Επιλογές αναζήτησης
Home Ενημέρωση Επεξηγήσεις Έρευνα & Εκδόσεις Στατιστικές Νομισματική πολιτική Το ευρώ Πληρωμές & Αγορές Θέσεις εργασίας
Προτάσεις
Εμφάνιση κατά
  • ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ

Christine Lagarde, Πρόεδρος της ΕΚΤ,
Luis de Guindos, Αντιπρόεδρος της ΕΚΤ

Φρανκφούρτη, 11 Μαρτίου 2021

Κυρίες και κύριοι, ο Αντιπρόεδρος και εγώ σας καλωσορίζουμε με μεγάλη χαρά στην καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου. Θα σας ενημερώσουμε τώρα για τα αποτελέσματα της συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου, στην οποία συμμετείχε και ο Εκτελεστικός Αντιπρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, κ. Dombrovskis.

Ενώ η συνολική κατάσταση της οικονομίας αναμένεται να βελτιωθεί στη διάρκεια του 2021, εξακολουθεί να υπάρχει αβεβαιότητα η οποία περιβάλλει τις βραχυπρόθεσμες οικονομικές προοπτικές, κυρίως σε σχέση με τη δυναμική της πανδημίας και την ταχύτητα με την οποία διενεργούνται οι εκστρατείες εμβολιασμού. Η ανάκαμψη της παγκόσμιας ζήτησης και η λήψη πρόσθετων δημοσιονομικών μέτρων στηρίζουν την οικονομική δραστηριότητα σε παγκόσμιο επίπεδο και σε επίπεδο ζώνης ευρώ. Όμως, το γεγονός ότι οι ρυθμοί μετάδοσης κρουσμάτων κορωνοϊού (COVID-19) είναι επίμονα υψηλοί, οι μεταλλάξεις του ιού εξαπλώνονται και τα περιοριστικά μέτρα παρατείνονται ή γίνονται αυστηρότερα επηρεάζει αρνητικά την οικονομική δραστηριότητα σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Σε ό,τι αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, οι συνεχιζόμενες εκστρατείες εμβολιασμού, σε συνδυασμό με την προβλεπόμενη σταδιακή χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων, στηρίζουν την προσδοκία για σταθερή ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας στη διάρκεια του 2021. Ο πληθωρισμός επιταχύνθηκε τους τελευταίους μήνες κυρίως λόγω ορισμένων πρόσκαιρων παραγόντων και της αύξησης του πληθωρισμού των τιμών της ενέργειας. Ταυτόχρονα, οι υποκείμενες πιέσεις στις τιμές παραμένουν συγκρατημένες σε ένα περιβάλλον υποτονικής ζήτησης και σημαντικής υπερπροσφοράς στις αγορές εργασίας και προϊόντων. Ενώ οι πιο πρόσφατες προβολές των εμπειρογνωμόνων μας προβλέπουν σταδιακή αύξηση των υποκείμενων πιέσεων στον πληθωρισμό, επιβεβαιώνουν ότι οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές για τον πληθωρισμό παραμένουν σε γενικές γραμμές αμετάβλητες σε σχέση με τις προβολές των εμπειρογνωμόνων του Δεκεμβρίου του 2020 και σε χαμηλότερο επίπεδο από τον στόχο μας για τον πληθωρισμό.

Υπό αυτές τις συνθήκες, η διατήρηση ευνοϊκών συνθηκών χρηματοδότησης στη διάρκεια της πανδημίας παραμένει ουσιώδης. Οι συνθήκες χρηματοδότησης καθορίζονται από μια συνολική και πολύπλευρη δέσμη δεικτών, που καλύπτουν ολόκληρη την αλυσίδα μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής από τα επιτόκια μηδενικού κινδύνου και τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων μέχρι τις αποδόσεις των εταιρικών ομολόγων και τις συνθήκες τραπεζικών χορηγήσεων. Τα επιτόκια της αγοράς αυξήθηκαν από την αρχή του έτους, το οποίο ενέχει κίνδυνο για τις ευρύτερες συνθήκες χρηματοδότησης. Οι τράπεζες χρησιμοποιούν τα επιτόκια μηδενικού κινδύνου και τις αποδόσεις των κρατικών ομολόγων ως βασικά σημεία αναφοράς για τον καθορισμό των συνθηκών χορήγησης πιστώσεων. Αν οι αυξήσεις αυτών των επιτοκίων της αγοράς είναι σημαντικές και επίμονες, όταν παραμένουν ανεξέλεγκτες, θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε μια πρώιμη υιοθέτηση αυστηρότερων όρων χρηματοδότησης για όλους τους τομείς της οικονομίας. Αυτό είναι ανεπιθύμητο σε μια χρονική περίοδο κατά την οποία η διατήρηση ευνοϊκών συνθηκών χρηματοδότησης εξακολουθεί να είναι απαραίτητη για τη μείωση της αβεβαιότητας και την ενίσχυση της εμπιστοσύνης, στηρίζοντας έτσι την οικονομική δραστηριότητα και διασφαλίζοντας τη σταθερότητα των τιμών μεσοπρόθεσμα.

Στο πλαίσιο αυτό, το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε τα ακόλουθα:

Πρώτον, θα συνεχίσουμε να διενεργούμε καθαρές αγορές στοιχείων ενεργητικού στο πλαίσιο του έκτακτου προγράμματος αγοράς στοιχείων ενεργητικού λόγω πανδημίας (pandemic emergency purchase programme – PEPP), το συνολικό ποσό του οποίου ανέρχεται σε 1.850 δισεκ. ευρώ, τουλάχιστον μέχρι το τέλος Μαρτίου 2022 και, σε κάθε περίπτωση, μέχρις ότου το Διοικητικό Συμβούλιο κρίνει ότι η κρίση του κωρονοϊού έχει λήξει. Βάσει κοινής αξιολόγησης των συνθηκών χρηματοδότησης και των προοπτικών για τον πληθωρισμό, το Διοικητικό Συμβούλιο αναμένει ότι οι αγορές στο πλαίσιο του προγράμματος PEPP το επόμενο τρίμηνο θα διενεργούνται με ρυθμό σημαντικό υψηλότερο από ό,τι τους πρώτους μήνες του έτους.

Θα διενεργούμε τις αγορές μας με ευελιξία σύμφωνα με τις συνθήκες στην αγορά και με σκοπό να αποτρέψουμε την υιοθέτηση αυστηρότερων συνθηκών χρηματοδότησης που δεν συμβαδίζουν με την αντιστάθμιση της προς τα κάτω επίδρασης που ασκεί η πανδημία στην προβλεπόμενη πορεία του πληθωρισμού. Επιπλέον, η ευελιξία των αγορών ως προς τον χρόνο, τις κατηγορίες στοιχείων ενεργητικού και τις χώρες θα συνεχίσει να στηρίζει την ομαλή μετάδοση της νομισματικής πολιτικής. Αν μπορούν να διατηρηθούν ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης με ροές αγορών στοιχείων ενεργητικού που δεν οδηγούν σε εξάντληση του συνολικού ποσού του προγράμματος PEPP στη διάρκεια του χρονικού ορίζοντα των καθαρών αγορών του, το ποσό αυτό δεν χρειάζεται να χρησιμοποιηθεί στο ακέραιο. Ομοίως, το συνολικό ποσό μπορεί, εφόσον χρειαστεί, να αναπροσαρμοστεί με σκοπό τη διατήρηση ευνοϊκών συνθηκών χρηματοδότησης οι οποίες θα συμβάλουν στην αντιστάθμιση της αρνητικής διαταραχής που ασκεί η πανδημία στην πορεία του πληθωρισμού.

Θα συνεχίσουμε να επανεπενδύουμε τα ποσά κεφαλαίου από την εξόφληση τίτλων που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος PEPP κατά τη λήξη τους τουλάχιστον μέχρι το τέλος του 2023. Σε κάθε περίπτωση, η μελλοντική σταδιακή μείωση (roll-off) του χαρτοφυλακίου PEPP θα ρυθμιστεί κατά τρόπο ώστε να αποφευχθούν παρεμβολές στην ενδεδειγμένη κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής.

Δεύτερον, θα συνεχιστεί η διενέργεια καθαρών αγορών στο πλαίσιο του προγράμματος αγοράς στοιχείων ενεργητικού (asset purchase programme – APP) με ύψος 20 δισεκ. ευρώ μηνιαίως. Εξακολουθούμε να αναμένουμε ότι οι μηνιαίες καθαρές αγορές στοιχείων ενεργητικού στο πλαίσιο του APP θα διενεργούνται για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται αναγκαίο προκειμένου να ενισχυθεί η διευκολυντική επίδραση των επιτοκίων πολιτικής μας και ότι θα λήξουν λίγο πριν αρχίσουμε να αυξάνουμε τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ.

Σκοπεύουμε επίσης να συνεχίσουμε να επανεπενδύουμε, πλήρως, τα ποσά από την εξόφληση τίτλων αποκτηθέντων στο πλαίσιο του προγράμματος APP κατά τη λήξη τους για παρατεταμένη χρονική περίοδο μετά την ημερομηνία κατά την οποία θα αρχίσουμε να αυξάνουμε τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ και πάντως για όσο χρονικό διάστημα χρειαστεί για τη διατήρηση ευνοϊκών συνθηκών ρευστότητας και ενός διευκολυντικού, σε μεγάλο βαθμό, χαρακτήρα της νομισματικής πολιτικής.

Τρίτον, το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε να διατηρήσει τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ αμετάβλητα. Αναμένουμε ότι θα παραμείνουν στα σημερινά τους ή σε χαμηλότερα επίπεδα έως ότου διαπιστώσουμε ότι οι προοπτικές για τον πληθωρισμό συγκλίνουν σθεναρά προς επίπεδο πλησίον, σε επαρκή βαθμό, αλλά κάτω του 2%, εντός του χρονικού ορίζοντα προβολής που εξετάζουμε και ότι αυτή η σύγκλιση αντανακλάται κατά τρόπο συνεπή στη δυναμική του υποκείμενου πληθωρισμού.

Τέλος, θα συνεχίσουμε επίσης να παρέχουμε άφθονη ρευστότητα μέσω των πράξεων αναχρηματοδότησης που διενεργούμε. Πιο συγκεκριμένα, η τρίτη σειρά στοχευμένων πράξεων πιο μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης (ΣΠΠΜΑ III) που έχουμε θεσπίσει εξακολουθεί να αποτελεί ελκυστική πηγή χρηματοδότησης για τις τράπεζες, στηρίζοντας τη χορήγηση τραπεζικών δανείων σε επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Η διατήρηση ευνοϊκών συνθηκών χρηματοδότησης στη διάρκεια της πανδημίας για όλους τους τομείς της οικονομίας παραμένει ουσιώδης για τη στήριξη της οικονομικής δραστηριότητας και τη διαφύλαξη της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα. Θα συνεχίσουμε επίσης να παρακολουθούμε τις εξελίξεις στη συναλλαγματική ισοτιμία σε ό,τι αφορά τις ενδεχόμενες συνέπειές τους για τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές του πληθωρισμού. Παραμένουμε έτοιμοι να προσαρμόσουμε καταλλήλως όλα τα μέσα που διαθέτουμε προκειμένου να διασφαλίσουμε ότι ο πληθωρισμός θα κινηθεί προς επίπεδα συμβατά με την επιδίωξή μας κατά τρόπο διαρκή, σύμφωνα με τη δέσμευσή μας για συμμετρία.

Επιτρέψτε μου τώρα να σας παρουσιάσω με περισσότερες λεπτομέρειες την αξιολόγησή μας, ξεκινώντας από την οικονομική ανάλυση. Σε συνέχεια της ισχυρής ανάκαμψης της ανάπτυξης το γ΄ τρίμηνο του 2020, το πραγματικό ΑΕΠ της ζώνης του ευρώ μειώθηκε κατά 0,7% το δ΄ τρίμηνο. Εξετάζοντας ολόκληρο το έτος, το πραγματικό ΑΕΠ εκτιμάται ότι συρρικνώθηκε κατά 6,6% το 2020, ενώ η οικονομική δραστηριότητα το δ΄ τρίμηνο του έτους διαμορφώθηκε σε επίπεδο 4,9% χαμηλότερο από το προς της κρίσης επίπεδο στο τέλος του 2019.

Εισερχόμενα οικονομικά στοιχεία, έρευνες και δείκτες υψηλής συχνότητας δείχνουν συνεχιζόμενη οικονομική υποτονικότητα το α΄ τρίμηνο του 2021, ωθούμενη από την επιμονή της πανδημίας και τα σχετικά περιοριστικά μέτρα. Ως αποτέλεσμα, το πραγματικό ΑΕΠ είναι πιθανόν να συρρικνωθεί και πάλι το α΄ τρίμηνο του έτους.

Οι οικονομικές εξελίξεις εξακολουθούν να είναι ανομοιογενείς μεταξύ χωρών και τομέων, ενώ ο τομέας των υπηρεσιών επηρεάζεται δυσμενέστερα από τους περιορισμούς στην κοινωνική αλληλεπίδραση και την κινητικότητα από ό,τι ο βιομηχανικός τομέας, ο οποίος ανακάμπτει ταχύτερα. Μολονότι τα μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής στηρίζουν τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, οι καταναλωτές παραμένουν επιφυλακτικοί λόγω της πανδημίας και των επιπτώσεών της στην απασχόληση και τα έσοδα. Επιπλέον, οι ασθενέστεροι εταιρικοί ισολογισμοί και η αυξημένη αβεβαιότητα για τις οικονομικές προοπτικές εξακολουθούν να επηρεάζουν αρνητικά τις επιχειρηματικές επενδύσεις.

Σε ό,τι αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, οι συνεχιζόμενες εκστρατείες εμβολιασμού, σε συνδυασμό με τη σταδιακή χαλάρωση των περιοριστικών μέτρων – εφόσον δεν υπάρξουν περαιτέρω δυσμενείς εξελίξεις σε σχέση με την πανδημία – στηρίζουν την προσδοκία για σταθερή ανάκαμψη της οικονομικής δραστηριότητας στη διάρκεια του 2021. Σε μεσοπρόθεσμο ορίζοντα, η ανάκαμψη της οικονομίας της ζώνης του ευρώ θα πρέπει να στηρίζεται από ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης, μια επεκτατική κατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής κα μια ανάκαμψη της ζήτησης καθώς θα αίρονται σταδιακά τα περιοριστικά μέτρα.

Η αξιολόγηση αυτή αντανακλάται σε γενικές γραμμές στο βασικό σενάριο των μακροοικονομικών προβολών των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ για τη ζώνη του ευρώ του Μαρτίου 2021. Σύμφωνα με αυτές τις προβολές ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του πραγματικού ΑΕΠ θα διαμορφωθεί σε 4,0% το 2021, 4,1% το 2022 και 2,1% το 2023. Σε σύγκριση με τις μακροοικονομικές προβολές των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Δεκεμβρίου του 2020, οι προοπτικές για την οικονομική δραστηριότητα παραμένουν ουσιαστικά αμετάβλητες.

Συνολικά, οι κίνδυνοι που περιβάλλουν τις προοπτικές για την ανάπτυξη στη ζώνη του ευρώ μεσοπρόθεσμα είναι πλέον πιο ισορροπημένοι, αν και εξακολουθούν να υφίστανται καθοδικοί κίνδυνοι σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα. Αφενός, οι καλύτερες προοπτικές για την παγκόσμια ζήτηση, ενισχυόμενες από τα σημαντικά δημοσιονομικά μέτρα τόνωσης της οικονομίας, και η πρόοδος των εκστρατειών εμβολιασμού είναι ενθαρρυντικές. Αφετέρου, η συνεχιζόμενη πανδημία, συμπεριλαμβανομένης της μετάδοσης μεταλλάξεων του ιού, και οι επιπτώσεις της στις οικονομικές και χρηματοπιστωτικές συνθήκες συνεχίζουν να αποτελούν πηγές καθοδικού κινδύνου.

Ο ετήσιος πληθωρισμός της ζώνης του ευρώ αυξήθηκε απότομα σε 0,9% τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2021, από -0,3% τον Δεκέμβριο. Η ανοδική πορεία του συνολικού πληθωρισμού αντικατοπτρίζει διάφορους ιδιοσυγκρατικούς παράγοντες, όπως η λήξη της προσωρινής μείωσης του συντελεστή ΦΠΑ στη Γερμανία, οι καθυστερημένες περίοδοι εκπτώσεων σε ορισμένες χώρες της ζώνης του ευρώ και η επίδραση των εντονότερων από ό,τι συνήθως αλλαγών των συντελεστών στάθμισης του ΕνΔΤΚ για το 2021, καθώς και τον υψηλότερο πληθωρισμό των τιμών της ενέργειας. Με βάση τις ισχύουσες τιμές των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης επί του πετρελαίου, ο συνολικός πληθωρισμός είναι πιθανόν να αυξηθεί τους επόμενους μήνες, αναμένεται όμως κάποια μεταβλητότητα καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, η οποία αντανακλά τη μεταβαλλόμενη δυναμική των παραγόντων που επί του παρόντος ωθούν τον πληθωρισμό προς τα άνω. Αυτοί οι παράγοντες αναμένεται να εξαλειφθούν σταδιακά από τους ετήσιους ρυθμούς πληθωρισμού στις αρχές του επόμενου έτους. Οι υποκείμενες πιέσεις στις τιμές αναμένεται να αυξηθούν κάπως κατά το τρέχον έτος λόγω των παρόντων περιορισμών της προσφοράς και της ανάκαμψης της εγχώριας ζήτησης, αν και οι πιέσεις αναμένεται να παραμείνουν συνολικά συγκρατημένες, αντανακλώντας επίσης τις ασθενείς πιέσεις στους μισθούς και την προηγούμενη ανατίμηση του ευρώ. Όταν ο αντίκτυπος της πανδημίας εξασθενήσει, η υποχώρηση του υψηλού επιπέδου υποαπασχόλησης των πόρων στην οικονομία, υποβοηθούμενη από τη διευκολυντική κατεύθυνση της δημοσιονομικής και της νομισματικής πολιτικής, θα συμβάλει στη σταδιακή άνοδο του πληθωρισμού μεσοπρόθεσμα. Οι δείκτες των πιο μακροπρόθεσμων προσδοκιών για τον πληθωρισμό που βασίζονται σε στοιχεία ερευνών και σε στοιχεία της αγοράς παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα, αν και οι δείκτες που βασίζονται σε στοιχεία της αγοράς συνεχίζουν τη σταδιακή ανοδική πορεία τους.

Η αξιολόγηση αυτή αντανακλάται σε γενικές γραμμές στο βασικό σενάριο των μακροοικονομικών προβολών των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ για τη ζώνη του ευρώ του Μαρτίου 2021, σύμφωνα με το οποίο ο ετήσιος πληθωρισμός θα διαμορφωθεί σε 1,5% το 2021, 1,2% το 2022 και 1,4% το 2023. Σε σύγκριση με τις μακροοικονομικές προβολές των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος του Δεκεμβρίου 2020, οι προοπτικές για τον πληθωρισμό έχουν αναθεωρηθεί προς τα άνω για το 2021 και το 2022, σε μεγάλο βαθμό λόγω προσωρινών παραγόντων και του υψηλότερου πληθωρισμού των τιμών της ενέργειας, ενώ παραμένουν αμετάβλητες για το 2023.

Όσον αφορά τη νομισματική ανάλυση, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της ποσότητας χρήματος με την ευρεία έννοια (Μ3) ήταν 12,5% τον Ιανουάριο του 2021, έπειτα από 12,4% τον Δεκέμβριο και 11,0% τον Νοέμβριο του 2020. Η έντονη αύξηση της ποσότητας χρήματος εξακολούθησε να στηρίζεται από τις συνεχιζόμενες αγορές στοιχείων ενεργητικού από το Ευρωσύστημα, οι οποίες αποτελούν ακόμη τη μεγαλύτερη πηγή δημιουργίας χρήματος. Το στενό νομισματικό μέγεθος Μ1 εξακολούθησε να αποτελεί τον βασικό παράγοντα που συμβάλλει στην αύξηση της ποσότητας χρήματος με την ευρεία έννοια, γεγονός που συμβαδίζει με την υψηλή ακόμη προτίμηση για ρευστότητα στον τομέα διακράτησης χρήματος και με το χαμηλό κόστος ευκαιρίας όσον αφορά τη διακράτηση των πιο ρευστών μορφών χρήματος.

Οι εξελίξεις στα δάνεια προς τον ιδιωτικό τομέα χαρακτηρίστηκαν από κάπως υποτονικότερες χορηγήσεις προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις και ανθεκτικές χορηγήσεις προς τα νοικοκυριά. Η μηνιαία ροή των χορηγήσεων προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις συνέχισε τη συγκρατημένη πορεία που παρατηρείται από το τέλος του καλοκαιριού. Ταυτόχρονα, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης παρέμεινε σε γενικές γραμμές αμετάβλητος, στο 7,0%, έπειτα από 7,1% τον Δεκέμβριο, εξακολουθώντας να αντανακλά την πολύ ισχυρή αύξηση των χορηγήσεων το α΄ εξάμηνο του έτους. Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των δανείων προς τα νοικοκυριά παρέμεινε σε γενικές γραμμές σταθερός στο 3,0% τον Ιανουάριο, έπειτα από 3,1% τον Δεκέμβριο, στο πλαίσιο σταθερής θετικής μηνιαίας ροής.

Συνολικά, τα μέτρα πολιτικής που έχουμε λάβει, μαζί με τα μέτρα που θέσπισαν οι εθνικές κυβερνήσεις και τα άλλα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα, εξακολουθούν να είναι ουσιώδη για τη στήριξη των συνθηκών τραπεζικών χορηγήσεων και της πρόσβασης σε χρηματοδότηση, ιδίως για όσους πλήττονται περισσότερο από την πανδημία.

Συνοπτικά, η διασταύρωση του αποτελέσματος της οικονομικής ανάλυσης με τις ενδείξεις από τη νομισματική ανάλυση επιβεβαίωσε ότι εξακολουθεί να είναι αναγκαίος ένας διευκολυντικός, σε μεγάλο βαθμό, χαρακτήρας της νομισματικής πολιτικής για τη στήριξη της οικονομικής δραστηριότητας και τη σθεναρή σύγκλιση του πληθωρισμού προς επίπεδα κάτω αλλά πλησίον του 2% μεσοπρόθεσμα.

Όσον αφορά τις δημοσιονομικές πολιτικές, είναι καίριας σημασίας να υιοθετηθεί μια φιλόδοξη και συντονισμένη κατεύθυνση ενόψει της απότομης συρρίκνωσης της οικονομίας της ζώνης του ευρώ. Για τον σκοπό αυτόν, θα πρέπει να συνεχιστεί η στήριξη από τις εθνικές δημοσιονομικές πολιτικές δεδομένης της υποτονικής ζήτησης εκ μέρους των επιχειρήσεων και των νοικοκυριών που συνδέεται με τη συνεχιζόμενη πανδημία και τα σχετικά περιοριστικά μέτρα. Ταυτόχρονα, τα δημοσιονομικά μέτρα που έχουν ληφθεί ως απάντηση στην έκτακτη κατάσταση λόγω πανδημίας θα πρέπει, όσο το δυνατόν περισσότερο, να παραμείνουν στοχευμένα και με προσωρινό χαρακτήρα ούτως ώστε να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις ευπάθειες και να στηρίξουν τη γρήγορη ανάκαμψη. Τα τρία δίχτυα ασφαλείας που ενέκρινε το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο για τους εργαζομένους, τις επιχειρήσεις και τις κυβερνήσεις παρέχουν σημαντική χρηματοδοτική στήριξη.

Το Διοικητικό Συμβούλιο αναγνωρίζει τον βασικό ρόλο του πακέτου Next Generation EU και τονίζει πόσο σημαντικό είναι να τεθεί σε εφαρμογή χωρίς καθυστέρηση. Καλεί τα κράτη μέλη να εξασφαλίσουν την έγκαιρη κύρωση της απόφασης σχετικά με τους ίδιους πόρους, να οριστικοποιήσουν άμεσα τα σχέδια ανάκαμψης και ανθεκτικότητάς τους και να διοχετεύσουν τα κεφάλαια σε παραγωγικές δημόσιες δαπάνες, συνοδευόμενες από διαρθρωτικές πολιτικές που ενισχύουν την παραγωγικότητα. Αυτό θα επιτρέψει στο πρόγραμμα Next Generation EU να συμβάλει σε μια ταχύτερη, ισχυρότερη και πιο ομοιόμορφη ανάκαμψη και θα οδηγήσει σε ενίσχυση της ανθεκτικότητας και του αναπτυξιακού δυναμικού των οικονομιών των κρατών μελών, στηρίζοντας έτσι την αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ. Τέτοιες διαρθρωτικές πολιτικές είναι ιδιαίτερα σημαντικές για την αντιμετώπιση μακροχρόνιων διαθρωτικών και θεσμικών αδυναμιών και για την επιτάχυνση της μετάβασης στην πράσινη και την ψηφιακή οικονομία.

Και τώρα είμαστε στη διάθεσή σας για ερωτήσεις.

Για την ακριβή διατύπωση η οποία έχει συμφωνηθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο, συμβουλευθείτε την αγγλική έκδοση.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα

Γενική Διεύθυνση Επικοινωνίας

Η αναπαραγωγή επιτρέπεται εφόσον γίνεται αναφορά στην πηγή.

Εκπρόσωποι Τύπου