Ομιλία κατά την αποχαιρετιστήρια εκδήλωση

Ομιλία του Jean-Claude Trichet, Προέδρου της ΕΚΤ,19 Οκτωβρίου 2011

Sehr geehrte Frau Bundeskanzlerin,

Κύριε Πρόεδρε του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου,

Κύριε Πρόεδρε του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου,

Κύριε Πρόεδρε της Ευρωπαϊκής Ένωσης,

Κύριε Πρόεδρε της Ευρωομάδας,

Αξιότιμε Πρόεδρε Giscard d’Estaing,

Αξιότιμε Καγκελάριε Helmut Schmidt,

Κύριοι Υπουργοί, Εξοχότητες, κύριοι Διοικητές,

Αγαπητά μέλη του προσωπικού της ΕΚΤ,

Κυρίες και κύριοι,

Έχουν περάσει περισσότερα από δεκατρία χρόνια από την ίδρυση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας· λίγους μήνες αργότερα, εισήχθη το ευρώ. Σήμερα που η θητεία μου ως Προέδρου της ΕΚΤ φθάνει στο τέλος της – όπως και στα οκτώ χρόνια που διήρκεσε – συναισθάνομαι βαθύτατα το υψηλό επίπεδο εμπιστοσύνης με την οποία περιβάλλουν την ΕΚΤ οι ευρωπαϊκές δημοκρατίες. Η πρωταρχική εντολή μας – η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών –, καθώς και η ανεξαρτησία μας για την εκπλήρωση της εντολής αυτής, μας δόθηκαν από τους λαούς της Ευρώπης πέρα από εθνικά σύνορα και πολιτικά πιστεύω.

Τηρώντας πιστά το καθήκον που μας έχει ανατεθεί, παραμένουμε πιστοί στη δημοκρατική βούληση των κρατών μελών.

Μαζί με τους πέντε συναδέλφους μου της Εκτελεστικής Επιτροπής, τους είκοσι δύο συναδέλφους μου του Διοικητικού Συμβουλίου και το αφοσιωμένο προσωπικό της ΕΚΤ, κληθήκαμε να υλοποιήσουμε μια παλαιά και φιλόδοξη ιδέα των πολιτών της Ευρώπης.

Η ιδέα ενός ενιαίου νομίσματος έχει βαθύτατες ρίζες στην ιστορία μας. Δεν χρειάζεται να ανατρέξω στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και στην Αυτοκρατορία του Καρλομάγνου. Πριν από έξι αιώνες, ο Γεώργιος του Πόντεμπραντυ, ο βασιλιάς της Βοημίας, ζητούσε τη δημιουργία ενός κοινού ευρωπαϊκού νομίσματος.

Πολύ πριν από τη δημοσίευση της έκθεσης Werner, εδώ και σαράντα χρόνια, μεγάλοι στοχαστές από όλες τις ευρωπαϊκές χώρες ζητούσαν την ένωση, με ενιαία αγορά, ενιαία οικονομία και ενιαίο νόμισμα. Αυτές οι ιστορικές ρίζες θέτουν στη σωστή τους διάσταση τα επιτεύγματα του ευρώ ως νέου νομίσματος, τις προκλήσεις που αντιμετωπίζει σήμερα η ζώνη του ευρώ και το μέλλον της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης.

Τα επιτεύγματα του ευρώ ως νομίσματος πρέπει να κριθούν με γνώμονα την πρωταρχική εντολή του. Για δεκατρία σχεδόν χρόνια, και παρά μια σειρά παγκόσμιων οικονομικών και χρηματοπιστωτικών διαταραχών, ο μέσος ετήσιος ρυθμός πληθωρισμού για 332 εκατομμύρια συμπολίτες μας παρέμεινε στο 2,0%. Το αποτέλεσμα αυτό, που επιτεύχθηκε σε πείσμα των διαδοχικών αυξήσεων στις τιμές του πετρελαίου και των βασικών εμπορευμάτων, είναι το καλύτερο που μπόρεσε να επιτύχει για ένα τέτοιο χρονικό διάστημα οποιαδήποτε μεγάλη χώρα της Ευρώπης τα τελευταία 50 χρόνια. Για τη Γερμανία, η διατήρηση μέσου ετήσιου ρυθμού πληθωρισμού στο 1,6% για 13 χρόνια είναι μια πολύ καλύτερη επίδοση σε σχέση με αυτές που είχε επιτύχει πριν από την κυκλοφορία του ευρώ.

Εξίσου σημαντική είναι η διατήρηση των προσδοκιών για τον πληθωρισμό σε χαμηλό επίπεδο. Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ παρέχει ένα πολύ δυνατό στήριγμα σταθερότητας των τιμών για τα επόμενα δέκα χρόνια, η οποία, όπως ορίζεται από το Διοικητικό Συμβούλιο, προϋποθέτει ρυθμούς πληθωρισμού κάτω, αλλά πλησίον του 2%.

Το ευρώ είναι ένα αξιόπιστο νόμισμα: αποδείχθηκε ένα πολύ καλό μέσο αποθήκευσης της αξίας και στηρίζεται σε υγιή θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη.

Τα τελευταία οκτώ χρόνια μπορούν να χωριστούν σε δύο τετραετίες.

Η πρώτη τετραετία επεφύλασσε προκλήσεις, λίγο πολύ αναμενόμενες για έναν κεντρικό τραπεζίτη. Η ΕΚΤ έπρεπε να διαφυλάξει τη σταθερότητα μετά την απότομη πτώση των τιμών των μετοχών των εταιρειών πληροφορικής και σε ένα περιβάλλον υψηλών και ευμετάβολων τιμών του πετρελαίου και της ενέργειας. Καταβάλαμε σκληρή προσπάθεια για να προστατεύσουμε τη δημοσιονομική διακυβέρνηση της ζώνης του ευρώ, σε μια εποχή που οι τρεις μεγαλύτερες χώρες μέλη της ήθελαν να αποδυναμώσουν το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης. Και, όπως πάντα, χρειάστηκε να αναλάβουμε την ευθύνη των αποφάσεών μας, καθώς επίσης και των αποφάσεών μας για αύξηση των επιτοκίων, η οποία μερικές φορές δεν ήταν αρεστή σε πολλές κυβερνήσεις, συμμετέχοντες στην αγορά ή διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς. Η ΕΚΤ υπήρξε σθεναρά ανεξάρτητη και έτσι θα παραμείνει.

Μόλις συμπληρώθηκε η πρώτη τετραετία, ξέσπασε η χρηματοπιστωτική και οικονομική κρίση.

Δεν ήταν μια κρίση όπως αυτές που γνωρίσαμε τα τελευταία 50 χρόνια. Δεν ήταν όπως η πρώτη πετρελαϊκή κρίση του 1973 ή η δεύτερη πετρελαϊκή κρίση του 1980, αλλά ούτε και όπως η κρίση στις αγορές κρατικών χρεογράφων της δεκαετίας του ‘80 και των αρχών της δεκαετίας του ‘90. Δεν έμοιαζε με την ασιατική κρίση ούτε με την απότομη πτώση των τιμών των μετοχών των εταιρειών πληροφορικής στις αρχές της δεκαετίας του 2000.

Από τον Αύγουστο του 2007 αντιμετωπίζουμε μια κρίση νέου τύπου: ένα παγκόσμιο φαινόμενο με χαρακτήρα και διάσταση που δεν έχουν προηγούμενο από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Για πρώτη φορά εδώ και 66 χρόνια, επίκεντρο της παγκόσμιας κρίσης είναι το χρηματοπιστωτικό σύστημα των προηγμένων οικονομιών.

Ο αντίκτυπος της κρίσης στην πραγματική οικονομία θα ήταν ανάλογος με τη Μεγάλη Ύφεση, αν οι κεντρικές τράπεζες και οι άλλες δημόσιες αρχές δεν είχαν αντιδράσει με ταχύτητα και αποφασιστικότητα.

Από την ημέρα που ξέσπασε η αναταραχή στις χρηματοπιστωτικές αγορές, στις 9 Αυγούστου 2007, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ εφάρμοσε την «αρχή του διαχωρισμού». Διαχώρισε τα «συμβατικά» μέτρα – δηλαδή τα επιτόκια που είναι σχεδιασμένα να εξασφαλίζουν τη σταθερότητα των τιμών μεσοπρόθεσμα – από τα «μη συμβατικά» μέτρα, τα οποία είναι σχεδιασμένα να συμβάλλουν στην αποκατάσταση μιας αποτελεσματικότερης μετάδοσης των συμβατικών μέτρων σε περιόδους δυσλειτουργίας των αγορών.

Η αξιοπιστία του ευρώ και η σταθεροποίηση των προσδοκιών για τον πληθωρισμό για τα επόμενα 10 χρόνια παρέμειναν αλώβητες σε όλη τη διάρκεια της κρίσης, και αυτό γιατί κρατήσαμε σταθερό τον προσανατολισμό μας – τη σταθερότητα των τιμών – μέσω της πολιτικής επιτοκίων που εφαρμόσαμε. Παράλληλα παραμείναμε σε επαγρύπνηση λαμβάνοντας κατάλληλα μη συμβατικά μέτρα, όπως η πλήρης κατανομή ρευστότητας με σταθερό επιτόκιο, η αγορά καλυμμένων ομολογιών και το Πρόγραμμα για τις Αγορές Τίτλων. Και πάλι, όλες οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου λήφθηκαν με απόλυτη ανεξαρτησία.

Από τότε που ξέσπασε η κρίση, σκέπτομαι ότι υπάρχει μια αναλογία ανάμεσα στα προτερήματα που πρέπει να διαθέτουν οι κεντρικές τράπεζες και στις δύο ηθικές αρετές που πρότεινε ο Max Weber πριν από έναν σχεδόν αιώνα: την ηθική της πεποίθησης και την ηθική της ευθύνης.

Πρότεινα μια αναλογία, τα «συμβατικά» μέτρα να συνδεθούν με την ηθική της πεποίθησης και τα «μη συμβατικά» μέτρα με την ηθική της ευθύνης. Είναι εξίσου σημαντικό να διαφυλαχθεί η ακεραιότητα μεταξύ πρόθεσης και δράσης και μεταξύ δράσης και συνεπειών. Η «αρχή του διαχωρισμού» που ακολουθούμε προτείνει έναν τρόπο για τη διαφύλαξη και των δύο.

Ο ίδιος ο Max Weber είπε: "Das bedeutet nicht, dass eine Gesinnungsethik gleichzusetzen ist mit Verantwortungslosigkeit oder dass eine Verantwortungsethik gleichzusetzen ist mit prinzipienlosem Opportunismus […]. Die Gesinnungs- und die Verantwortungsethik sind keine Gegensätze, sondern ergänzen einander." «Αυτό δεν σημαίνει ότι η ηθική των ύστατων στόχων ισοδυναμεί με ανευθυνότητα ή ότι η ηθική της ευθύνης ισοδυναμεί με ανενδοίαστο οπορτουνισμό […]. Η ηθική της πεποίθησης και η ηθική της ευθύνης δεν είναι έννοιες αντιφατικές· είναι συμπληρωματικές».

Η κρίση αποκάλυψε ρωγμές σε όλες τις σημαντικές προηγμένες οικονομίες του κόσμου. Η βιωσιμότητα των μεσομακροπρόθεσμων στρατηγικών τους τέθηκε υπό αμφισβήτηση. Η Ευρώπη – και ιδίως η ζώνη του ευρώ – έδειξε ότι διαθέτει θετικά θεμελιώδη μεγέθη, σε ενοποιημένη βάση, ιδίως σε ό,τι αφορά τη γενικότερη δημοσιονομική κατάσταση και την εγχώρια και εξωτερική ισορροπία. Αλλά σε επίπεδο μεμονωμένων χωρών, η σημαντικότερη αδυναμία της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης έγκειται στο ότι η διακυβέρνηση της οικονομικής ένωσης είναι ανεπαρκής, ενώ η νομισματική ένωση έχει επιτύχει τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.

Το πρώτο πράγμα που μας δίδαξε η κρίση είναι η ανάγκη ενίσχυσης της οικονομικής διακυβέρνησης. Εξ ονόματος του Διοικητικού Συμβουλίου, ποτέ δεν σταμάτησα να ζητώ ένα «ποιοτικό άλμα» όσον αφορά τη διακυβέρνηση. Η σχετική δέσμη μέτρων που εγκρίθηκε πρόσφατα είναι ένα σημαντικό βήμα προόδου. Από την υλοποίηση των μέτρων αυτών θα φανεί αν συνιστούν ποιοτικό άλμα. Πρόεδρε Buzek, επιθυμώ να εκφράσω την ικανοποίησή μου για την αποφασιστικότητα που επέδειξε το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο κατά τις συζητήσεις με το Συμβούλιο.

Είναι απαραίτητο σήμερα να αποσαφηνιστούν τρεις διαστάσεις της διαχείρισης της κρίσης: η ενίσχυση της ικανότητας του EFSF να διαφυλάττει τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα με βάση πειστικές εθνικές δημοσιονομικές και διαρθρωτικές πολιτικές· η εξυγίανση των ισολογισμών των ευρωπαϊκών τραπεζών· και η διαμόρφωση μιας ενδεδειγμένης λύσης για τη μεσοπρόθεσμη προσαρμογή της Ελλάδας.

Η αποσαφήνιση αυτή είναι επείγουσα. Πιστεύω ότι η περίφημη ρήση του Jean Monnet – "Les hommes n’acceptent le changement que dans la nécessité et ils ne voient la nécessité que dans la crise" («Οι άνθρωποι αποδέχονται την αλλαγή μόνον όταν βρεθούν στην ανάγκη και αναγνωρίζουν την ανάγκη μόνον όταν βρεθούν αντιμέτωποι με την κρίση») – εκφράζει άριστα την κατάσταση: πράγματι, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια παγκόσμια κρίση. Μια αποχαιρετιστήρια τελετή είναι η κατάλληλη στιγμή για να αναλογιστούμε το παρελθόν και το παρόν, αλλά και μια ευκαιρία για να αναλογιστούμε το μέλλον.

Είχαμε την τιμή να ακούσουμε πριν από λίγο τους δύο ιδρυτικούς πατέρες του Ευρωπαϊκού Νομισματικού Συστήματος, του προκατόχου του ενιαίου νομίσματος των Ευρωπαίων. Τους ευχαριστώ θερμά για τη γενναιοδωρία με την οποία μοιράστηκαν μαζί μας την εμπειρία και τη βαθιά σοφία τους.

Θα διακινδυνεύσω να εκφράσω μια άποψη που είναι προσωπική και δεν αντικατοπτρίζει αναγκαστικά τη θέση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ. Σε μια μακροπρόθεσμη ιστορική προοπτική, η Ευρώπη καλείται να ολοκληρώσει τον σχεδιασμό αυτού που αποκαλείται «Οικονομική και Νομισματική Ένωση». Όπως έχω ήδη αναφέρει, θα ήταν άραγε υπερβολικά τολμηρό, σε αυτή τη μελλοντική Οικονομική και Νομισματική Ένωση με ενιαία αγορά, ενιαίο νόμισμα και ενιαία κεντρική τράπεζα, να οραματιστούμε και έναν εκτελεστικό βραχίονα; Όχι απαραίτητα ένα υπουργείο οικονομικών που να διαχειρίζεται έναν μεγάλο ομοσπονδιακό προϋπολογισμό, αλλά ένα όργανο που να έχει άμεσες αρμοδιότητες σε τρεις τουλάχιστον τομείς: πρώτον, να παρακολουθεί αυστηρά τόσο τις δημοσιονομικές πολιτικές όσο και τις πολιτικές για την ανταγωνιστικότητα, με δυνατότητα να λαμβάνει, σε εξαιρετικές περιπτώσεις, αποφάσεις που θα εφαρμόζονται αμέσως σε μια συγκεκριμένη οικονομία η οποία απειλεί τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της ζώνης του ευρώ· δεύτερον, να ασκεί όλες τις τυπικές αρμοδιότητες της εκτελεστικής εξουσίας όσον αφορά τον ενοποιημένο χρηματοπιστωτικό τομέα της Ένωσης, έτσι ώστε να συνοδεύει την πλήρη ενοποίηση των χρηματοπιστωτικών υπηρεσιών και, τρίτον, να εκπροσωπεί την Ένωση στους διεθνείς οικονομικούς οργανισμούς.

Όπως είπε, και πάλι, ο Jean Monnet: "Personne ne peut encore dire aujourd’hui la forme qu’aura l’Europe que nous vivrons demain, car le changement qui naîtra du changement est imprévisible". «Κανείς δεν μπορεί να πει ακόμη σήμερα ποια θα είναι η μορφή της Ευρώπης αύριο, διότι οι αλλαγές που θα γεννηθούν από τις αλλαγές είναι απρόβλεπτες».

Είμαι πεπεισμένος ότι οι αλλαγές του σήμερα, οι οποίες προκαλούνται από την παγκόσμια κρίση, είναι ακριβώς οι αλλαγές εκείνες που, όπως πίστευε ο Monnet, θα κυοφορήσουν ένα νέο θεσμικό πλαίσιο.

Εν πάση περιπτώσει, οι αποφάσεις αυτές θα ληφθούν από τις δημοκρατίες μας, τους λαούς της Ευρώπης στους οποίους είμαστε υπόλογοι.

Ό,τι και αν επιφυλάσσει το μέλλον, μπορείτε να είστε βέβαιοι ότι το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ θα παραμείνει πιστό στο πρωταρχικό καθήκον του και ότι η ΕΚΤ, από κοινού με το Ευρωσύστημα, θα συνεχίσει να αποτελεί στήριγμα για τη σταθερότητα και την εμπιστοσύνη.

Θα ήθελα να εκφράσω τις καλύτερες και θερμότερες ευχές μου στον διάδοχό μου, τον Mario Draghi. Η σοφία και η εμπειρία του στάθηκαν πολύτιμες για το Διοικητικό Συμβούλιο τα τελευταία χρόνια. Συμμετείχε στη λήψη όλων των συλλογικών αποφάσεών μας. Με τις εξέχουσες αρετές που διαθέτει, θα καθοδηγήσει με μεγάλη επιτυχία την ευρωπαϊκή νομισματική ομάδα, μαζί με την Εκτελεστική Επιτροπή και το Διοικητικό Συμβούλιο.

Επιτρέψτε μου να ολοκληρώσω την ομιλία μου σε έναν πιο προσωπικό τόνο, εκφράζοντας τις ευχαριστίες μου προς όλους εκείνους με τους οποίους συνεργάστηκα όλα αυτά τα χρόνια για την υλοποίηση του σχεδίου της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης της Ευρώπης. Σήμερα, ιδίως, θα ήθελα να εκφράσω την εκτίμησή μου στους συναδέλφους μου στην ΕΚΤ, τα νυν και τέως μέλη της Εκτελεστικής Επιτροπής, του Διοικητικού Συμβουλίου και του Γενικού Συμβουλίου. Θα ήθελα να εκφράσω την εκτίμησή μου στα μέλη του προσωπικού της ΕΚΤ· συνέβαλαν όλοι αποφασιστικά στην επίτευξη του πρωταρχικού μας στόχου. Τους ευχαριστώ από βάθους καρδιάς για την αφοσίωση, τη δέσμευση, τον επαγγελματισμό και τη σκληρή δουλειά τους.

Το παρόν απαιτεί άμεση δράση. Το μέλλον απαιτεί όραμα σχετικά με την πορεία μας, σχετικά με την αίσθηση προσανατολισμού μας.

Άμεση δράση. Σας θυμίζω την περίφημη φράση του Γκαίτε: "Wissen ist nicht genug; wir müssen es anwenden. Wollen ist nicht genug; wir müssen es tun!". «Δεν αρκεί να ξέρεις· πρέπει να εφαρμόζεις αυτό που ξέρεις. Δεν αρκεί να θέλεις· πρέπει να ενεργείς». Νομίζω ότι η ρήση αυτή ταιριάζει απόλυτα στην αίσθηση δράσης που πρέπει να εμπνέει την Ευρώπη τις επόμενες ημέρες.

Αίσθηση προσανατολισμού. Ο Jean Monnet μας άφησε την ακόλουθη παρακαταθήκη για το μέλλον: "Continuez, continuez, il n’y a pas pour les peuples d’Europe d’autre avenir que dans l’union". «Συνεχίστε, συνεχίστε. Δεν υπάρχει άλλο μέλλον για τους λαούς της Ευρώπης εκτός από την ένωση», ενώ ο Alcide De Gasperi έχει πει ότι: "è la volontà politica di realizzare l'Unione che deve essere il fattore determinante, la forza di propulsione". «Ο καθοριστικός παράγοντας που πρέπει να υπερισχύσει έναντι των άλλων είναι η πολιτική βούληση για την οικοδόμηση της Ευρώπης».

Ευχαριστώ για την προσοχή σας.

Speaking engagements

Εκπρόσωποι Τύπου