Menu

Τι είναι τα πλαίσια πρόσθετων δανειακών απαιτήσεων;

15 Μαΐου 2020 (επικαιροποιήθηκε στις 8 Οκτωβρίου 2020)

Τι είναι τα πλαίσια πρόσθετων δανειακών απαιτήσεων;

Το Ευρωσύστημα δανείζει κεφάλαια σε τράπεζες έναντι επαρκών εξασφαλίσεων. Η ΕΚΤ δημοσιεύει καθημερινά κατάλογο με χιλιάδες εμπορεύσιμα περιουσιακά στοιχεία, όπως κρατικά ομόλογα, τα οποία γίνονται αποδεκτά ως εξασφαλίσεις από όλες τις εθνικές κεντρικές τράπεζες (ΕθνΚΤ). Το Ευρωσύστημα αποδέχεται επίσης ως εξασφαλίσεις μη εμπορεύσιμα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία έχουν κυρίως τη μορφή δανειακών απαιτήσεων. Αυτές οι απαιτήσεις μπορεί να περιλαμβάνουν δάνεια προς επιχειρήσεις ή προς τον δημόσιο τομέα επί των οποίων οι τράπεζες διακρατούν απαίτηση αποπληρωμής. Αυτή η πολύ ευρεία δέσμη αποδεκτών εξασφαλίσεων του Ευρωσυστήματος έχει σχεδιαστεί με σκοπό να διασφαλίζεται ότι τράπεζες από διαφορετικές χώρες και με διαφορετικά επιχειρηματικά μοντέλα διαθέτουν κατά κανόνα επαρκείς εξασφαλίσεις χάρη στις οποίες έχουν πρόσβαση στη ρευστότητα του Ευρωσυστήματος.

Προκειμένου να εξασφαλιστεί ότι οι τράπεζες έχουν πλήρη πρόσβαση σε ρευστότητα κεντρικής τράπεζας, ακόμα και σε αντίξοες συνθήκες, το Ευρωσύστημα έδωσε τη δυνατότητα στις ΕθνΚΤ να αποδέχονται προσωρινά πρόσθετα είδη εξασφαλίσεων. Κατ' αυτόν τον τρόπο, μπορούν να λάβουν υπόψη τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα τους, όπως τα είδη των διαθέσιμων εξασφαλίσεων ή τις ιδιαίτερες νομικές και λειτουργικές συνθήκες.

Οι πρόσθετες δανειακές απαιτήσεις είναι ένα παράδειγμα του είδους των περιουσιακών στοιχείων που γίνονται προσωρινά αποδεκτά ως εξασφαλίσεις. Πρόκειται για δανειακές απαιτήσεις που δεν πληρούν όλα τα κριτήρια επιλεξιμότητας που ισχύουν στο γενικό πλαίσιο εξασφαλίσεων. Το γενικό πλαίσιο του Ευρωσυστήματος όσον αφορά τις εξασφαλίσεις περιλαμβάνει δάνεια προς τον δημόσιο τομέα, τις μεγάλες εταιρείες και τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις. Πέραν αυτών, οι πρόσθετες δανειακές απαιτήσεις μπορεί να περιλαμβάνουν δάνεια προς νοικοκυριά καθώς και ομάδες παρόμοιων ειδών δανείων, μεταξύ άλλων δάνεια προς μεγάλες εταιρείες και προς μικρομεσαίες επιχειρήσεις, καταναλωτικά δάνεια ή ενυπόθηκα δάνεια. Αυτές οι πρόσθετες δανειακές απαιτήσεις μπορεί να είναι χαμηλότερης πιστωτικής ποιότητας από τις γενικότερα αποδεκτές δανειακές απαιτήσεις ή να είναι εκφρασμένες σε νομίσματα εκτός του ευρώ. Προκειμένου να αντισταθμίσουν τους συναφείς υψηλότερους κινδύνους, οι εθνικές κεντρικές τράπεζες επιβάλλουν υψηλότερες περικοπές αποτίμησης. Αυτό σημαίνει ότι η εθνική κεντρική τράπεζα αποδίδει στην πρόσθετη δανειακή απαίτηση χαμηλότερη αξία από την ονομαστική της αξία προκειμένου να έχει ένα απόθεμα ασφαλείας σε περίπτωση μεταβολής της αξίας της εξασφάλισης. Το μέγιστο ποσό που μπορεί να αντλήσει μια τράπεζα στο πλαίσιο των πιστοδοτικών πράξεων του Ευρωσυστήματος βασίζεται στη συνολική αξία των εξασφαλίσεών της μετά τις περικοπές αποτίμησης.

Οι κανόνες που διέπουν τη χρήση των πρόσθετων δανειακών απαιτήσεων διαφέρουν ελαφρώς μεταξύ των χωρών. Αυτοί οι κανόνες ονομάζονται πλαίσια πρόσθετων δανειακών απαιτήσεων. Κάθε ΕθνΚΤ είναι ελεύθερη να θεσπίζει συγκεκριμένο πλαίσιο πρόσθετων δανειακών απαιτήσεων για τη χώρα της, το οποίο όμως πρέπει να εγκριθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο με βάση ένα ελάχιστο κοινό πλαίσιο ελέγχου κινδύνων. Η δυνατότητα εφαρμογής αυτών των πλαισίων θεσπίστηκε τον Δεκέμβριο του 2011 ως μέρος των μέτρων ενισχυμένης πιστωτικής στήριξης που λήφθηκαν με σκοπό τη στήριξη των τραπεζικών χορηγήσεων στη διάρκεια της χρηματοπιστωτικής κρίσης. Αυτή η επιλογή θα παραμείνει σε ισχύ μέχρι τη λήξη της τρίτης δέσμης στοχευμένων πράξεων πιο μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης (ΣΠΠΜΑ ΙΙΙ) τον Μάρτιο του 2024.

Πώς επεκτάθηκαν τα πλαίσια πρόσθετων δανειακών απαιτήσεων ως απάντηση στην πανδημία του COVID-19;

Στις 7 Απριλίου 2020 το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αποφάσισε να επιτρέψει προσωρινά την επέκταση των πλαισίων πρόσθετων δανειακών απαιτήσεων παρέχοντας τη δυνατότητα στις ΕθνΚΤ να συμπεριλάβουν δάνεια προς μεγάλες εταιρείες, μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αυτοαπασχολουμένους και νοικοκυριά τα οποία υποστηρίζονται από εγγυήσεις του δημόσιου τομέα λόγω του COVID-19. Χωρίς αυτές τις εγγυήσεις τα δάνεια θα υπόκειντο σε υψηλότερες περικοπές αποτίμησης σε σχέση με τον κίνδυνο ή δεν θα ήταν επιλέξιμα σύμφωνα με τα πλαίσια πρόσθετων δανειακών απαιτήσεων. Ταυτόχρονα, το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε να μειώσει τις περικοπές αποτίμησης, αποδεχόμενο έτσι μια προσωρινή αύξηση του υπολειπόμενου κινδύνου, δηλαδή του κινδύνου μια τράπεζα να αθετήσει τις υποχρεώσεις της και η αξία από τη ρευστοποίηση της εξασφάλισης να μην επαρκεί για να καλύψει το άνοιγμα. Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε επίσης να μειώσει προσωρινά τη συχνότητα υποβολής αναφορών ανά δάνειο προκειμένου να μειώσει κάπως την ενδεχόμενη επιβάρυνση για τις τράπεζες και να επεκτείνει τον κατάλογο των πηγών που επιτρέπεται να αξιολογούν την πιστωτική ποιότητα των πρόσθετων δανειακών απαιτήσεων.

Γιατί αυτές οι αλλαγές υιοθετήθηκαν σήμερα;

Ως απάντηση στην πανδημία του COVID-19, πολλά κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ θέσπισαν συγκεκριμένα συστήματα κρατικών εγγυήσεων ή εγγυήσεων του δημόσιου τομέα για να βοηθήσουν τις οικονομίες τους. Οι εθνικές κεντρικές τράπεζες μπορούν, ως έναν βαθμό, να λαμβάνουν υπόψη αυτά τα συστήματα εγγυήσεων, τα οποία συχνά δεν πληρούν τις γενικές απαιτήσεις επιλεξιμότητας του Ευρωσυστήματος για τις εγγυήσεις. Ορισμένες από τις νέες εγγυήσεις, για παράδειγμα, είναι τμηματικές.

Ποιες ΕθνΚΤ της ζώνης του ευρώ έχουν θεσπίσει πλαίσιο πρόσθετων δανειακών απαιτήσεων;

Μέχρι σήμερα, οι ακόλουθες 15 εθνικές κεντρικές τράπεζες έχουν θεσπίσει πλαίσια πρόσθετων δανειακών απαιτήσεων: Nationale Bank van België/Banque Nationale de Belgique, Eesti Pank, Banc Ceannais na hÉireann/Central Bank of Ireland, Τράπεζα της Ελλάδος, Banco de España, Banque de France, Banca d'Italia, Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου, Deutsche Bundesbank, Lietuvos bankas, Oesterreichische Nationalbank, Banco de Portugal, Banka Slovenije, Národná banka Slovenska και Suomen Pankki – Finlands Bank. Αναμένεται ότι αυτό θα πράξουν και άλλες ΕθνΚΤ. Χάρη στα διευρυμένα πλαίσια οι τράπεζες μπορούν να προσφεύγουν στις πιστοδοτικές πράξεις του Ευρωσυστήματος, μεταξύ άλλων στις ΣΠΠΜΑ ΙΙΙ, και έχουν τη δυνατότητα να παρέχουν περισσότερα δάνεια ως εξασφαλίσεις, κυρίως δάνεια που ωφελούνται από τα συστήματα εγγυήσεων που θεσπίστηκαν λόγω της κρίσης του COVID-19.

Πώς εκτιμάται ότι η επέκταση αυτών των πλαισίων θα βοηθήσει την πραγματική οικονομία;

Tα πλαίσια πρόσθετων δανειακών απαιτήσεων παρείχαν εδώ και χρόνια κίνητρα ώστε τα δάνεια προς μικρότερες επιχειρήσεις, αυτοαπασχολουμένους και ιδιώτες να γίνονται αποδεκτά ως εξασφαλίσεις του Ευρωσυστήματος. Η προσωρινή επέκταση αυτών των πλαισίων επιτρέπει σήμερα την περαιτέρω χαλάρωση ορισμένων απαιτήσεων για την αποδοχή τέτοιων δανείων. Έτσι, οι τράπεζες έχουν τη δυνατότητα να χορηγήσουν δάνεια προς την πραγματική οικονομία, μεταξύ άλλων προς τους μικρότερους δανειολήπτες, σε μια περίοδο σοβαρής οικονομικής έντασης με χαμηλά ή καθόλου έσοδα, και να αναχρηματοδοτήσουν αυτά τα δάνεια αντλώντας κεφάλαια από Ευρωσύστημα για διάστημα έως και τρία έτη, με επιτόκια επί του παρόντος αρνητικά. Αυτό με τη σειρά του αναμένεται να βοηθήσει τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις καθώς και τους αυτοαπασχολουμένους, ιδίως όσους ωφελούνται από συγκεκριμένα συστήματα κρατικών εγγυήσεων, να κρατήσουν σε λειτουργία τις επιχειρήσεις τους και να διατηρήσουν ή να επεκτείνουν την τραπεζική τους χρηματοδότηση στη διάρκεια αυτών των δύσκολων στιγμών.