Banking Supervision
Eλληνικά
Menu

Εισαγωγική δήλωση

Jean-Claude Trichet, Προέδρου της ΕΚΤ,
Λουκά Παπαδήμου, Αντιπροέδρου της ΕΚΤ,
Αθήνα, 8 Μαΐου 2008

Κυρίες και κύριοι, ο Αντιπρόεδρος και εγώ σας καλωσορίζουμε στη σημερινή συνέντευξη Τύπου εδώ στην Αθήνα. Θα ήθελα να ευχαριστήσω τον Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, κ. Γκαργκάνα, για τη θερμή φιλοξενία και να εκφράσω τη μεγάλη μας ευγνωμοσύνη στο προσωπικό της Τράπεζας της Ελλάδος για την έξοχη οργάνωση της σημερινής συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου.

Επιτρέψτε μου τώρα να σας αναλύσω τα συμπεράσματα της συνεδρίασής μας, στην οποία παρέστη και ο Επίτροπος κ. Almunia.

Βάσει της τακτικής οικονομικής και νομισματικής ανάλυσης που διενεργούμε, αποφασίσαμε στη σημερινή συνεδρίαση ότι τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ θα παραμείνουν αμετάβλητα. Οι ρυθμοί πληθωρισμού έχουν αυξηθεί σημαντικά από το φθινόπωρο, κυρίως λόγω των αυξήσεων των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων. Όπως έχουμε αναφέρει και σε προηγούμενες περιστάσεις, οι ρυθμοί πληθωρισμού αναμένεται να παραμείνουν σε υψηλά επίπεδα για μάλλον παρατεταμένη χρονική περίοδο και στη συνέχεια θα μειωθούν σταδιακά. Οι πιο πρόσφατες πληροφορίες επιβεβαιώνουν την εκτίμησή μας ότι επικρατούν ανοδικοί κίνδυνοι διατάραξης της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα, υπό συνθήκες συνεχιζόμενης πολύ έντονης νομισματικής και πιστωτικής επέκτασης. Ταυτόχρονα, τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη της ζώνης του ευρώ είναι υγιή και τα εισερχόμενα μακροοικονομικά στοιχεία συνεχίζουν να καταδεικνύουν συγκρατημένη, αλλά συνεχιζόμενη αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ. Ωστόσο, ο βαθμός της αβεβαιότητας που οφείλεται στην αναταραχή στις χρηματοπιστωτικές αγορές παραμένει ασυνήθιστα υψηλός και οι εντάσεις επιμένουν ακόμη. Στο πλαίσιο αυτό, τονίζουμε ότι η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα αποτελεί τον πρωταρχικό μας στόχο σύμφωνα με την εντολή που μας έχει ανατεθεί. Η σταθεροποίηση των μεσομακροπρόθεσμων προσδοκιών για τον πληθωρισμό αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα. Το Διοικητικό Συμβούλιο εμμένει σθεναρά στη δέσμευσή του να αποτρέψει την εκδήλωση δευτερογενών επιδράσεων και ανοδικών κινδύνων διατάραξης της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα. Πιστεύουμε ότι η παρούσα κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής θα συμβάλει στην επίτευξη του στόχου μας. Θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε πολύ προσεκτικά όλες τις εξελίξεις τις προσεχείς εβδομάδες.

Στη συνέχεια θα ήθελα να σας παρουσιάσω την αξιολόγησή μας με περισσότερες λεπτομέρειες, ξεκινώντας από την οικονομική ανάλυση.

Οι πιο πρόσφατες πληροφορίες και στοιχεία ερευνών σχετικά με την οικονομική δραστηριότητα επιβεβαιώνουν τις προηγούμενες προσδοκίες για συγκρατημένη, αλλά συνεχιζόμενη ανάπτυξη το πρώτο εξάμηνο του 2008. Πιο συγκεκριμένα, τα στοιχεία για τη βιομηχανική παραγωγή τους πρώτους μήνες του έτους έδειξαν ανθεκτικότητα, ενώ o δείκτης οικονομικού κλίματος συνέχισε γενικά να υποχωρεί. Συνολικά, η οικονομία της ζώνης του ευρώ διαθέτει υγιή θεμελιώδη μεγέθη και δεν αντιμετωπίζει σημαντικές ανισορροπίες.

Σύμφωνα με τις διαθέσιμες προβλέψεις, τόσο η εγχώρια όσο και η εξωτερική ζήτηση αναμένεται να στηρίξουν την αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ στη ζώνη του ευρώ το 2008, αν και σε μικρότερο βαθμό από ό,τι στη διάρκεια του 2007. Ενώ επιβραδύνεται, η ανάπτυξη της παγκόσμιας οικονομίας αναμένεται να παραμείνει ανθεκτική, επωφελούμενη κυρίως από την έντονη ανάπτυξη των αναδυόμενων οικονομιών. Το γεγονός αυτό αναμένεται να συνεχίσει να στηρίζει την εξωτερική ζήτηση της ζώνης του ευρώ. Παράλληλα, η άνοδος των επενδύσεων στη ζώνη του ευρώ αναμένεται να παρέχει συνεχή στήριξη στην οικονομική δραστηριότητα, καθώς ο βαθμός χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού παραμένει υψηλός και η κερδοφορία στον τομέα των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων διατηρείται. Ταυτόχρονα, η απασχόληση και η συμμετοχή στο εργατικό δυναμικό αυξήθηκαν σημαντικά και τα ποσοστά ανεργίας μειώθηκαν σε επίπεδα πρωτοφανή για την τελευταία 25ετία. Αυτό στηρίζει την αύξηση του πραγματικού διαθέσιμου εισοδήματος και συνεπώς της κατανάλωσης, αν και η αγοραστική δύναμη περιορίζεται από την επίδραση που ασκεί η άνοδος των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων.

Η αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει αυτές τις προοπτικές για την οικονομική ανάπτυξη εξακολουθεί να είναι υψηλή και επικρατούν καθοδικοί κίνδυνοι. Πιο συγκεκριμένα, οι κίνδυνοι συνδέονται με το ενδεχόμενο η αναταραχή στις χρηματοπιστωτικές αγορές να έχει δυσμενέστερη επίδραση στην πραγματική οικονομία από ό,τι αναμενόταν προηγουμένως. Επιπλέον, καθοδικοί κίνδυνοι απορρέουν από τη μειωτική επίδραση στην κατανάλωση και τις επενδύσεις λόγω περαιτέρω μη αναμενόμενων αυξήσεων των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων. Κινδύνους εγκυμονούν επίσης οι πιέσεις για προστατευτισμό και πιθανές μη ομαλές εξελίξεις λόγω των παγκόσμιων ανισορροπιών.

Όσον αφορά την εξέλιξη των τιμών, ο ετήσιος ρυθμός πληθωρισμού βάσει του ΕνΔΤΚ παρέμεινε άνω του 3% τους τελευταίους έξι μήνες. Σύμφωνα με την προκαταρκτική εκτίμηση της Eurostat, ήταν 3,3% τον Απρίλιο του 2008. Αυτός ο ρυθμός επιβεβαιώνει τις συνεχιζόμενες έντονες βραχυπρόθεσμες ανοδικές πιέσεις στον πληθωρισμό, οι οποίες οφείλονται σε μεγάλο βαθμό στις απότομες αυξήσεις των διεθνών τιμών της ενέργειας και των τροφίμων τους τελευταίους μήνες.

Όσον αφορά τις μελλοντικές προοπτικές, σύμφωνα με τις σημερινές τιμές των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης για τα προαναφερόμενα εμπορεύματα, ο ετήσιος ρυθμός πληθωρισμού βάσει του ΕνΔΤΚ είναι πιθανόν να παραμείνει σημαντικά υψηλότερος του 2% τους επόμενους μήνες και να υποχωρήσει μόνο σταδιακά στη διάρκεια του 2008. Κατά συνέπεια, διανύουμε επί του παρόντος μια μάλλον παρατεταμένη περίοδο υψηλών ρυθμών πληθωρισμού. Προκειμένου οι τρέχοντες υψηλοί ρυθμοί πληθωρισμού να παραμείνουν προσωρινοί, είναι επιτακτικό να μην ενσωματωθούν σε μονιμότερη βάση στις πιο μακροπρόθεσμες προσδοκίες ούτε να οδηγήσουν σε ευρείας κλίμακας δευτερογενείς επιδράσεις στη διαδικασία καθορισμού των μισθών και των τιμών.

Οι κίνδυνοι για τις προοπτικές του πληθωρισμού μεσοπρόθεσμα παραμένουν σαφώς ανοδικοί. Σε αυτούς περιλαμβάνονται το ενδεχόμενο περαιτέρω ανόδου των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων, καθώς και αυξήσεων των διοικητικά καθοριζόμενων τιμών και των έμμεσων φόρων πέρα από τις ήδη προβλεπόμενες. Και το κυριότερο, υπάρχει ο κίνδυνος η μισθολογική και τιμολογιακή συμπεριφορά να επαυξήσει τις πληθωριστικές πιέσεις. Πιο συγκεκριμένα, η τιμολογιακή δύναμη των επιχειρήσεων, κυρίως σε τμήματα της αγοράς με χαμηλό ανταγωνισμό, μπορεί να αποδειχθεί ισχυρότερη από ό,τι αναμένεται σήμερα. Επιπλέον, ενδέχεται να σημειωθούν μεγαλύτερες από τις αναμενόμενες μισθολογικές αυξήσεις, εάν ληφθούν υπόψη ο υψηλός βαθμός χρησιμοποίησης του παραγωγικού δυναμικού, οι συνθήκες στενότητας στις αγορές εργασίας και ο κίνδυνος εκδήλωσης δευτερογενών επιδράσεων λόγω του υψηλού επιπέδου των σημερινών ρυθμών πληθωρισμού.

Στο πλαίσιο αυτό, είναι επιτακτικό όλα τα εμπλεκόμενα μέρη, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στο δημόσιο τομέα, να ανταποκριθούν στις ευθύνες τους. Κατά τον καθορισμό των μισθών πρέπει να λαμβάνονται υπόψη η εξέλιξη της παραγωγικότητας, το ακόμη υψηλό επίπεδο της ανεργίας σε πολλές οικονομίες και η διεθνής ανταγωνιστικότητα ως προς τις τιμές. Η συγκράτηση της ανόδου του κόστους εργασίας είναι απαραίτητη ιδίως σε χώρες που έχουν υποστεί μείωση της ανταγωνιστικότητάς τους ως προς τις τιμές τα τελευταία έτη. Πρέπει να αποφευχθούν οι δευτερογενείς επιδράσεις που προκύπτουν από τον αντίκτυπο της ανόδου των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων στη μισθολογική και τιμολογιακή συμπεριφορά. Υπό αυτές τις συνθήκες, το Διοικητικό Συμβούλιο ανησυχεί για την ύπαρξη συστημάτων τιμαριθμικής αναπροσαρμογής των ονομαστικών μισθών με βάση τις τιμές καταναλωτή. Συστήματα τέτοιου είδους ενέχουν τον κίνδυνο οι ανοδικές διαταραχές του πληθωρισμού να οδηγήσουν σε πληθωριστική δίνη μισθών-τιμών, με επιζήμιες συνέπειες για την απασχόληση και την ανταγωνιστικότητα στις εν λόγω χώρες. Για το λόγο αυτό, το Διοικητικό Συμβούλιο ζητεί να αποφεύγονται τέτοια συστήματα. Το Διοικητικό Συμβούλιο παρακολουθεί τις μισθολογικές διαπραγματεύσεις στη ζώνη του ευρώ με ιδιαίτερη προσοχή. Κατά την άποψη του Διοικητικού Συμβουλίου, η τήρηση υπεύθυνης στάσης κατά τη σύναψη μισθολογικών συμφωνιών είναι καίριας σημασίας, ούτως ώστε να διαφυλαχθεί η σταθερότητα των τιμών μεσοπρόθεσμα και συνεπώς η αγοραστική δύναμη όλων των πολιτών της ζώνης του ευρώ.

Η νομισματική ανάλυση επιβεβαιώνει ότι σε μεσομακροπρόθεσμους ορίζοντες επικρατούν ανοδικοί κίνδυνοι διατάραξης της σταθερότητας των τιμών. Ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του Μ3 παρέμεινε πολύ έντονος στο 10,3% το Μάρτιο, ωθούμενος από τη συνεχή ισχυρή άνοδο των δανείων των νομισματικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων (ΝΧΙ) προς τον ιδιωτικό τομέα. Ταυτόχρονα, ο ετήσιος ρυθμός ανόδου του Μ1 συνέχισε να υποχωρεί το Μάρτιο, αντανακλώντας την άνοδο των βραχυπρόθεσμων επιτοκίων η οποία ενθάρρυνε την περαιτέρω στροφή των επενδυτών από τις καταθέσεις μίας ημέρας προς τις καταθέσεις προθεσμίας. Η επίδραση της περιορισμένης κλίσης της καμπύλης αποδόσεων και άλλοι πρόσκαιροι παράγοντες υποδηλώνουν ότι ο ετήσιος ρυθμός αύξησης του Μ3 επί του παρόντος υπερεκτιμά τον υποκείμενο ρυθμό νομισματικής επέκτασης. Ωστόσο, ακόμη και αφού ληφθούν υπόψη αυτές οι επιδράσεις, η αξιολόγηση σε ευρεία βάση των πιο πρόσφατων στοιχείων επιβεβαιώνει ότι ο υποκείμενος ρυθμός νομισματικής και πιστωτικής επέκτασης παραμένει ισχυρός.

Ο ρυθμός αύξησης του δανεισμού των νοικοκυριών επιβραδύνθηκε τους τελευταίους μήνες, αντανακλώντας την επίδραση των υψηλότερων βραχυπρόθεσμων επιτοκίων και την υποχώρηση της συναλλακτικής δραστηριότητας στις αγορές κατοικιών σε διάφορες περιοχές της ζώνης του ευρώ. Ωστόσο, ο ρυθμός αύξησης των δανείων προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις παραμένει πολύ έντονος. Αν και μπορεί να αναμένεται κάποια υποχώρηση στο μέλλον υπό το φως των λιγότερο ευνοϊκών συνθηκών χρηματοδότησης και της βραδύτερης οικονομικής ανάπτυξης, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης των τραπεζικών δανείων προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις της ζώνης του ευρώ ήταν 15,0% το δωδεκάμηνο έως το Μάρτιο του 2008, και η ροή των δανείων τους τελευταίους μήνες είναι έντονη.

Προς το παρόν δεν υπάρχουν επαρκή στοιχεία που να καταδεικνύουν ότι η αναταραχή στις χρηματοπιστωτικές αγορές από τις αρχές Αυγούστου του 2007 έχει επηρεάσει σημαντικά την εξέλιξη της ποσότητας χρήματος με την ευρεία έννοια και των δανείων. Η συνεχιζόμενη έντονη αύξηση των δανείων προς μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις υποδηλώνει ότι μέχρι στιγμής η προσφορά τραπεζικών πιστώσεων προς τις επιχειρήσεις της ζώνης του ευρώ δεν έχει υποστεί σημαντική δυσμενή επίδραση από την αναταραχή στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Θα χρειαστούν περισσότερα στοιχεία και περαιτέρω ανάλυση προκειμένου να διαμορφωθεί μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα της επίδρασης που ασκούν οι εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές στους ισολογισμούς των τραπεζών, στις συνθήκες χρηματοδότησης, καθώς και στη νομισματική και πιστωτική επέκταση.

Εν περιλήψει, η διασταύρωση των αποτελεσμάτων της οικονομικής ανάλυσης με τα στοιχεία που προκύπτουν από τη νομισματική ανάλυση επιβεβαιώνει σαφώς την εκτίμηση ότι επικρατούν ανοδικοί κίνδυνοι διατάραξης της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα, υπό συνθήκες πολύ έντονης νομισματικής και πιστωτικής επέκτασης και χωρίς διαφαινόμενους σημαντικούς περιορισμούς της προσφοράς τραπεζικών δανείων. Τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη της ζώνης του ευρώ είναι υγιή και τα εισερχόμενα μακροοικονομικά στοιχεία συνεχίζουν να καταδεικνύουν συγκρατημένη, αλλά συνεχιζόμενη αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ. Ωστόσο, ο βαθμός της αβεβαιότητας που πηγάζει από την αναταραχή στις χρηματοπιστωτικές αγορές εξακολουθεί να είναι υψηλός. Στο πλαίσιο αυτό, τονίζουμε ότι η σταθεροποίηση των μεσομακροπρόθεσμων προσδοκιών για τον πληθωρισμό αποτελεί ύψιστη προτεραιότητα για το Διοικητικό Συμβούλιο. Πιστεύουμε ότι η παρούσα κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής θα συμβάλει στην επίτευξη αυτού του στόχου. Το Διοικητικό Συμβούλιο εμμένει σθεναρά στη δέσμευσή του να αποτρέψει την εκδήλωση δευτερογενών επιδράσεων και ανοδικών κινδύνων διατάραξης της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα. Θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε πολύ προσεκτικά όλες τις εξελίξεις τις προσεχείς εβδομάδες.

Όσον αφορά τη δημοσιονομική πολιτική, σύμφωνα με την τελευταία πρόβλεψη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής το 2008 αναμένεται άνοδος του λόγου του ελλείμματος της γενικής κυβέρνησης στη ζώνη του ευρώ και περαιτέρω μικρή αύξησή του το 2009. Αυτή η επιδείνωση αντανακλά εν μέρει το λιγότερο ευνοϊκό οικονομικό περιβάλλον και μια ενδεχόμενη αντιστροφή των εκτάκτων εσόδων που είχαν πραγματοποιηθεί τα περασμένα έτη. Ωστόσο, αντανακλά επίσης την ανακοπή της προόδου προς τη δημοσιονομική προσαρμογή καθώς και τη λήψη νέων μέτρων που οδηγούν σε αύξηση του ελλείμματος σε ορισμένες χώρες με δημοσιονομικές ανισορροπίες, συμπεριλαμβανομένων κάποιων χωρών με υψηλά ελλείμματα. Για αρκετές χώρες, η επίτευξη των μεσοπρόθεσμων στόχων τους μέχρι το 2010 το αργότερο, δέσμευση που ανέλαβαν οι κυβερνήσεις της ζώνης του ευρώ στο Βερολίνο τον Απρίλιο του 2007, εμφανίζεται ως ιδιαίτερα επισφαλής. Σε αυτές τις χώρες είναι επιβεβλημένη η εφαρμογή πολύ πιο φιλόδοξων πολιτικών. Σε όλες τις χώρες, η άσκηση συνετής δημοσιονομικής πολιτικής θα συνέβαλλε επίσης στην εξουδετέρωση των σημερινών πληθωριστικών πιέσεων.

Στην παρούσα συγκυρία, είναι επίσης σημαντικό να ενισχυθεί το πρόγραμμα διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, ιδίως με σκοπό να προαχθεί η ενοποίηση των αγορών και να μειωθούν οι δυσκαμψίες στις αγορές προϊόντων και εργασίας. Πρωτοβουλίες πολιτικής που αποσκοπούν στην ενίσχυση του ανταγωνισμού σε τμήματα της αγοράς με χαμηλό ανταγωνισμό, όπως οι υπηρεσίες και η ενέργεια, θα επιτρέψουν την προσαρμογή της τιμολογιακής συμπεριφοράς και συνεπώς θα συμβάλουν στη μείωση των πληθωριστικών πιέσεων. Επιπλέον, πολιτικές που αποβλέπουν στην επιτάχυνση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας σε μακροχρόνια βάση θα συντελέσουν σε χαμηλότερες αυξήσεις του κόστους εργασίας ανά μονάδα προϊόντος και εν τέλει στην άνοδο της απασχόλησης.

Και τώρα είμαστε στη διάθεσή σας για ερωτήσεις.

Για την ακριβή διατύπωση η οποία έχει συμφωνηθεί από το Διοικητικό Συμβούλιο, συμβουλευθείτε την αγγλική έκδοση.

Εκπρόσωποι Τύπου