Τι πρέπει να κάνει μια χώρα για να ενταχθεί στη ζώνη του ευρώ;

23 Μαΐου 2018

Πρώτον, πρέπει να είναι κράτος μέλος της ΕΕ – η υιοθέτηση του ευρώ αποτελεί σημαντικό μέρος της συμμετοχής στην ΕΕ.

Το ευρώ, που εισήχθη την 1η Ιανουαρίου 1999, έχει αντικαταστήσει τα εθνικά νομίσματα σε 19 από τα 28 κράτη μέλη της ΕΕ. Το ενιαίο νόμισμα αποτελεί νόμιμο χρήμα για 340 εκατομμύρια πολίτες της ΕΕ, οι οποίοι μπορούν να βασίζονται στο γεγονός ότι, όταν εργάζονται και ταξιδεύουν από τη μια χώρα στην άλλη, οι τιμές παραμένουν σταθερές. Επτά από τα εννέα υπόλοιπα κράτη μέλη της ΕΕ – η Δανία και το Ηνωμένο Βασίλειο εξαιρούνται στο πλαίσιο ειδικού καθεστώτος – δεσμεύονται σύμφωνα με τη Συνθήκη για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης να υιοθετήσουν το ευρώ, πράγμα που συνεπάγεται ότι πρέπει να επιδιώξουν να εκπληρώσουν τα κριτήρια σύγκλισης που προβλέπει η Συνθήκη. Ποια είναι αυτά τα κριτήρια;

Πρώτον, η Συνθήκη απαιτεί από τα κράτη μέλη να επιτύχουν υψηλό βαθμό διατηρήσιμης οικονομικής σύγκλισης προκειμένου να μπορέσουν να ενταχθούν στη ζώνη του ευρώ. Αυτό σημαίνει ότι οι οικονομίες τους πρέπει να είναι ικανές να συμβαδίσουν με τις οικονομίες των χωρών που ήδη χρησιμοποιούν το ευρώ. Η οικονομική σύγκλιση μετρείται με βάση την πρόοδο ως προς:

  • την εξέλιξη των τιμών, δηλ. τον πληθωρισμό,
  • τα δημοσιονομικά αποτελέσματα και το δημόσιο χρέος,
  • τις συναλλαγματικές ισοτιμίες,
  • τα μακροπρόθεσμα επιτόκια.

Επιπλέον, άλλοι παράγοντες που αφορούν την οικονομική ενσωμάτωση και σύγκλιση λαμβάνονται επίσης υπόψη, για παράδειγμα η ευρωστία του θεσμικού περιβάλλοντος της χώρας.

Η σύγκλιση πρέπει επίσης να είναι διατηρήσιμη, υπό την έννοια ότι δεν αρκεί η εκπλήρωση των κριτηρίων οικονομικής σύγκλισης σε δεδομένη χρονική στιγμή – τα κριτήρια πρέπει να πληρούνται σε διαρκή βάση. Αυτό έχει μεγάλη σημασία για χώρες που μοιράζονται το ίδιο νόμισμα. Πρέπει να διασφαλίζουν ότι οι οικονομίες τους είναι ανθεκτικές, ούτως ώστε η νομισματική ένωση να μπορεί να λειτουργήσει ομαλά και όλα τα μέλη να μπορούν να αποκομίσουν τα οφέλη της νομισματικής σταθερότητας.

Υπάρχουν και νομικές απαιτήσεις – για παράδειγμα, η εθνική νομοθεσία πρέπει να είναι συμβατή με τις Συνθήκες και, ιδίως, με το Καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.

Τα κριτήρια οικονομικής σύγκλισης με περισσότερες λεπτομέρειες

Εξέλιξη των τιμών

Η εξέλιξη των τιμών αφορά τη μεταβολή των τιμών των αγαθών και των υπηρεσιών με την πάροδο του χρόνου, με άλλα λόγια τον πληθωρισμό. Είναι σημαντικό για τη λειτουργία της οικονομίας και την οικονομική ευημερία οι τιμές να μην αυξάνονται υπερβολικά γρήγορα, αλλά αντιθέτως να είναι σταθερές, να μεταβάλλονται σταδιακά μόνο με την πάροδο του χρόνου. Αν οι τιμές μένουν σταθερές, αυτό σημαίνει ότι η αξία του χρήματος διατηρείται, το ίδιο και η αγοραστική σας δύναμη. Γενικότερα, σημαίνει ότι το χρήμα μπορεί να εκπληρώνει τις βασικές του λειτουργίες, μεταξύ των οποίων είναι να αποτελεί σταθερό μέσο συναλλαγών και αποθήκευσης αξίας.

Μια χώρα θεωρείται ότι εκπληρώνει το κριτήριο της σταθερότητας των τιμών αν ο μέσος ρυθμός πληθωρισμού της δεν υπερβαίνει τον ρυθμό πληθωρισμού των τριών κρατών μελών της ΕΕ με τις καλύτερες επιδόσεις κατά περισσότερο από 1,5 ποσοστιαία μονάδα στη διάρκεια περιόδου παρατήρησης ενός έτους.

Εξέλιξη των δημοσιονομικών αποτελεσμάτων και του δημόσιου χρέους

Με βάση τις διατάξεις της Συνθήκης, η γενική οικονομική κατάσταση ενός κράτους μέλους κρίνεται βιώσιμη εφόσον πληρούνται δύο συνθήκες:

  • οι δημόσιες δαπάνες δεν υπερβαίνουν κατά πολύ τα έσοδά του (ειδικότερα, το ετήσιο δημοσιονομικό έλλειμμα δεν πρέπει να υπερβαίνει το 3% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος),
  • το συνολικό δημόσιο χρέος δεν υπερβαίνει το 60% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος.

Επιδίωξη αυτών των κριτηρίων είναι να διασφαλίζεται η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών καθώς και η ικανότητα της κυβέρνησης να διαχειρίζεται τα χρέη της. Η Συνθήκη προβλέπει ωστόσο κάποια ευελιξία όσον αφορά τα δύο κριτήρια και η τελική αξιολόγηση παρέχεται από το Συμβούλιο Ecofin, δηλ. τη συνεδρίαση των υπουργών οικονομικών των κρατών μελών της ΕΕ.

Εξέλιξη των συναλλαγματικών ισοτιμιών

Η χώρα πρέπει να διατηρεί σταθερή τη συναλλαγματική ισοτιμία του νομίσματός της. Αυτό είναι σημαντικό επειδή επιτρέπει στις επιχειρήσεις και τους ανθρώπους να κάνουν τα μελλοντικά τους σχέδια, έχοντας τη βεβαιότητα ότι οι τιμές των εξαγωγών και των εισαγωγών θα είναι σταθερές.

Για να κριθεί η σταθερότητα των συναλλαγματικών ισοτιμιών αξιολογείται κατά πόσον η συναλλαγματική ισοτιμία του νομίσματος της χώρας έχεις παραμείνει εντός των περιθωρίων διακύμανσης που προβλέπει ο μηχανισμός συναλλαγματικών ισοτιμιών (ΜΣΙ ΙΙ) τουλάχιστον κατά τα δύο προηγούμενα έτη, χωρίς υποτίμηση έναντι του ευρώ.

Εξέλιξη των μακροπρόθεσμων επιτοκίων

Το μακροπρόθεσμο επιτόκιο μιας χώρας δεν πρέπει να υπερβαίνει το αντίστοιχο επιτόκιο των τριών κρατών μελών με τις καλύτερες επιδόσεις κατά περισσότερο από 2 ποσοστιαίες μονάδες στη διάρκεια περιόδου παρατήρησης ενός έτους πριν από την αξιολόγηση. Το επιτόκιο μετρείται με βάση τα μακροπρόθεσμα κρατικά ομόλογα ή συγκρίσιμους τίτλους. Αυτό το κριτήριο είναι σημαντικό καθώς δείχνει ότι η σύγκλιση της χώρας είναι διαρκής και διατηρήσιμη.

Ποιος αξιολογεί κατά πόσον ένα κράτος μέλος της ΕΕ είναι έτοιμο να υιοθετήσει το ευρώ;

Τουλάχιστον μία φορά κάθε δυο χρόνια, ή έπειτα από αίτημα κράτους μέλους της ΕΕ που δεν έχει ακόμη υιοθετήσει το ευρώ, η ΕΚΤ και η Ευρωπαϊκή Επιτροπή υποβάλλουν στο Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης έκθεση σχετικά με την πρόοδο που έχουν σημειώσει τα κράτη μέλη εκτός της ζώνης του ευρώ προς την εκπλήρωση των κριτηρίων σύγκλισης που ορίζονται στη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Αυτές οι εκθέσεις ονομάζονται εκθέσεις για τη σύγκλιση.

Πλήρης κατάλογος εκθέσεων για τη σύγκλιση

Πέρα από την κατάρτιση αυτών των εκθέσεων, η ΕΚΤ και η Επιτροπή παρακολουθούν τακτικά την πρόοδο σε όλη τη διάρκεια του έτους.

Η τελική απόφαση σχετικά με το αν μια χώρα μπορεί να υιοθετήσει το ευρώ ως νόμισμά της είναι αρμοδιότητα του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι αντιπρόσωποι όλων των χωρών της ΕΕ λαμβάνουν απόφαση με βάση πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και έπειτα από διαβούλευση με το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο.