Menu

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΗ ΔΗΛΩΣΗ

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ

Christine Lagarde, Πρόεδρος της ΕΚΤ
Luis de Guindos, Αντιπρόεδρος της ΕΚΤ,
Φρανκφούρτη, 12 Δεκεμβρίου 2019

Κυρίες και κύριοι, καλωσορίσατε στην καθιερωμένη συνέντευξη Τύπου. Σήμερα για πρώτη φορά είχα την τιμή και την ευχαρίστηση να συμμετάσχω ως Πρόεδρος στη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ για τη νομισματική πολιτική. Με ιδιαίτερη χαρά θα σας παρουσιάσω τώρα τα αποτελέσματα της συνεδρίασής μας, μαζί με τον Αντιπρόεδρο. Στη συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου συμμετείχε επίσης ο Εκτελεστικός Αντιπρόεδρος της Επιτροπής, κ. Dombrovskis.

Με βάση την οικονομική και νομισματική ανάλυση που διενεργούμε τακτικά, αποφασίσαμε να διατηρήσουμε τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ αμετάβλητα. Αναμένουμε ότι θα παραμείνουν στα σημερινά τους ή σε χαμηλότερα επίπεδα έως ότου διαπιστώσουμε ότι οι προοπτικές για τον πληθωρισμό συγκλίνουν σθεναρά προς επίπεδο πλησίον, σε επαρκή βαθμό, αλλά κάτω του 2%, εντός του χρονικού ορίζοντα προβολής που εξετάζουμε και ότι αυτή η σύγκλιση αντανακλάται κατά τρόπο συνεπή στη δυναμική του υποκείμενου πληθωρισμού.

Την 1η Νοεμβρίου ξεκινήσαμε εκ νέου τη διενέργεια καθαρών αγορών στο πλαίσιο του προγράμματος του Διοικητικού Συμβουλίου για την αγορά στοιχείων ενεργητικού (asset purchase programme - APP) με ύψος 20 δισεκ. ευρώ μηνιαίως. Αναμένουμε ότι οι εν λόγω αγορές θα διενεργούνται για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται αναγκαίο προκειμένου να ενισχυθεί η διευκολυντική επίδραση των επιτοκίων πολιτικής μας και ότι θα λήξουν λίγο πριν αρχίσουμε να αυξάνουμε τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ.

Σκοπεύουμε επίσης να συνεχίσουμε να επανεπενδύουμε, πλήρως, τα ποσά από την εξόφληση τίτλων αποκτηθέντων στο πλαίσιο του προγράμματος APP κατά τη λήξη τους για παρατεταμένη χρονική περίοδο μετά την ημερομηνία κατά την οποία θα αρχίσουμε να αυξάνουμε τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ και πάντως για όσο χρονικό διάστημα χρειαστεί για τη διατήρηση ευνοϊκών συνθηκών ρευστότητας και ενός διευκολυντικού, σε μεγάλο βαθμό, χαρακτήρα της νομισματικής πολιτικής.

Τα στοιχεία που έγιναν διαθέσιμα μετά την τελευταία συνεδρίαση του Διοικητικού Συμβουλίου στο τέλος Οκτωβρίου καταδεικνύουν συνεχιζόμενες συγκρατημένες πιέσεις στον πληθωρισμό και υποτονικό ρυθμό ανάπτυξης στη ζώνη του ευρώ, αν και υπάρχουν ορισμένες αρχικές ενδείξεις για σταθεροποίηση της επιβράδυνσης της ανάπτυξης και ήπια αύξηση του υποκείμενου πληθωρισμού που συνάδουν με προηγούμενες προσδοκίες. Η συνεχιζόμενη άνοδος της απασχόλησης και η αύξηση των μισθών εξακολουθούν να στηρίζουν την ανθεκτικότητα της οικονομίας της ζώνης του ευρώ.

Η ολοκληρωμένη δέσμη μέτρων πολιτικής που το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε τον Σεπτέμβριο παρέχει σημαντική τόνωση από την πλευρά της νομισματικής πολιτικής, η οποία διασφαλίζει ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης για όλους τους τομείς της οικονομίας. Πιο συγκεκριμένα, οι ευκολότεροι όροι δανεισμού για τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά στηρίζουν την καταναλωτική δαπάνη και τις επιχειρηματικές επενδύσεις. Αυτό θα στηρίξει την οικονομική μεγέθυνση στη ζώνη του ευρώ, τη συνεχιζόμενη συσσώρευση εγχώριων πιέσεων στις τιμές και, συνεπώς, τη σθεναρή σύγκλιση του πληθωρισμού προς επίπεδα που συμβαδίζουν με τον μεσοπρόθεσμο στόχο μας.

Ενόψει των συγκρατημένων προοπτικών για τον πληθωρισμό, το Διοικητικό Συμβούλιο επανέλαβε την ανάγκη η νομισματική πολιτική να παραμείνει σε πολύ μεγάλο βαθμό διευκολυντική για παρατεταμένη χρονική περίοδο με σκοπό να στηρίξει τις πιέσεις στον υποκείμενο πληθωρισμό και τις εξελίξεις στον μετρούμενο πληθωρισμό μεσοπρόθεσμα. Θα παρακολουθούμε, επομένως, προσεκτικά τις εξελίξεις στον πληθωρισμό και την επίδραση των υπό εξέλιξη μέτρων νομισματικής πολιτικής στην οικονομία. Οι ενδείξεις που παρέχουμε για τη μελλοντική πορεία των επιτοκίων θα διασφαλίσουν ότι οι χρηματοπιστωτικές συνθήκες θα προσαρμόζονται ανάλογα με τις μεταβολές των προοπτικών για τον πληθωρισμό. Σε κάθε περίπτωση, το Διοικητικό Συμβούλιο παραμένει έτοιμο να προσαρμόσει καταλλήλως όλα τα μέσα που διαθέτει προκειμένου να διασφαλίσει ότι ο πληθωρισμός θα κινηθεί προς επίπεδα συμβατά με την επιδίωξή του κατά τρόπο διαρκή, σύμφωνα με τη δέσμευσή του για συμμετρία.

Επιτρέψτε μου τώρα να σας παρουσιάσω με περισσότερες λεπτομέρειες την αξιολόγησή μας, ξεκινώντας από την οικονομική ανάλυση. Το πραγματικό ΑΕΠ στη ζώνη του ευρώ επιβεβαιώθηκε σε 0,2%, σε τριμηνιαία βάση, το γ΄ τρίμηνο του 2019, αμετάβλητο σε σχέση με το προηγούμενο τρίμηνο. Η συνεχιζόμενη υποτονικότητα του διεθνούς εμπορίου σε ένα περιβάλλον επίμονων παγκόσμιων αβεβαιοτήτων εξακολουθεί να επηρεάζει αρνητικά τον τομέα της μεταποίησης στη ζώνη του ευρώ και περιορίζει την αύξηση των επενδύσεων. Ταυτόχρονα, τα εισερχόμενα οικονομικά στοιχεία και τα στοιχεία από έρευνες, ενώ παραμένουν συνολικά χαμηλά, καταδεικνύουν κάποια σταθεροποίηση της επιβράδυνσης του ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης στη ζώνη του ευρώ. Ο τομέας των υπηρεσιών και ο κατασκευαστικός τομέας παραμένουν ανθεκτικοί, παρά την κάποια συγκράτηση το β΄ εξάμηνο του 2019. Όσον αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, η μεγέθυνση στη ζώνη του ευρώ θα συνεχίσει να στηρίζεται από τις ευνοϊκές συνθήκες χρηματοδότησης, την περαιτέρω άνοδο της απασχόλησης σε συνδυασμό με την αύξηση των μισθών, την ελαφρώς επεκτατική κατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ και τη συνεχιζόμενη - αν και κάπως βραδύτερη - ενίσχυση της παγκόσμιας δραστηριότητας.

Η αξιολόγηση αυτή αντανακλάται σε γενικές γραμμές στις μακροοικονομικές προβολές των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος για τη ζώνη του ευρώ του Δεκεμβρίου 2019. Σύμφωνα με αυτές, προβλέπεται αύξηση του ετήσιου πραγματικού ΑΕΠ κατά 1,2% το 2019, 1,1% το 2020 και 1,4% τόσο το 2021 όσο και το 2022. Σε σύγκριση με τις μακροοικονομικές προβολές των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ του Σεπτεμβρίου 2019, οι προοπτικές για την αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ έχουν αναθεωρηθεί ελαφρώς προς τα κάτω για το 2020.

Οι κίνδυνοι που περιβάλλουν τις προοπτικές για την ανάπτυξη στη ζώνη του ευρώ, οι οποίοι σχετίζονται με γεωπολιτικούς παράγοντες, αυξανόμενο προστατευτισμό και ευπάθειες σε αναδυόμενες αγορές, παραμένουν καθοδικοί, αλλά είναι πλέον κάπως λιγότερο έντονοι.

Σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat, ο ετήσιος πληθωρισμός (βάσει του ΕνΔΤΚ) στη ζώνη του ευρώ αυξήθηκε από 0,7% τον Οκτώβριο του 2019 σε 1,0% τον Νοέμβριο, αντανακλώντας κυρίως υψηλότερο πληθωρισμό των τιμών των υπηρεσιών και των ειδών διατροφής. Με βάση τις ισχύουσες τιμές των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης επί του πετρελαίου, ο μετρούμενος πληθωρισμός είναι πιθανόν να αυξηθεί κάπως τους επόμενους μήνες. Οι δείκτες των προσδοκιών για τον πληθωρισμό διαμορφώνονται σε χαμηλά επίπεδα. Οι μετρήσεις του υποκείμενου πληθωρισμού παραμένουν σε γενικές γραμμές υποτονικές, αν και υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις ήπιας αύξησης που συνάδουν με προηγούμενες προσδοκίες. Αν και οι πιέσεις στο κόστος εργασίας ενισχύθηκαν λόγω της μεγαλύτερης στενότητας στις αγορές εργασίας, ο ασθενέστερος ρυθμός ανάπτυξης καθυστερεί τη μετακύλισή τους στον πληθωρισμό. Μεσοπρόθεσμα, ο πληθωρισμός αναμένεται να αυξηθεί, υποβοηθούμενος από τα μέτρα νομισματικής πολιτικής που έχουμε λάβει, τη συνεχιζόμενη οικονομική μεγέθυνση και την ισχυρή άνοδο των μισθών.

Η εκτίμηση αυτή αντανακλάται γενικότερα και στις μακροοικονομικές προβολές των εμπειρογνωμόνων του Ευρωσυστήματος για τη ζώνη του ευρώ του Δεκεμβρίου 2019, σύμφωνα με τις οποίες ο ετήσιος ρυθμός πληθωρισμού (βάσει του ΕνΔΤΚ) θα διαμορφωθεί σε 1,2% το 2019, 1,1% το 2020, 1,4% το 2021 και 1,6% το 2022. Σε σύγκριση με τις μακροοικονομικές προβολές των εμπειρογνωμόνων της ΕΚΤ του Σεπτεμβρίου 2019, οι προοπτικές για τον πληθωρισμό (βάσει του ΕνΔΤΚ) έχουν αναθεωρηθεί ελαφρώς προς τα πάνω για το 2020 και ελαφρώς προς τα κάτω για το 2021, γεγονός που οφείλεται κατά κύριο λόγο στην αναμενόμενη μελλοντική πορεία των τιμών της ενέργειας.

Όσον αφορά τη νομισματική ανάλυση, ο ρυθμός αύξησης της ποσότητας χρήματος με την ευρεία έννοια (M3) διαμορφώθηκε σε 5,6% τον Οκτώβριο του 2019, αμετάβλητος σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα. Οι αμείωτοι ρυθμοί αύξησης της ποσότητας χρήματος με την ευρεία έννοια αντανακλούν τη συνεχιζόμενη δημιουργία τραπεζικών πιστώσεων για τον ιδιωτικό τομέα και το χαμηλό κόστος ευκαιρίας που παρουσιάζει η διακράτηση μέσων που εμπίπτουν στο Μ3 σε σχέση με άλλα χρηματοδοτικά μέσα. Το στενό νομισματικό μέγεθος Μ1 εξακολουθεί να είναι ο βασικός παράγοντας που συμβάλλει στην αύξηση της ποσότητας χρήματος με την ευρεία έννοια από την πλευρά των συνιστωσών της.

Ο ρυθμός αύξησης των δανείων προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά παρέμεινε ισχυρός, ωφελούμενος από τη συνεχιζόμενη μετακύλιση της διευκολυντικής κατεύθυνσης της νομισματικής πολιτικής μας στα επιτόκια χορηγήσεων των τραπεζών. Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των δανείων προς τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις επιταχύνθηκε σε 3,8% τον Οκτώβριο, από 3,6% τον Σεπτέμβριο, ενώ ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των δανείων προς τα νοικοκυριά συνέχισε τη σταδιακή ανοδική πορεία του και διαμορφώθηκε σε 3,5% τον Οκτώβριο. Η διευκολυντική κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής μας θα συμβάλει στη διαφύλαξη των πολύ ευνοϊκών όρων τραπεζικών χορηγήσεων και θα συνεχίσει να στηρίζει την πρόσβαση σε χρηματοδότηση σε όλους τους οικονομικούς τομείς και ιδίως για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Συνοπτικά, η διασταύρωση του αποτελέσματος της οικονομικής ανάλυσης με τις ενδείξεις από τη νομισματική ανάλυση επιβεβαίωσε ότι εξακολουθεί να είναι αναγκαίος ένας διευκολυντικός, σε μεγάλο βαθμό, χαρακτήρας της νομισματικής πολιτικής για τη συνέχιση της σθεναρής σύγκλισης του πληθωρισμού προς επίπεδα κάτω αλλά πλησίον του 2% μεσοπρόθεσμα.

Προκειμένου να αποκομισθούν πλήρως τα οφέλη από τα μέτρα νομισματικής πολιτικής που έχουμε λάβει, είναι αναγκαία η αποφασιστικότερη συμβολή και άλλων τομέων πολιτικής για την αύξηση του πιο μακροπρόθεσμου αναπτυξιακού δυναμικού, τη στήριξη της συνολικής ζήτησης στην παρούσα συγκυρία και τη μείωση των ευπαθειών. Είναι απαραίτητο να επιταχυνθεί σημαντικά η εφαρμογή διαρθρωτικών πολιτικών στις χώρες της ζώνης του ευρώ προκειμένου να τονωθεί η παραγωγικότητα και το αναπτυξιακό δυναμικό της ζώνης του ευρώ, να μειωθεί η διαρθρωτική ανεργία και να αυξηθεί η ανθεκτικότητα. Οι συστάσεις που απευθύνονται στις επιμέρους χώρες για το 2019 θα πρέπει να λειτουργήσουν ως το αντίστοιχο σημείο αναφοράς.

Σε ό,τι αφορά τις δημοσιονομικές πολιτικές, η κατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ αναμένεται να παραμείνει ελαφρώς επεκτατική το 2020, στηρίζοντας έτσι την οικονομική δραστηριότητα. Ενόψει των φθινουσών οικονομικών προοπτικών, το Διοικητικό Συμβούλιο επικροτεί την έκκληση της Ευρωομάδας για λήψη διαφοροποιημένων δημοσιονομικών μέτρων και την ετοιμότητά της για συντονισμό. Οι κυβερνήσεις που διαθέτουν δημοσιονομικό χώρο θα πρέπει να είναι έτοιμες να δράσουν έγκαιρα και αποτελεσματικά. Σε χώρες με υψηλό δημόσιο χρέος, οι κυβερνήσεις πρέπει να επιδιώξουν την άσκηση συνετών πολιτικών και να επιτύχουν τους στόχους για το διαρθρωτικό αποτέλεσμα, δημιουργώντας έτσι τις συνθήκες για την ελεύθερη λειτουργία των αυτόματων σταθεροποιητών. Όλες οι χώρες θα πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειές τους προκειμένου να επιτύχουν μια σύνθεση των δημόσιων οικονομικών η οποία να είναι περισσότερο φιλική προς την ανάπτυξη.

Αντιστοίχως, η διαφανής και συνεπής εφαρμογή του πλαισίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τη δημοσιονομική και οικονομική διακυβέρνηση διαχρονικά και σε όλες τις χώρες εξακολουθεί να είναι απαραίτητη για την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της οικονομίας της ζώνης του ευρώ. Η βελτίωση της λειτουργίας της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης εξακολουθεί να αποτελεί προτεραιότητα. Το Διοικητικό Συμβούλιο επικροτεί το έργο που πραγματοποιείται και καλεί να ληφθούν περαιτέρω συγκεκριμένα και αποφασιστικά μέτρα για την ολοκλήρωση της τραπεζικής ένωσης και της ένωσης κεφαλαιαγορών.

Και τώρα είμαστε στη διάθεσή σας για ερωτήσεις.

Για την ακριβή διατύπωση η οποία έχει συμφωνηθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο, συμβουλευθείτε την αγγλική έκδοση.

Εκπρόσωποι Τύπου