Αποχαιρετιστήριες δηλώσεις

Δηλώσεις του Mario Draghi, Προέδρου της ΕΚΤ, στην αποχαιρετιστήρια εκδήλωση προς τιμήν του

Φρανκφούρτη, 28 Οκτωβρίου 2019

Η φετινή χρονιά σηματοδοτεί δύο δεκαετίες νομισματικής ένωσης. Πρόκειται αναμφίβολα για μια επέτειο ιστορικής σημασίας. Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που η ανεργία μάστιζε την οικονομία της ζώνης του ευρώ σε βαθμό που ίσως δεν είχαμε ξαναδεί μετά τη Μεγάλη Ύφεση και που εκφραζόταν το θεμελιώδες ερώτημα αν το ευρώ θα μπορούσε να επιβιώσει. Σήμερα 11 εκατομμύρια περισσότεροι άνθρωποι έχουν εργασία. Η εμπιστοσύνη του κοινού στο ευρώ έχει ανέλθει στο υψηλότερο επίπεδό της. Σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ οι φορείς χάραξης πολιτικής επιβεβαιώνουν ξανά ότι το ευρώ είναι μη αναστρέψιμο.

Όμως για μένα η σημερινή εκδήλωση είναι περισσότερο μια ευκαιρία περισυλλογής παρά εορτασμού.

Το ευρώ είναι κατεξοχήν πολιτικό εγχείρημα, ένα θεμελιώδες βήμα προς τον στόχο μιας μεγαλύτερης πολιτικής ολοκλήρωσης, το οποίο στηρίχθηκε σε οικονομικά επιχειρήματα που αφορούσαν τη δυσχερή κατάσταση των ευρωπαϊκών οικονομιών στα μέσα της δεκαετίας του 1980. Η ανεργία είχε αυξηθεί από 2,6% το 1973 σε 9,2% το 1985 και ο ρυθμός ανάπτυξης είχε επιβραδυνθεί σημαντικά στις 12 χώρες που μετέπειτα θα σχημάτιζαν τη ζώνη του ευρώ.

Οι οραματιστές ηγέτες εκείνης της εποχής διαπίστωσαν όμως ότι η Ευρώπη διέθετε ένα ισχυρό εργαλείο για να επιταχύνει την ανάπτυξη: τη μεταμόρφωση της κοινής αγοράς της σε ενιαία αγορά. Η άρση των φραγμών στο εμπόριο και τις επενδύσεις θα μπορούσε να αντιστρέψει την υποχώρηση του οικονομικού δυναμικού και να επαναφέρει περισσότερους ανθρώπους στην αγορά εργασίας.

Ωστόσο, η Ενιαία Αγορά είχε πάντοτε ευρύτερες διαστάσεις. Σκοπός της ήταν επίσης να προστατεύσει τους ανθρώπους από ένα μέρος του κόστους που αναμφίβολα θα επέφεραν οι σχεδιαζόμενες αλλαγές. Σε αντίθεση με την ευρύτερη διαδικασία της παγκοσμιοποίησης, επέτρεψε στην Ευρώπη να επιβάλει τις αξίες της όσον αφορά την οικονομική ολοκλήρωση – να χτίσει μια αγορά που, στο μέτρο του δυνατού, ήταν ελεύθερη και δίκαιη. Οι κοινοί κανόνες θα δημιουργούσαν εμπιστοσύνη μεταξύ των χωρών, θα προστάτευαν τους αδύναμους έναντι των ισχυρών και θα διασφάλιζαν τους εργαζομένους.

Η Ενιαία Αγορά, με αυτήν την έννοια, ήταν μια τολμηρή απόπειρα «ελεγχόμενης παγκοσμιοποίησης». Συνδύαζε τον ανταγωνισμό με επίπεδα προστασίας του καταναλωτή και κοινωνικής προστασίας άγνωστα στον υπόλοιπο κόσμο.

Υπήρχε όμως ένα είδος αθέμιτης πρακτικής που η Ενιαία Αγορά δεν μπορούσε να απαγορεύσει: τις ανταγωνιστικές υποτιμήσεις. Μια τέτοια προοπτική θα υπονόμευε την αμοιβαία εμπιστοσύνη η οποία ήταν ζωτικής σημασίας για την επιβίωση της Ενιαίας Αγοράς και για την πρόοδο του εγχειρήματος για μια μεγαλύτερη πολιτική ολοκλήρωση.

Η ελεύθερη διακύμανση των νομισμάτων δεν αποτελούσε επομένως λύση και οι σταθερές συναλλαγματικές ισοτιμίες δεν θα είχαν αποτέλεσμα λόγω της μεγαλύτερης κινητικότητας του κεφαλαίου εντός της Ευρώπης, όπως απέδειξε η κρίση του ΜΣΙ το 1992-93.

Η απάντηση ήταν η δημιουργία ενός ενιαίου νομίσματος: μία αγορά με ένα νόμισμα.

Αυτό το δημιούργημα είναι σε μεγάλο βαθμό επιτυχημένο: τα εισοδήματα σε όλη την ήπειρο αυξήθηκαν σημαντικά, η ενοποίηση και οι αλυσίδες αξίας αναπτύχθηκαν σε βαθμό που ήταν αδιανόητος πριν από 20 χρόνια και η Ενιαία Αγορά βγήκε αλώβητη από τη χειρότερη κρίση μετά τη δεκαετία του 1930.[1]

Τα προηγούμενα 20 χρόνια μάς έδωσαν δύο μαθήματα ζωτικής σημασίας για μια επιτυχημένη νομισματική ένωση.

Το πρώτο αφορά τη νομισματική πολιτική.

Όταν ιδρύθηκε η ΕΚΤ, αυτό που την απασχολούσε κατά κύριο λόγο ήταν η διατήρηση του πληθωρισμού σε χαμηλά επίπεδα. Η ΕΚΤ ήταν μια νέα κεντρική τράπεζα χωρίς προηγούμενα διαπιστευτήρια. Γι’ αυτό το πλαίσιο πολιτικής της σχεδιάστηκε με ρητό σκοπό να καλλιεργηθεί ισχυρή αντιπληθωριστική αξιοπιστία. Η ΕΚΤ πέτυχε γρήγορα τον σκοπό αυτόν. Το γεγονός ότι η πρώτη δεκαετία της κύλησε τόσο ομαλά οφείλεται σε τεράστιο βαθμό στους πρώτους επικεφαλής της ΕΚΤ.

Κανείς όμως δεν θα μπορούσε να έχει προβλέψει ότι μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα το περιβάλλον της νομισματικής πολιτικής σε παγκόσμιο επίπεδο θα αντιστρεφόταν απότομα: ότι οι πληθωριστικές δυνάμεις θα μετατρέπονταν σε αποπληθωριστικές.

Σε όλες τις προηγμένες οικονομίες κρίθηκε αναγκαία η δημιουργία ενός νέου προτύπου για τις δραστηριότητες των κεντρικών τραπεζών, το οποίο περιλάμβανε δύο στοιχεία: αποφασιστικότητα να καταπολεμηθεί ο αποπληθωρισμός το ίδιο σθεναρά όσο ο πληθωρισμός και ευελιξία στην επιλογή των εργαλείων για τον σκοπό αυτόν.

Στην περίπτωσή μας, η ΕΚΤ απέδειξε ότι δεν δέχεται απειλές κατά της νομισματικής σταθερότητας που προκαλούνται από αβάσιμους φόβους για το μέλλον του ευρώ. Έδειξε ότι καταπολεμά τους κινδύνους που απειλούν να διαταράξουν τη σταθερότητα των τιμών προς τα κάτω με το ίδιο σθένος όσο και το αντίστροφο. Απέδειξε επίσης ότι χρησιμοποιεί όλα τα εργαλεία που διαθέτει στο πλαίσιο της εντολής η οποία της έχει ανατεθεί ακριβώς για να διασφαλίσει αυτήν την εντολή – χωρίς ποτέ να υπερβαίνει τα όρια του νόμου.

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο επιβεβαίωσε τη νομιμότητα των μέτρων που λάβαμε καθώς και την ευρεία διακριτική ευχέρεια της ΕΚΤ να χρησιμοποιεί όλα τα μέσα που διαθέτει ανάλογα με τις ανάγκες και σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας προκειμένου να επιτύχει τον στόχο της.

Αυτή η απόφαση ήταν κρίσιμης σημασίας, γιατί διακυβευόταν η ουσία της κεντρικής τράπεζας στην οποία είχε εξελιχθεί πλέον η ΕΚΤ και την οποία θέλουν να βλέπουν οι περισσότεροι άνθρωποι στην Ευρώπη: μια σύγχρονη κεντρική τράπεζα ικανή να χρησιμοποιεί όλα τα μέσα που διαθέτει ανάλογα με τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει και ένα πραγματικά ομοσπονδιακό θεσμικό όργανο το οποίο ενεργεί προς το συμφέρον ολόκληρης της ζώνης του ευρώ.[2]

Το δεύτερο μάθημα αφορά το θεσμικό οικοδόμημα της ΟΝΕ.

Η ζώνη του ευρώ δημιουργήθηκε με βάση την αρχή της «νομισματικής κυριαρχίας», η οποία προϋποθέτει ότι η νομισματική πολιτική επικεντρώνεται αποκλειστικά στη σταθερότητα των τιμών και δεν υποτάσσεται ποτέ στη δημοσιονομική πολιτική. Η «νομισματική κυριαρχία» δεν αποκλείει την επικοινωνία με τις κυβερνήσεις όταν γίνεται σαφές ότι αμοιβαία ευθυγραμμισμένες πολιτικές θα μπορούσαν να αποκαταστήσουν γρηγορότερα τη σταθερότητα των τιμών. Αυτό σημαίνει ότι η ευθυγράμμιση των πολιτικών, όπου κρίνεται απαραίτητη, πρέπει να υπηρετεί τον στόχο της νομισματικής σταθερότητας και όχι να λειτουργεί σε βάρος της.[3]

Σήμερα, βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου τα χαμηλά επιτόκια δεν παρέχουν τον ίδιο βαθμό στήριξης στην οικονομία όπως στο παρελθόν, επειδή έχει μειωθεί το ποσοστό απόδοσης των επενδύσεων στην οικονομία. Η νομισματική πολιτική εξακολουθεί μεν να επιτυγχάνει τον στόχο της, όμως μπορεί να το κάνει γρηγορότερα και με λιγότερες παρενέργειες αν οι δημοσιονομικές πολιτικές είναι ευθυγραμμισμένες με αυτήν.

Για αυτόν τον λόγο, από το 2014 η ΕΚΤ άρχισε σταδιακά να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στο μείγμα των μακροοικονομικών πολιτικών στη ζώνη του ευρώ.[4] Μια πιο ενεργή δημοσιονομική πολιτική στη ζώνη του ευρώ θα μας έδινε τη δυνατότητα να προσαρμόζουμε τις πολιτικές μας γρηγορότερα και θα οδηγούσε σε υψηλότερα επιτόκια.

Στη νομισματική ένωσή μας, οι εθνικές πολιτικές διαδραματίζουν τον βασικό ρόλο στη δημοσιονομική σταθεροποίηση – σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από ό,τι οι πολιτικές σε επίπεδο πολιτειών στις ΗΠΑ. Οι εθνικές πολιτικές δεν μπορούν όμως να εγγυηθούν πάντοτε τη σωστή κατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής για τη ζώνη του ευρώ συνολικά. Ο συντονισμός αποκεντρωμένων δημοσιονομικών πολιτικών είναι από τη φύση του πολύπλοκος. Και οι μη συντονισμένες πολιτικές δεν αρκούν, επειδή η μετάδοση επιδράσεων μεταξύ χωρών από την άσκηση επεκτατικών δημοσιονομικών πολιτικών είναι σχετικά περιορισμένη.

Γι’ αυτό χρειάζεται να αναπτυχθεί δημοσιονομική ικανότητα στη ζώνη του ευρώ, με κατάλληλη έκταση και σωστό σχεδιασμό: αρκετά ευρεία ώστε να σταθεροποιεί τη νομισματική ένωση αλλά σχεδιασμένη κατά τρόπο που να μην δημιουργεί υπερβολικό ηθικό κίνδυνο.

Τέλεια λύση δεν υπάρχει. Όταν μοιραζόμαστε τους κινδύνους, ο ηθικός κίνδυνος είναι αδύνατον να μηδενιστεί. Μπορούμε όμως να τον περιορίσουμε σημαντικά με σωστό σχεδιασμό. Ταυτόχρονα, θα πρέπει επίσης να αναγνωρίσουμε ότι ο επιμερισμός των κινδύνων μπορεί να συμβάλει στη μείωσή τους.

Η δημιουργία μιας ένωσης κεφαλαιαγορών, η οποία θα συνεπαγόταν μεγαλύτερο επιμερισμό των κινδύνων στον ιδιωτικό τομέα, θα μείωνε σημαντικά το μέρος των κινδύνων των οποίων η διαχείριση πρέπει να γίνεται στο πλαίσιο κεντρικής δημοσιονομικής ικανότητας. Και η ύπαρξη κεντρικής δημοσιονομικής ικανότητας θα μείωνε με τη σειρά της τους κινδύνους για το σύνολο της ένωσης όταν οι εθνικές πολιτικές δεν θα ήταν ικανές να εκπληρώσουν τον ρόλο τους.

Σε άλλες περιοχές όπου η δημοσιονομική πολιτική διαδραμάτισε μεγαλύτερο ρόλο μετά την κρίση διαπιστώσαμε ότι η ανάκαμψη ξεκίνησε νωρίτερα και η επάνοδος στη σταθερότητα των τιμών ήταν ταχύτερη. Οι ΗΠΑ είχαν έλλειμμα 3,6% κατά μέσο όρο από το 2009 μέχρι το 2018, ενώ η ζώνη του ευρώ κατέγραφε πλεόνασμα 0,5%.[5]

Με άλλα λόγια, οι ΗΠΑ είχαν ένωση κεφαλαιαγορών και ταυτόχρονα ασκούσαν αντικυκλική δημοσιονομική πολιτική. Η ζώνη του ευρώ δεν είχε ένωση κεφαλαιαγορών και ασκούσε φιλοκυκλική δημοσιονομική πολιτική.

Ο δρόμος προς μια δημοσιονομική ικανότητα θα είναι πιθανότατα μακρύς. Η ιστορία δείχνει ότι οι προϋπολογισμοί σπάνια καταρτίζονται για τον γενικό σκοπό της σταθεροποίησης, αλλά μάλλον για την εκπλήρωση συγκεκριμένων σκοπών προς το δημόσιο συμφέρον. Στις ΗΠΑ η ανάγκη ανάκαμψης από τη Μεγάλη Ύφεση οδήγησε στην επέκταση του ομοσπονδιακού προϋπολογισμού τη δεκαετία του 1930. Ίσως και στην Ευρώπη να χρειαστεί μια επείγουσα ανάγκη, όπως ο περιορισμός της κλιματικής αλλαγής, ώστε να επικεντρωθούμε σε έναν συλλογικό σκοπό.

Όποια πορεία και αν επιλέξουμε είναι ολοφάνερο ότι τώρα είναι η ώρα για περισσότερη, και όχι για λιγότερη, Ευρώπη. Και δεν μιλώ σαν να πρόκειται για κάτι αυτονόητο, αλλά προσφεύγω στο γνησιότερο πνεύμα της ομοσπονδιακής παράδοσης. Όταν τα αποτελέσματα μπορούν να επιτευχθούν με τον καλύτερο τρόπο από τις εθνικές πολιτικές, δεν χρειάζεται να παρέμβουμε. Αλλά όταν μπορούμε να καθησυχάσουμε τις θεμιτές ανησυχίες του κοινού μόνο με τη συνεργασία, τότε χρειαζόμαστε μια ισχυρότερη Ευρώπη.

Για εμάς τους Ευρωπαίους, σ’ ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, η γνήσια κυριαρχία που ικανοποιεί τις ανάγκες των ανθρώπων για ασφάλεια και ευημερία μπορεί να επιτευχθεί μόνο με τη συνεργασία.[6] Όπως είπε η καγκελάριος Merkel, «εμείς οι Ευρωπαίοι πρέπει να πάρουμε τη μοίρα στα χέρια μας αν θέλουμε να επιβιώσουμε σαν κοινότητα».[7]

Με τη συνεργασία μπορούμε να προστατεύουμε τα συμφέροντά μας στην παγκόσμια οικονομία, να αντιστεκόμαστε στις πιέσεις ξένων δυνάμεων, να επηρεάζουμε τους κανόνες παγκοσμίως ώστε να αντικατοπτρίζουν τα πρότυπά μας και να επιβάλλουμε τις αξίες μας σε εταιρείες παγκόσμιου βεληνεκούς. Τίποτα από αυτά δεν μπορεί να επιτευχθεί στον ίδιο βαθμό όταν οι χώρες ενεργούν μόνες τους. Σε ένα παγκοσμιοποιημένο περιβάλλον, ο επιμερισμός της κυριαρχίας είναι ένας τρόπος ανάκτησης της κυριαρχίας.

Το γεγονός όμως ότι αναγνωρίζουμε την ανάγκη να ασκήσουμε αυτό που ο πρόεδρος Macron ονόμασε «ευρωπαϊκή κυριαρχία»[8] προκειμένου να είμαστε αποτελεσματικοί δεν σημαίνει ότι διαθέτουμε ήδη σήμερα τις πολιτικές υποδομές για να το πράξουμε. Η επίγνωση της αναγκαιότητάς τους αυξάνεται πάντως γρήγορα.

Αυτό φάνηκε στις πιο πρόσφατες εκλογές του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, που ήταν ίσως οι πρώτες στις οποίες η εκλογική μάχη αφορούσε κυρίως ευρωπαϊκά ζητήματα. Ακόμη και όσοι επεδίωκαν να επιβραδύνουν την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση το έκαναν αμφισβητώντας τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και όχι απορρίπτοντας ευθέως τη νομιμότητά τους.

Αυτή είναι μόνο η αρχή. Δείχνει όμως ότι η ένωσή μας προχωρεί στη σωστή κατεύθυνση. Είμαι πεπεισμένος ότι θα συνεχίσει έτσι, επειδή σε τελική ανάλυση η μελλοντική πορεία μας προς μια ευρωπαϊκή κυριαρχία χαράσσεται με γνώμονα το συμφέρον των ίδιων των χωρών.

Οι ενέργειες πολλών αφοσιωμένων Ευρωπαίων, τόσο σε εθνικό όσο και σε ενωσιακό επίπεδο, μας βοήθησαν να φθάσουμε σε αυτό το σημείο. Υπάρχουν τρεις ομάδες των οποίων τη συνεισφορά θεωρώ ξεχωριστή.

Πρώτον, το προσωπικό της ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες.

Σε πολλές περιπτώσεις στη διάρκεια της κρίσης η ΕΚΤ χρειάστηκε να πλεύσει σε πραγματικά αχαρτογράφητα νερά. Βρεθήκαμε αντιμέτωποι, από κάθε άποψη, με μια απίστευτα πολύπλοκη οικονομική κατάσταση, όπου νέες προκλήσεις εμφανίζονταν τη στιγμή που λύνονταν οι προηγούμενες.

Αυτά τα χρόνια ήταν έντονα για εσάς και τις οικογένειές σας. Όμως η αφοσίωσή σας, η επιτυχία των μέτρων που σχεδιάσατε και η ικανότητα που επιδείξατε σε όλο το Ευρωσύστημα κατά την εφαρμογή αυτών των μέτρων κάνουν τα χρόνια αυτά αξιομνημόνευτα.

Αυτές οι πολιτικές είναι σήμερα διαθέσιμες σε όλους τους μελλοντικούς φορείς χάραξης πολιτικής για την αντιμετώπιση παρόμοιων προκλήσεων. Είναι το κληροδότημα που περήφανα αφήνουν πίσω τους όλοι οι εργαζόμενοι του Ευρωσυστήματος. Γι’ αυτό, επιτρέψτε μου να εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου για τις αξιοσημείωτες προσπάθειές σας, με τις οποίες σε όλες αυτές τις πρωτόγνωρες στιγμές υπηρετήσατε πραγματικά την ΕΚΤ και κατ’ επέκταση τους Ευρωπαίους.

Η δεύτερη ομάδα που θα ήθελα να ξεχωρίσω είναι οι συνάδελφοί μου στην Εκτελεστική Επιτροπή και το Διοικητικό Συμβούλιο – σημερινοί και παλαιότεροι. Τα τελευταία οκτώ χρόνια θέσατε σε εφαρμογή σειρά μέτρων κάτω από εξαιρετικές περιστάσεις. Υπόβαθρο αυτών των αποφάσεων ήταν η συνεπής και άνευ όρων προσήλωσή σας στην εντολή που μας έχει ανατεθεί.

Υπήρξατε ακλόνητοι στη δέσμευσή σας να εκπληρώσετε την εντολή αυτή και να μείνετε εντός των ορίων της – να μην δεχτείτε ποτέ την αποτυχία. Μπορείτε να ανατρέξετε με ικανοποίηση σε όσα επιτύχατε κάτω από πολύ πιεστικές συνθήκες, γνωρίζοντας ότι βελτιώσατε το επίπεδο διαβίωσης πολλών ανθρώπων.

Αυτό που ενώνει το Διοικητικό Συμβούλιο υπήρξε πάντα – και θα είναι πάντα – πολύ μεγαλύτερο από οτιδήποτε μπορεί να το διχάσει. Συμμεριζόμαστε όλοι την ίδια αφοσίωση στην αποστολή μας και το ίδιο πάθος για την Ευρώπη. Πιστεύω ότι αυτή η κοινή πεποίθηση θα συνεχίσει να υπηρετεί την ΕΚΤ και την Ευρώπη τα επόμενα χρόνια.

Η τρίτη ομάδα είναι οι ηγέτες της Ευρώπης.

Χρειάστηκε να λάβουμε μέτρα που κάποιες φορές έμοιαζαν αντιφατικά με την πρώτη ματιά και των οποίων τα οφέλη άργησαν να αποκαλυφθούν. Η αποφασιστικότητά μας ποτέ δεν κάμφθηκε καθώς στηριζόταν στις σθεναρές προσπάθειες του προσωπικού μας, τροφοδοτούνταν από τη βαθύτερη κατανόηση των δυσχερειών που βίωναν οι άνθρωποι και ενισχυόταν από την πεποίθηση ότι οι πολιτικές μας θα βελτίωναν την κατάστασή τους.

Όμως σε τέτοιες εποχές – και ειδικά σε μια νομισματική ένωση πολλών χωρών – οι πολιτικοί ηγέτες που δεν στάθηκαν στις εθνικές προοπτικές όταν αξιολόγησαν τη νομισματική πολιτική μας αλλά αναγνώρισαν την προοπτική της ζώνης του ευρώ και την εξήγησαν στο εγχώριο ακροατήριό τους, αποτέλεσαν ένα ουσιαστικό προπύργιο της ανεξαρτησίας μας.

Είμαι ευγνώμων που είχαμε τέτοιους ηγέτες στην Ευρώπη, και για τη σθεναρή σας στήριξη και ενθάρρυνση σε όλη τη διάρκεια της κρίσης.

Πρόεδρε Macron, πρόεδρε Mattarella, καγκελάριε Merkel: σταθήκατε αδιάλειπτα στο πλευρό μας στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και σε παγκόσμια φόρουμ, σε μια χρονική περίοδο που άλλες μεγάλες κεντρικές τράπεζες αντιμετώπιζαν ολοένα πιο ηχηρές πολιτικές πιέσεις. Απωθήσατε με δύναμη μη φιλελεύθερες φωνές που θεωρούσαν πως γυρίζουμε την πλάτη στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση.

Και, σε κρίσιμες στιγμές, λάβατε τα μέτρα που χρειάζονταν για να διαφυλάξετε το ευρώ και να προστατεύσετε την κληρονομιά που μας έχει δοθεί: μια ενωμένη, ειρηνική και ευημερούσα Ευρώπη.

Και τώρα ήρθε η στιγμή να παραδώσω τα ηνία στην Christine Lagarde. Είμαι απόλυτα πεπεισμένος ότι θα είσαι μια εξαίρετη ηγέτης στην ΕΚΤ.

Σκοπός μου ήταν πάντα να συμμορφώνομαι με την εντολή που κατοχυρώνεται στη Συνθήκη, με απόλυτο σεβασμό της ανεξαρτησίας, και εκπληρώνεται μέσω ενός θεσμικού οργάνου που έχει εξελιχθεί σε μια σύγχρονη κεντρική τράπεζα ικανή να διαχειριστεί οποιαδήποτε πρόκληση.

Υπήρξε για μένα προνόμιο και τιμή η ευκαιρία να το κάνω πραγματικότητα.

Σας ευχαριστώ.

[1]Βλ. την ομιλία του Mario Draghi με τίτλο «Europe and the euro 20 years on», την οποία εκφώνησε κατά την αποδοχή τιμητικού τίτλου (Laurea Honoris Causa) οικονομικών σπουδών από το Πανεπιστήμιο Sant’Anna, Πίζα, 15 Δεκεμβρίου 2018.
[2]Βλ. την ομιλία του Mario Draghi με τίτλο «Twenty Years of the ECB’s monetary policy» την οποία εκφώνησε στο Φόρουμ της ΕΚΤ με θέμα τις δραστηριότητες των κεντρικών τραπεζών, Σίντρα, 18 Ιουνίου 2019.
[3]Βλ. την ομιλία του Mario Draghi με τίτλο «Policymaking, responsibility and uncertainty» την οποία εκφώνησε κατά την αποδοχή τιμητικού τίτλου (Laurea Honoris Causa) από το Università Cattolica, 11 Οκτωβρίου 2019.
[4]Βλ. την ομιλία του Mario Draghi με τίτλο «Unemployment in the euro area» την οποία εκφώνησε στο ετήσιο συμπόσιο κεντρικών τραπεζών στο Jackson Hole, 22 Αυγούστου 2014.
[5]Μέσο κυκλικά προσαρμοσμένο πρωτογενές αποτέλεσμα ως ποσοστό του δυνητικού ΑΕΠ.
[6]Βλ. την ομιλία του Mario Draghi με τίτλο «Sovereignty in a globalised world», την οποία εκφώνησε κατά την αποδοχή τιμητικού τίτλου (Laurea Honoris Causa) νομικών σπουδών από το Università degli Studi di Bologna, Μπολόνια, 22 Φεβρουαρίου 2019.
[7]Ομιλία της καγκελαρίου Angela Merkel στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Στρασβούργο, 13 Νοεμβρίου 2018.
[8]Ομιλία του προέδρου Emmanuel Macron στο Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, Στρασβούργο, 17 Απριλίου 2018.

Speaking engagements

Εκπρόσωποι Τύπου