ΚΑΤΕΥΘΥΝΤΗΡΙΕΣ ΑΡΧΕΣ ΠΟΥ ΔΙΕΠΟΥΝ ΤΗΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΤΩΝ ΑΝΩΤΑΤΩΝ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΑΪΚΗΣ ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ (ΕΚΤ)

(ΔΥΝΑΜΕΙ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 8 ΤΟΥ ΚΩΔΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ)

Προοίμιο

Τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου, της εκτελεστικής επιτροπής και του εποπτικού συμβουλίου (εφεξής τα «μέλη ανώτατων οργάνων της ΕΚΤ») διέπονται από τους υφιστάμενους κανόνες, όπως αυτοί ορίζονται ιδίως στο καταστατικό του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και στον κώδικα συμπεριφοράς ανώτατων λειτουργών της ΕΚΤ, και ενεργούν σύμφωνα με αυτούς.

Τα μέλη των ανώτατων οργάνων της ΕΚΤ αποδίδουν μεγάλη σημασία στη σαφή, αποτελεσματική και έγκαιρη κοινοποίηση των αποφάσεων στρατηγικής και πολιτικής της ΕΚΤ, καθώς και σε θέματα που σχετίζονται με την εφαρμογή των συγκεκριμένων αποφάσεων. Η πολιτική επικοινωνίας της ΕΚΤ ως ανεξάρτητης νομισματικής και εποπτικής αρχής αποτελεί βασικό στοιχείο των υποχρεώσεων λογοδοσίας και χρηστής διακυβέρνησης στις οποίες υπόκειται. Η τακτική επαφή και η αλληλεπίδραση με το κοινό, τον ιδιωτικό τομέα, την ακαδημαϊκή κοινότητα, τις ομάδες συμφερόντων, τις αντιπροσωπευτικές ενώσεις και την κοινωνία των πολιτών παρέχουν χρήσιμα στοιχεία και πληροφορίες που βοηθούν στην κατανόηση της δυναμικής της οικονομίας, των χρηματοπιστωτικών αγορών, του τραπεζικού τομέα και του ευρύτερου κοινωνικού περιβάλλοντος.

Η αμφίδρομη αυτή επικοινωνία βασίζεται στον ανοικτό, διαφανή και τακτικό διάλογο και στην ανταλλαγή απόψεων μεταξύ των μελών των ανώτατων οργάνων της ΕΚΤ και του ευρύτερου κοινού, αλλά και εξειδικευμένων κατηγοριών του.

Κατευθυντήριες αρχές

Ενεργώντας με γνώμονα τις αξίες της ακεραιότητας και της διαφάνειας τα μέλη των ανώτατων οργάνων της ΕΚΤ και οι αναπληρωτές επιβεβαιώνουν την προσήλωσή τους στις ακόλουθες αρχές όταν αλληλεπιδρούν με τον ιδιωτικό τομέα, την ακαδημαϊκή κοινότητα, τις ομάδες συμφερόντων, τις αντιπροσωπευτικές ενώσεις και τους εκπροσώπους της κοινωνίας των πολιτών[1]:

Πρώτον, τα μέλη των ανώτατων οργάνων της ΕΚΤ και οι αναπληρωτές θα διαφυλάσσουν τις εμπιστευτικές πληροφορίες σύμφωνα με τις σχετικές υποχρεώσεις στις οποίες υπόκεινται και θα επιλέγουν με άκρα σύνεση τις εξωτερικές εκδηλώσεις στο πλαίσιο των οποίων θα πραγματοποιούν ομιλίες, προκειμένου να αποφεύγεται η ταυτόχρονη δημοσιοποίηση στο ευρύτατο κοινό πληροφοριών που ενδέχεται να επηρεάζουν τις αγορές. Για τον σκοπό αυτό τα εν λόγω πρόσωπα:

  • δεν επιτρέπεται να αποδέχονται την πραγματοποίηση ομιλιών στο πλαίσιο εκδηλώσεων κατά τις οποίες οι παρατηρήσεις τους θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις αγορές, εκτός εάν αυτές δημοσιεύονται στην ιστοσελίδα του οικείου ιδρύματος κατ’ αρχήν κατά το χρόνο έναρξης της ομιλίας ή το ευρύ κοινό μπορεί να παρακολουθεί απευθείας την εκδήλωση (π.χ. μέσω ζωντανής διαδικτυακής μετάδοσης) ή στην εκδήλωση παρίστανται εκπρόσωποι των μέσων ενημέρωσης και μπορούν να τη μεταδίδουν σε πραγματικό χρόνο. Η παρούσα πρόβλεψη δεν ισχύει για ομιλίες που αφορούν γενικά ή ακαδημαϊκά θέματα και στις οποίες δεν γνωστοποιούνται πληροφορίες που μπορούν να επηρεάσουν τις αγορές·
  • δεν επιτρέπεται να γνωστοποιούν σε μη δημόσιο πλαίσιο προσωπικές απόψεις για την κατάσταση της οικονομίας ή του χρηματοπιστωτικού τομέα οι οποίες αφορούν τη μελλοντική κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής ή εποπτικών θεμάτων και δεν έχουν ήδη διατυπωθεί δημόσια, απευθυνόμενα σε ιδρύματα, εταιρείες ή πρόσωπα που θα μπορούσαν να αντλήσουν όφελος από τις εν λόγω πληροφορίες· και
  • όταν επιλέγουν τις εκδηλώσεις για την πραγματοποίηση ομιλιών οφείλουν να καταβάλλουν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να διασφαλίζουν ότι η εκ μέρους τους αποδοχή των σχετικών προσκλήσεων δεν μπορεί να εκληφθεί ως πράξη η οποία προάγει το κύρος του διοργανωτή έναντι ανταγωνιστών του ή ότι του παρέχει τη δυνατότητα προσπορισμού εμπορικού οφέλους στη βάση φαινομενικά αποκλειστικών επαφών του με τα συγκεκριμένα μέλη ανώτατων οργάνων της ΕΚΤ και τους αναπληρωτές.

Δεύτερον, τα μέλη ανώτατων οργάνων της ΕΚΤ και οι αναπληρωτές οφείλουν να μεριμνούν για την αποφυγή της αποκάλυψης πληροφοριών δυνάμενων να επηρεάσουν τις αγορές όταν εξετάζουν το ενδεχόμενο αποδοχής πρόσκλησης για την πραγματοποίηση ομιλίας σε μη δημόσια εκδήλωση ή διμερούς συνάντησης, π.χ. με τραπεζίτες, εκπροσώπους του κλάδου ή ομάδες ειδικών συμφερόντων και εκπροσώπησης.

Το μέλος ανώτατου οργάνου της ΕΚΤ ή ο αναπληρωτής θα πρέπει κατά γενικό κανόνα και εν είδει πρόσθετου εχεγγύου να συνοδεύεται από μέλος του προσωπικού του οικείου ιδρύματος ή της οντότητας σε μη δημόσιες εκδηλώσεις όπου πρόκειται να συζητηθούν μελλοντικά θέματα νομισματικής πολιτικής ή εποπτείας και σε διμερείς συναντήσεις, εκτός εάν τούτο αντιβαίνει στα συμφέροντα του ιδρύματος ή της οντότητας, προκειμένου να διαφυλάσσεται η «ανάγκη ενημέρωσης» του εν λόγω μέλους ή αναπληρωτή.

Τρίτον, προς ενίσχυση της διαφάνειας και λογοδοσίας τα μέλη των ανώτατων οργάνων της ΕΚΤ οφείλουν κατά γενικό κανόνα να συμπεριλαμβάνουν στα δημοσιευόμενα χρονοδιαγράμματα των συναντήσεών τους με εξωτερικούς φορείς πληροφορίες σχετικά με τις συναντήσεις αυτές, στο μέτρο που σχετίζονται με καθήκοντά τους ως μελών ανώτατων οργάνων της ΕΚΤ.

Τέταρτον, τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και της εκτελεστικής επιτροπής και οι αναπληρωτές τους επιβεβαιώνουν την προσήλωσή τους στην αρχή της «σιωπηρής περιόδου», βάσει της οποίας ομιλίες που πραγματοποιούνται και σχόλια που διατυπώνονται δημόσια εντός του επταημέρου που προηγείται κάθε προγραμματισμένης συνεδρίασης νομισματικής πολιτικής του διοικητικού συμβουλίου δεν θα πρέπει να επηρεάζουν τις προσδοκίες αναφορικά με τις επικείμενες αποφάσεις νομισματικής πολιτικής. Ομοίως, εντός του ίδιου επταημέρου τα μέλη του διοικητικού συμβουλίου και της εκτελεστικής επιτροπής δεν επιτρέπεται να πραγματοποιούν συναντήσεις ούτε ομιλίες απευθυνόμενα στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, σε συμμετέχοντες στην αγορά ή σε τρίτους εκπροσώπους συμφερόντων σχετικά με θέματα νομισματικής πολιτικής, ενώ σε περίπτωση που ακούσια παραβούν τη συγκεκριμένη υποχρέωσή τους θα πρέπει να ενημερώνουν αμέσως τις υπηρεσίες επικοινωνίας και συμμόρφωσης του ιδρύματός τους.

[1] Οι εν λόγω κατευθυντήριες αρχές δεν ισχύουν στο πλαίσιο του διαλόγου με τις δημόσιες αρχές.