντείνει την παρακολούθηση των κρυπτοστοιχείων, όπως τα σταθερά κρυπτονομίσματα (stablecoins). [σημείο 29]
Η ΕΚΤ παρακολουθεί προσεκτικά τους κινδύνους που θέτουν για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα τα κρυπτοστοιχεία και ιδίως τα σταθερά κρυπτονομίσματα, καθώς και τον αντίκτυπό τους στη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής και στην ομαλή λειτουργία των συστημάτων πληρωμών. Οι αναλυτικές εργασίες και η εποπτεία στον τομέα αυτό επεκτείνονται συνεχώς ώστε να αντικατοπτρίζουν τις εξελίξεις στην αγορά και το εξελισσόμενο κανονιστικό πλαίσιο. Για παράδειγμα, στη διάρκεια του 2025 και στις αρχές του 2026, η ΕΚΤ δημοσίευσε διάφορα άρθρα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο τα κρυπτοστοιχεία (crypto-assets) και τα σταθερά κρυπτονομίσματα (stablecoins) θα μπορούσαν να επηρεάσουν τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα ή τη νομισματική πολιτική.[10] Η ΕΚΤ συνεργάστηκε επίσης με τις εθνικές αρμόδιες αρχές για την περαιτέρω ανάπτυξη των ικανοτήτων ανάλυσης και παρακολούθησης και συνέβαλε στο συναφές έργο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Συστημικού Κινδύνου για τα κρυπτοστοιχεία, συμπεριλαμβανομένων των σταθερών κρυπτονομισμάτων (stablecoins).[11] Δεδομένου του παγκόσμιου χαρακτήρα και της διασυνοριακής εμβέλειας των κρυπτοστοιχείων, η ΕΚΤ εξακολουθεί να συμβάλλει στο έργο που σχετίζεται με τα κρυπτοστοιχεία και τη μετατροπή περιουσιακών στοιχείων σε ψηφιακά παραστατικά αξίας (tokenisation) σε διεθνή φόρουμ, π.χ. μέσω της συμμετοχής της στο Συμβούλιο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας, την Επιτροπή Τραπεζικής Εποπτείας της Βασιλείας, την Επιτροπή Πληρωμών και Υποδομών Αγοράς, την Επιτροπή για το Παγκόσμιο Χρηματοπιστωτικό Σύστημα και την Επιτροπή Αγορών. Το εν λόγω έργο περιλαμβάνει την παρακολούθηση και την αξιολόγηση των κινδύνων των κρυπτοστοιχείων και των παρόχων υπηρεσιών τους, συμπεριλαμβανομένων των κινδύνων που απορρέουν από τις συνδέσεις των παρόχων με τον χρηματοπιστωτικό τομέα, των ευρύτερων συνεπειών για το χρηματοπιστωτικό σύστημα και της εφαρμογής και περαιτέρω ανάπτυξης διεθνών προτύπων για την αντιμετώπιση αυτών των κινδύνων. Η ΕΚΤ έχει επίσης επεκτείνει την παρακολούθηση των εξελίξεων σε ευρύτερες αγορές μετατροπής περιουσιακών στοιχείων σε ψηφιακά παραστατικά αξίας (tokenisation markets), πέραν των κρυπτοστοιχείων και των σταθερών κρυπτονομισμάτων, ώστε να συμπεριλάβει επίσης τις καταθέσεις σε ψηφιακά παραστατικά αξίας ή τα ομόλογα σε ψηφιακά παραστατικά αξίας (tokenised bonds).[12] Αυτό έγινε ιδίως στο πλαίσιο της πρωτοβουλίας Appia της ΕΚΤ για τον από κοινού σχεδιασμό – από κοινού με ενδιαφερόμενους φορείς του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα – ενός ενοποιημένου, καινοτόμου και ανταγωνιστικού ευρωπαϊκού χρηματοπιστωτικού συστήματος με ψηφιακά παραστατικά αξίας.[13] Η ΕΚΤ είναι έτοιμη να παράσχει στην Επιτροπή και στους συννομοθέτες περαιτέρω πληροφορίες και στοιχεία πολιτικής από την ανάλυσή της και την εσωτερική της παρακολούθηση, κατά περίπτωση και όπως έπραξε το 2025.[14]
2.2 Επιχειρησιακή ανθεκτικότητα και επίβλεψη των[15] Υπηρεσιών TARGET
Το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου εκφράζει ανησυχία για την προσωρινή διακοπή λειτουργίας του συστήματος διακανονισμού σε συνεχή χρόνο T2 και T2S της ΕΚΤ τον Φεβρουάριο του 2025 και καλεί την ΕΚΤ να παρακολουθεί στενά και να διασφαλίζει την ορθή λειτουργία των συστημάτων διακανονισμού. [σημείο 32]
Το Ευρωσύστημα ακολουθεί τρεις συμπληρωματικές προσεγγίσεις για την προώθηση της ασφάλειας και της αποδοτικότητας των υποδομών των χρηματοπιστωτικών αγορών. Αυτές είναι: (i) κατοχή και λειτουργία υποδομών χρηματοπιστωτικών αγορών («επιχειρησιακή λειτουργία»), (ii) άσκηση δραστηριοτήτων επίβλεψης («λειτουργία επίβλεψης») και (iii) λειτουργία ως καταλύτης («λειτουργία καταλύτη»). Οι Υπηρεσίες TARGET είναι υπηρεσίες υποδομών των χρηματοπιστωτικών αγορών που αναπτύσσει και διαχειρίζεται το Ευρωσύστημα με τις οποίες διασφαλίζεται η ελεύθερη ροή μετρητών, τίτλων και εξασφαλίσεων στην Ευρώπη. Σε αυτό το πλαίσιο, η λειτουργία επίβλεψης του Ευρωσυστήματος – η οποία είναι οργανωτικά διακριτή από την επιχειρησιακή λειτουργία – διενεργεί τακτικές αξιολογήσεις για την επικύρωση της συμμόρφωσης των Υπηρεσιών TARGET με τις ισχύουσες αρχές επίβλεψης και τις ισχύουσες νομικές διατάξεις. Εάν εντοπίσει περιπτώσεις μη συμμόρφωσης, εκδίδει συστάσεις επίβλεψης για να επιφέρει αλλαγές. Στο πλαίσιο αυτού του ρόλου, η λειτουργία της επίβλεψης αλληλεπιδρά τακτικά με την επιχειρησιακή λειτουργία του Ευρωσυστήματος, προκειμένου οι Υπηρεσίες TARGET να ζητούν τις πληροφορίες που απαιτούνται για τη διατύπωση της ανεξάρτητης άποψης της.
Η επιχειρησιακή λειτουργία των Υπηρεσιών TARGET του Ευρωσυστήματος ανταποκρίθηκε στο σοβαρό συμβάν τον Φεβρουάριο του 2025 που επηρέασε το T2 και το T2S, διενεργώντας ολοκληρωμένη αξιολόγηση μετά τα συμβάντα, η οποία κάλυψε τα βαθύτερα αίτια, τον αντίκτυπο στη λειτουργία και τα μέτρα αποκατάστασης. Τα ευρήματα ενοποιήθηκαν σε μεταγενέστερη έκθεση που δημοσιεύθηκε στον δικτυακό τόπο της ΕΚΤ τον Νοέμβριο του 2025 και κοινοποιήθηκε στην Επιτροπή Οικονομικής και Νομισματικής Πολιτικής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Η υλοποίηση των ευρημάτων της αξιολόγησης βρίσκεται σε καλό δρόμο: τα μέτρα που είναι κρίσιμα από την άποψη του χρόνου έχουν ήδη ολοκληρωθεί, ενώ οι εναπομένουσες ενέργειες εκτελούνται σύμφωνα με το συμφωνηθέν σχέδιο δράσης, με στόχο την περαιτέρω ενίσχυση των ρυθμίσεων που αφορούν την επιχειρησιακή ανθεκτικότητα και τη διαχείριση κρίσεων. Γενικότερα, οι υπηρεσίες TARGET λειτουργούν βάσει ενός άρτιου πλαισίου διαχείρισης κινδύνων και ανθεκτικότητας έναντι κυβερνοαπειλών, το οποίο περιλαμβάνει ρυθμίσεις για την επιχειρησιακή συνέχεια, την αντιμετώπιση καταστάσεων έκτακτης ανάγκης και τη διαχείριση κρίσεων, παράλληλα με τα εφεδρικά συστήματα, τη συνεχή παρακολούθηση και τις τακτικές δοκιμές.
Επιπλέον, η λειτουργία επίβλεψης των Υπηρεσιών TARGET του Ευρωσυστήματος διενήργησε λεπτομερή αξιολόγηση του σημαντικού αυτού συμβάντος. Εκδόθηκαν συστάσεις σχετικά με τον εντοπισμό των βαθύτερων αιτίων, την αποτελεσματικότητα της διαδικασίας ανάκτησης, τις δραστηριότητες δοκιμών και τις λύσεις έκτακτης ανάγκης. Η επιχειρησιακή λειτουργία των Υπηρεσιών TARGET βρίσκεται στη διαδικασία υλοποίησης αυτών των συστάσεων με υψηλή προτεραιότητα. Τέλος, ανταποκρινόμενο στο εξελισσόμενο τοπίο των απειλών, το Ευρωσύστημα επικαιροποίησε τη στρατηγική του για την ανθεκτικότητα σε κυβερνοαπειλές, ευθυγραμμίζοντας το πλαίσιο TIBER-EU[16] με τις απαιτήσεις του νόμου για την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα (Digital Operational Resilience Act – DORA[17]), βοηθώντας έτσι τις αρχές στην υλοποίηση και τη διενέργεια δοκιμών διείσδυσης βάσει απειλών, ώστε να ελέγχεται πώς οι φορείς εκμετάλλευσης προστατεύουν τα συστήματά τους από κυβερνοεπιθέσεις.
3 Διακυβέρνηση και επικοινωνία της ΕΚΤ
3.1 Θεσμική διακυβέρνηση
Το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου καλεί την ΕΚΤ να προωθήσει τον ανοικτό και εποικοδομητικό εσωτερικό διάλογο. Ζητεί επίσης την περαιτέρω ενίσχυση των πλαισίων εκπροσώπησης του προσωπικού και του εσωτερικού πλαισίου της ΕΚΤ για την υποβολή καταγγελιών. [σημείο 37]
Η ΕΚΤ διαθέτει ένα ολοκληρωμένο πλαίσιο εκπροσώπησης του προσωπικού που προωθεί τον ουσιαστικό διάλογο και τη συνεργασία με τους εκπροσώπους του προσωπικού. Το πλαίσιο εκπροσώπησης των μελών του προσωπικού της ΕΚΤ παρέχει στους εκπροσώπους του προσωπικού άφθονα μέσα για να συμβάλλουν (π.χ. μέσω διαδικασίας διαβούλευσης), να αλληλεπιδρούν και να συνεργάζονται (π.χ. σε τακτικές συναντήσεις με όλα τα επίπεδα του προσωπικού και τα διευθυντικά στελέχη της ΕΚΤ) και να επικοινωνούν (π.χ. μέσω επιστολών, ηλεκτρονικών μηνυμάτων και του ενδοδικτύου της ΕΚΤ) προκειμένου να εκφράζουν τις απόψεις τους και να εκπροσωπούν τις απόψεις του προσωπικού. Οι απόψεις αυτές λαμβάνονται υπόψη από τα όργανα λήψης αποφάσεων της ΕΚΤ, διασφαλίζοντας ότι το προσωπικό της ΕΚΤ μπορεί να συμβάλλει στη λήψη αποφάσεων για τις πολιτικές απασχόλησης και σε θέματα που το αφορούν.
Σύμφωνα με τα σχέδια που περιγράφονται στην απάντηση της ΕΚΤ στο περσινό ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, το 2025 η ΕΚΤ προέβη σε συνολική επανεξέταση των κανόνων της σχετικά με την καταγγελία, τη διερεύνηση και την πειθαρχική αντιμετώπιση. Η επανεξέταση βασίστηκε στην εμπειρία που αποκτήθηκε από το 2020, όταν το πλαίσιο αναθεωρήθηκε σημαντικά. Τον Δεκέμβριο του 2025 η Εκτελεστική Επιτροπή της ΕΚΤ υιοθέτησε ένα εκσυγχρονισμένο πλαίσιο, το οποίο εισήγαγε ορισμένες βελτιώσεις, μεταξύ άλλων στο πλαίσιο της ΕΚΤ για την υποβολή καταγγελιών. Οι αναθεωρημένοι κανόνες αποσαφηνίζουν τους διαύλους αναφοράς και εξορθολογίζουν σημαντικά τις έρευνες σε περιπτώσεις παραβάσεων, οι οποίες θα υποστηρίζονται πλέον από μία ειδική μονάδα. Επιπλέον, δίνεται πλέον μεγαλύτερη έμφαση στην παροχή βοήθειας στο προσωπικό που συμμετέχει σε τέτοιες διαδικασίες, μεταξύ άλλων μέσω συμβουλευτικής, καθώς και στην ενίσχυση της προληπτικής προστασίας σε περίπτωση που εντοπιστεί τυχόν κίνδυνος αντιποίνων. Επιπλέον, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, το αναθεωρημένο πλαίσιο ενισχύει τις διασφαλίσεις για το προσωπικό που αναφέρει δημοσίως παραπτώματα που θίγουν το δημόσιο συμφέρον.
3.2 Αλληλεπίδραση με τα εθνικά κοινοβούλια
Το ψήφισμα του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου καλεί το Ευρωπαϊκό Σύστημα Κεντρικών Τραπεζών (ΕΣΚΤ) να συνεχίσει και να ενισχύσει τον διάλογο με τα εθνικά κοινοβούλια, πράγμα που, κατά τη γνώμη του, θα ενισχύσει τη νομιμότητα και τις πολιτικές του ΕΣΚΤ. [σημείο 39]
Αν και τα εθνικά κοινοβούλια αλληλεπιδρούν κατά κύριο λόγο με τις οικείες εθνικές κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος, η ΕΚΤ μπορεί επίσης να συνεργάζεται απευθείας μαζί τους, κατά περίπτωση. Το πεδίο εφαρμογής και ο τρόπος διεξαγωγής των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των εθνικών κεντρικών τραπεζών και των κοινοβουλίων ποικίλλουν μεταξύ των κρατών μελών. Οι ειδικές συνταγματικές ρυθμίσεις, οι καταστατικές διατάξεις και η ευρύτερη θεσμική αρχιτεκτονική του κάθε κράτους μέλους επηρεάζουν τον τρόπο, τον χρόνο και τη μορφή αλληλεπίδρασης των εθνικών κεντρικών τραπεζών με τα εθνικά κοινοβούλια. Ενώ η ΕΚΤ λογοδοτεί πρωτίστως στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, μπορεί ενίοτε να δέχεται αντιπροσωπείες εθνικών κοινοβουλίων για να συζητά θέματα που αφορούν ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ. Αυτές οι συναντήσεις πραγματοποιούνται κατόπιν αιτήματος των εθνικών κοινοβουλίων και αποσκοπούν στη διασφάλιση ενός ισορροπημένου επιπέδου συμμετοχής σε όλα τα κοινοβούλια όλων των χωρών της ζώνης του ευρώ. Τα κράτη μέλη των οποίων οι εθνικές κεντρικές τράπεζες είναι μέλη του ΕΣΚΤ αλλά όχι του Ευρωσυστήματος ασκούν τη νομισματική πολιτική τους αυτόνομα και η ΕΚΤ γενικά δεν συνεργάζεται με τα εθνικά τους κοινοβούλια για τη νομισματική πολιτική της.
Το κείμενο του ψηφίσματος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου σχετικά με την Ετήσια Έκθεση της ΕΚΤ για το 2024 είναι διαθέσιμο στον δικτυακό τόπο του Κοινοβουλίου.
Η τελευταία ημερομηνία για την κατάρτιση του παρόντος εγγράφου παρατηρήσεων ήταν η 30ή Μαρτίου 2026.
Βλ. τις εκδόσεις «A guide to the Eurosystem/ECB staff macroeconomic projection exercises», ΕΚΤ, Ιούλιος 2016, «The ECB-Multi Country Model. A semi-structural model for forecasting and policy analysis for the largest euro area countries», Working Paper Series, αρ. 3119, ΕΚΤ, 2025, και τις πιο πρόσφατες προβολές, που περιλαμβάνουν πληροφορίες σχετικά με τα στοιχεία που συμβάλλουν στην κατάρτιση των προβολών.
Περιλαμβάνονται δύο μελέτες στο πλαίσιο της σειράς «Occasional Papers» της ΕΚΤ με σχετική ανάλυση που στηρίζει την επανεξέταση της στρατηγικής: Kamps, C. et al., «Report on monetary policy tools, strategy and communication», Occasional Paper Series, αρ. 372, ΕΚΤ, 2025 και Nickel, C. et al., «A strategic view on the economic and inflation environment in the euro area», Occasional Paper Series, αρ. 371, ΕΚΤ, 2025.
Βλ. σελίδα 77 στην έκδοση Kamps, C. et al., «Report on monetary policy tools, strategy and communication», Occasional Paper Series, αρ. 372, ΕΚΤ, 2025.
Βλ. Ehrmann, M., Georgarakos, D. and Kenny, G., «Credibility gains from communicating with the public: evidence from the ECB’s new monetary policy strategy», Working Paper Series, αρ. 2785, ΕΚΤ, 2023.
Βλ. Ferrara, F.M., Hudepohl, T., Karl, P., Linzert, T., Nguyen, B. and Vaz Cruz, L., «Who buys bonds now? How markets deal with a smaller Eurosystem balance sheet», Το ιστολόγιο της ΕΚΤ, ΕΚΤ, 22 Μαρτίου 2024.
Βλ. επίσης «Euro money market study 2024», ΕΚΤ, 2024.
Περισσότερες σχετικές πληροφορίες παρέχονται στην ενότητα 2.1 της έκδοσης «€STR Annual Methodology Review», ΕΚΤ, 2022.
Βλ. το ειδικό θέμα των Aerts, S. et al. με τίτλο «Just another crypto boom? Mind the blind spots», Financial Stability Review, ΕΚΤ, Μάιος 2025; και το πλαίσιο των Aerts, S., Lambert, C. and Reinhold, E. με τίτλο «Stablecoins on the rise: still small in the euro area, but spillover risks loom», Financial Stability Review, ΕΚΤ, Νοέμβριος 2025; καθώς και Altavilla, C., Boucinha, M., Burlon, L., Adalid, R., Fortes, R. and Maruhn, F., «Stablecoins and monetary policy transmission», Working Paper Series, No. 3199, ΕΚΤ, 2026 και Born et al., «Euro stablecoins and their potential effect on sovereign bond markets», Macroprudential Bulletin, Issue 33, ΕΚΤ, Απρίλιος 2026.
Βλ. Abassi et al., «Crypto-Asset Monitoring Expert Group (CAMEG) 2025 Conference – Book of abstracts», Occasional Paper Series, No 382, ΕΚΤ, 2025· «Crypto-assets and decentralised finance”, ESRB, Οκτώβριος 2025
Βλ. Banu, E. et al. (2026), «Towards an efficient and integrated digital capital market in Europe: the role of tokenisation and the Eurosystem’s policy response», Macroprudential Bulletin, Issue 33, ΕΚΤ, Απρίλιος. Born, A. et al. (2026), «Tokenised bonds: assessing efficiency and liquidity in a nascent market», Macroprudential Bulletin, Issue 33, ΕΚΤ, Απρίλιος 2026, Born, A. et al. «Tokenised money market funds: new technology, familiar risks?», Macroprudential Bulletin, Issue 33, ΕΚΤ, Απρίλιος 2006.
Βλ. την ιστοσελίδα της ΕΚΤ με τίτλο «Appia – opening the way for a future- ready, integrated financial ecosystem leverage tokenisation and DLT».
Για παράδειγμα, η απάντηση του ΕΣΚΤ στη στοχευμένη διαβούλευση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για την ενοποίηση των κεφαλαιαγορών της ΕΕ (European Commission’s targeted consultation on integration of EU capital markets), ΕΣΚΤ, Ιούνιος 2025, υπογράμμισε τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι από σημαντικούς παρόχους υπηρεσιών κρυπτοστοιχείων στην ΕΕ μέσω κεντρικής εποπτείας.
Διευρωπαϊκό Αυτοματοποιημένο Σύστημα Ταχείας Μεταφοράς Κεφαλαίων σε Συνεχή Χρόνο.
Το πλαίσιο διενέργειας δοκιμών βάσει πληροφοριών για απειλές (Threat Intelligence-Based Ethical Red Teaming), γνωστό και ως δοκιμές διείσδυσης βάσει απειλών (threat-led penetration testing – TLPT). Βλ. «Revised Eurosystem cyber resilience strategy», MIP News, ΕΚΤ, Οκτώβριος 2024.
Κανονισμός (ΕΕ) 2022/2554 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 14ης Δεκεμβρίου 2022 σχετικά με την ψηφιακή επιχειρησιακή ανθεκτικότητα του χρηματοοικονομικού τομέα και την τροποποίηση των κανονισμών (ΕΚ) αριθ. 1060/2009, (ΕΕ) αριθ. 648/2012, (ΕΕ) αριθ. 600/2014, (ΕΕ) αριθ. 909/2014 και (ΕΕ) 2016/1011 (ΕΕ L 333 της 27.12.2022, σ. 1).