Τι είναι το χρήμα;

24 Νοεμβρίου 2015 (επικαιροποίηση: 20 Ιουνίου 2017)

Τα τραπεζογραμμάτια και τα κέρματα ευρώ είναι χρήμα, αλλά χρήμα είναι και το υπόλοιπο ενός τραπεζικού λογαριασμού. Τι είναι λοιπόν το χρήμα; Πώς δημιουργείται το χρήμα και ποιος είναι ο ρόλος της ΕΚΤ;

Η εξέλιξη της φύσης του χρήματος

Η φύση του χρήματος έχει εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου. Στην αρχή το χρήμα ήταν κατά βάση εμπορευματικό, δηλαδή ένα αντικείμενο κατασκευασμένο από κάποιο υλικό που είχε αγοραία αξία, όπως ένα χρυσό κέρμα. Αργότερα, το χρήμα ήταν αντιπροσωπευτικό, αποτελείτο δηλαδή από τραπεζογραμμάτια τα οποία μπορούσαν να ανταλλάσσονται έναντι συγκεκριμένης ποσότητας χρυσού ή αργύρου. Οι σύγχρονες οικονομίες, συμπεριλαμβανομένης της ζώνης του ευρώ, στηρίζονται στο υποχρεωτικό χρήμα. Πρόκειται για το χρήμα το οποίο ορίζεται ως νόμιμο και εκδίδεται από μια κεντρική τράπεζα αλλά, σε αντίθεση με το αντιπροσωπευτικό χρήμα, δεν μπορεί να μετατραπεί σε καθορισμένη ποσότητα χρυσού. Παρότι δεν έχει εσωτερική αξία – το χαρτί στο οποίο τυπώνονται τα τραπεζογραμμάτια ουσιαστικά δεν στοιχίζει τίποτα –, εξακολουθεί να γίνεται αποδεκτό ως μέσο για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών, διότι οι άνθρωποι έχουν εμπιστοσύνη ότι η κεντρική τράπεζα θα διατηρεί σταθερή την αξία του με την πάροδο του χρόνου. Εάν οι κεντρικές τράπεζες αποτύγχαναν σε αυτήν την προσπάθεια, το υποχρεωτικό νόμισμα δεν θα ήταν γενικά αποδεκτό ως μέσο συναλλαγής αλλά ούτε και ελκυστικό ως μέσο αποθήκευσης αξίας.

Η φύση του χρήματος μέσα στον χρόνο

Εμπορευματικό χρήμα

Αντιπροσωπευτικό χρήμα

Υποχρεωτικό χρήμα

Σήμερα, το νόμισμα μπορεί επίσης να υπάρχει και σε άλλη μορφή εκτός από τη φυσική. Το χρήμα μπορεί να υπάρχει σε τραπεζικό λογαριασμό ως ηλεκτρονική καταχώρηση ή σε λογαριασμό ταμιευτηρίου ως κατάθεση. Το ψηφιακό ή ηλεκτρονικό χρήμα αποτελεί νομισματική αξία η οποία είναι αποθηκευμένη, για παράδειγμα, σε μια προπληρωμένη κάρτα ή σε ένα έξυπνο κινητό τηλέφωνο. Οι άμεσες χρεώσεις, οι πληρωμές μέσω διαδικτύου και οι μεταφορές κεφαλαίων μέσω καρτών αποτελούν και αυτές μορφές πληρωμής στις οποίες δεν χρησιμοποιούνται μετρητά. (Έχουν μάλιστα κάνει την εμφάνισή τους νέα αποκεντρωμένα ψηφιακά νομίσματα ή συστήματα εικονικών πληρωμών , όπως το Bitcoin, τα οποία λειτουργούν χωρίς να ελέγχονται από μια κεντρική αρχή, για παράδειγμα από μια κεντρική τράπεζα. Νομικά, ωστόσο, δεν θεωρούνται χρήμα.)

Παρά τη ραγδαία αύξηση των ηλεκτρονικών πληρωμών, η χρήση μετρητών παραμένει εξαιρετικά δημοφιλής. Στη ζώνη του ευρώ η πλειονότητα των συναλλαγών αξίας κάτω των 20 ευρώ πραγματοποιείται με τη χρήση μετρητών. Η ΕΚΤ και οι εθνικές κεντρικές τράπεζες των χωρών μελών της ζώνης του ευρώ, που από κοινού αποτελούν το Ευρωσύστημα, διαφυλάσσουν την αξία των μετρητών σε ευρώ.

Οι χρήσεις του χρήματος και πώς ασκείται η επίβλεψη της ΕΚΤ

Το χρήμα, ανεξαρτήτως μορφής, επιτελεί τρεις διαφορετικές λειτουργίες. Είναι ένα μέσο συναλλαγής - ένα μέσο πληρωμής με αξία την οποία όλοι εμπιστεύονται. Είναι επίσης μια λογιστική μονάδα που επιτρέπει τον καθορισμό της τιμής των αγαθών και των υπηρεσιών. Τέλος, είναι ένα μέσο αποθήκευσης αξίας. Μόνο ένα μέρος των μετρητών σε ευρώ βρίσκεται στην ουσία σε κυκλοφορία, δηλαδή χρησιμοποιείται για την επεξεργασία πληρωμών. Για παράδειγμα, πολλά από τα τραπεζογραμμάτια των 50 ευρώ σε κυκλοφορία χρησιμοποιούνται για αποθησαυρισμό.

Οι λειτουργίες του χρήματος

Μέσο συναλλαγής
για την αγορά αγαθών και υπηρεσιών

Λογιστική μονάδα
για τον καθορισμό των τιμών

Μέσο αποθήκευσης αξίας
για την αποταμίευση

Οι κεντρικές τράπεζες συνήθως καθορίζουν και παρακολουθούν διάφορα νομισματικά μεγέθη. Οι εξελίξεις στα μεγέθη αυτά φανερώνουν χρήσιμες πληροφορίες σχετικά με το χρήμα και τις τιμές. Διάφορα νομισματικά μεγέθη είναι απαραίτητα διότι ένας μεγάλος αριθμός διαφορετικών χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων χαρακτηρίζονται από υποκαταστασιμότητα και η φύση και τα χαρακτηριστικά των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, των συναλλαγών και των μέσων πληρωμής αλλάζουν με την πάροδο του χρόνου. Το Ευρωσύστημα έχει καθορίσει ένα στενό (M1), ένα «ενδιάμεσο» (M2) και ένα ευρύ (M3) νομισματικό μέγεθος, τα οποία χρησιμοποιούνται στη νομισματική ανάλυση της ΕΚΤ. Ως μέρος της στρατηγικής της για τη νομισματική πολιτική, η ΕΚΤ μελετά τις εξελίξεις στα εν λόγω μεγέθη, σε συνδυασμό με πληθώρα άλλων πληροφοριών και αναλύσεων.

Πώς δημιουργείται το χρήμα;

Η ΕΚΤ ενεργεί ως τράπεζα των εμπορικών τραπεζών και, κατά αυτόν τον τρόπο, επηρεάζει τη ροή του χρήματος και των πιστώσεων προς την οικονομία με σκοπό την επίτευξη σταθερών τιμών. Οι εμπορικές τράπεζες με τη σειρά τους δανείζονται χρήματα από την ΕΚΤ, δηλ. αποθέματα ρευστότητας κεντρικής τράπεζας, συνήθως για να καλύπτουν τις βραχυπρόθεσμες ανάγκες τους σε ρευστότητα. Το βασικό εργαλείο της ΕΚΤ για τον έλεγχο της ποσότητας του «εξωγενούς» χρήματος και, ως εκ τούτου, της ζήτησης από τις εμπορικές τράπεζες αποθεμάτων ρευστότητας κεντρικής τράπεζας είναι ο καθορισμός εξαιρετικά βραχυπρόθεσμων επιτοκίων - το «κόστος του χρήματος».

Δημιουργία χρήματος στη ζώνη του ευρώ

Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα

Εμπορικές τράπεζες

Άνθρωποι και επιχειρήσεις

Οι εμπορικές τράπεζες μπορούν επίσης να δημιουργήσουν το λεγόμενο «ενδογενές» χρήμα, δηλ. τραπεζικές καταθέσεις. Αυτό συμβαίνει κάθε φορά που εκδίδουν ένα νέο δάνειο. Η διαφορά μεταξύ «εξωγενούς» και «ενδογενούς» χρήματος έγκειται στο γεγονός ότι το «εξωγενές» χρήμα είναι στοιχείο ενεργητικού της οικονομίας ως συνόλου αλλά δεν είναι στοιχείο παθητικού κανενός. Από την άλλη, το «ενδογενές» χρήμα ονομάζεται έτσι διότι στηρίζεται σε πιστώσεις του ιδιωτικού τομέα: σε περίπτωση εξόφλησης όλων των απαιτήσεων που διακρατούν οι τράπεζες έναντι οφειλετών του ιδιωτικού τομέα, το «ενδογενές» χρήμα που έχει δημιουργηθεί αναστρέφεται και μηδενίζεται. Επομένως, αποτελεί μορφή νομίσματος που δημιουργείται - και μπορεί να αναστραφεί- εντός της ιδιωτικής οικονομίας.

Διαβάζω συνεχώς για το το πρόγραμμα «έκδοσης χρήματος» της ΕΚΤ. Τι ακριβώς είναι αυτό;

Στην πράξη, μόνο οι εθνικές κεντρικές τράπεζες εκδίδουν τραπεζογραμμάτια ευρώ σε φυσική μορφή. Η «έκδοση χρήματος» είναι, με απλά λόγια, το πρόγραμμα αγοράς περιουσιακών στοιχείων της ΕΚΤ, μια μορφή «ποσοτικής χαλάρωσης». Μέσω της αγοράς περιουσιακών στοιχείων στη χρηματοπιστωτική αγορά η ΕΚΤ δημιουργεί πρόσθετα αποθέματα ρευστότητας κεντρικής τράπεζας τα οποία μπορούν να συμβάλλουν στη μείωση - μέσω ποικίλων διαύλων - των επιτοκίων που ισχύουν για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Σκοπός είναι η στήριξη της οικονομίας και εν τέλει η διατήρηση της σταθερότητας της αξίας του χρήματος, όταν τα περιθώρια για τη μείωση των επιτοκίων που ελέγχονται απευθείας από την ΕΚΤ είναι περιορισμένα. Στο πλαίσιο αυτής της διαδικασίας, η ΕΚΤ δεν εκδίδει στην ουσία τραπεζογραμμάτια για την αγορά των περιουσιακών στοιχείων, αλλά δημιουργεί χρήμα ηλεκτρονικά το οποίο πιστώνεται στον πωλητή ή τον ενδιάμεσο φορέα, π.χ. μια εμπορική τράπεζα. Ο πωλητής μπορεί στη συνέχεια να αξιοποιήσει την επιπλέον ρευστότητα προκειμένου να αγοράσει άλλα περιουσιακά στοιχεία ή, στην περίπτωση των εμπορικών τραπεζών, να χορηγήσει πιστώσεις προς την πραγματική οικονομία. Οι αγορές περιουσιακών στοιχειών συμβάλλουν στη βελτίωση των νομισματικών και χρηματοπιστωτικών συνθηκών και παρέχουν τη δυνατότητα στις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά να δανείζονται φθηνότερα ώστε να επενδύουν και να ξοδεύουν περισσότερα. Απώτερος σκοπός είναι να επανέλθει ο ρυθμός πληθωρισμού σε επίπεδο χαμηλότερο αλλά πλησίον του 2% σύμφωνα με την εντολή που έχει ανατεθεί στην ΕΚΤ όσον αφορά τη σταθερότητα των τιμών.