Banking Supervision
Eλληνικά
Menu

Δικαιοσύνη μεταξύ των γενεών σε περιόδους κρίσεων δημόσιου χρέους

Ομιλία του Yves Mersch, μέλους της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, στο συνέδριο Minsky του Levy Economics Institute στην Ελλάδα
Αθήνα, 8 Νοεμβρίου 2013

Κυρίες και κύριοι,

Η τελευταία φορά που μίλησα στην Αθήνα ήταν στις αρχές Ιανουαρίου του 2008. Αλήθεια, πόσο έχει αλλάξει ο κόσμος από τότε.

Ωστόσο, δεν άλλαξε όπως προέβλεπαν κάποιοι παρατηρητές. Θυμάμαι πολύ καθαρά τις προφητείες που διατύπωναν ορισμένοι στις αρχές Μαΐου του 2010 ότι ήταν ζήτημα εβδομάδων η Ελλάδα να αποχωρήσει από τη ζώνη του ευρώ, ότι ήταν ζήτημα μηνών να την ακολουθήσουν και άλλες χώρες και ότι θα επέρχετο η ολική κατάρρευση του ευρώ πριν από το τέλος του έτους.

Οι προφητείες αυτές δεν επαληθεύτηκαν – και σε αυτό διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο ο ελληνικός λαός.

Από τη στιγμή που η Ελλάδα έπαψε να έχει πρόσβαση στις αγορές στις αρχές του 2010, ο ελληνικός λαός κατέβαλε εξαιρετικές προσπάθειες για να διαψεύσει τους σκεπτικιστές και να αντιστρέψει την πορεία της οικονομίας. Προχώρησαν σε ιστορικών διαστάσεων δημοσιονομική προσαρμογή και ξεκίνησαν τη δύσκολη πορεία των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Τα αποτελέσματα αυτών των ενεργειών ωφέλησαν σωρευτικά πρωτίστως την Ελλάδα – αλλά και την ευρύτερη ζώνη του ευρώ.

Ωστόσο, αυτή η αντιστροφή της πορείας έχει ολοκληρωθεί μόνο κατά το ήμισυ. Χρειάζεται ακόμη να γίνουν πολλά. Μάλιστα, αυτό που θα ήθελα να τονίσω στη σημερινή μου ομιλία είναι ότι η παραμονή στον δρόμο των μεταρρυθμίσεων είναι ουσιώδους σημασίας όχι μόνο για τους πολίτες του σήμερα. Είναι ουσιώδους σημασίας και για τους πολίτες του αύριο.

Όπως όλες οι κοινωνίες της Δύσης και ορισμένες ταχέως γηράσκουσες κοινωνίες της Ανατολής, η Ελλάδα καλείται να αντιμετωπίσει μακροπρόθεσμες δημοσιονομικές προκλήσεις οι οποίες συνδέονται με τα υψηλά επίπεδα του δημόσιου χρέους και τις δημογραφικές εξελίξεις. Αυτές οι προκλήσεις εγείρουν βαθύτατα ερωτήματα σχετικά με τη δικαιοσύνη μεταξύ των γενεών. Και μπορούν να αντιμετωπιστούν με δίκαιο τρόπο μόνο μέσω των μεταρρυθμίσεων.

Για όλες τις γηράσκουσες κοινωνίες αυτό υποδηλώνει αφενός τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών και αφετέρου την επίτευξη μεγαλύτερης οικονομικής ανάπτυξης. Αμφότερες αποτελούν αναγκαίες συνθήκες επειδή ενισχύουν η μία την άλλη: η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών δημιουργεί τη σταθερότητα και την εμπιστοσύνη που απαιτούνται για τη μελλοντική ανάπτυξη, ενώ ο υψηλότερος ρυθμός ανάπτυξης δημιουργεί τα εισοδήματα και τους λόγους χρέους/ΑΕΠ που απαιτούνται για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών.

Θα ήθελα λοιπόν να αναφερθώ σε αυτά τα δύο θέματα ξεχωριστά και θα ξεκινήσω με τις ενέργειες που γίνονται για τη διασφάλιση της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών στο πλαίσιο της δικαιοσύνης μεταξύ των γενεών.

Ενίσχυση της βιωσιμότητας

Οι δημοσιονομικές προκλήσεις τις οποίες αντιμετωπίζει σήμερα η Ελλάδα, αν και είναι πιο σοβαρές από εκείνες άλλων χωρών, δεν αποτελούν ιδιαίτερο χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης χώρας. Όλες οι δυτικές κοινωνίες καλούνται να απαντήσουν δύσκολα ερωτήματα σχετικά με τον τρόπο με τον οποίο θα κατανεμηθούν οι προσπάθειες εξυγίανσης και οι δαπάνες μεταξύ των σημερινών και των μελλοντικών γενεών.

Ένα πρώτο ερώτημα είναι πώς θα μοιραστεί στις διάφορες γενεές το βάρος των υψηλών επιπέδων δημόσιου χρέους των δυτικών κοινωνιών. Το ερώτημα αυτό αφορά ιδίως τη ζώνη του ευρώ επειδή όλες οι χώρες δεσμεύονται εκ του νόμου να αρχίσουν να μειώνουν το χρέος τους κάτω από το 60% του ΑΕΠ – τη στιγμή που κατά μέσο όρο το δημόσιο χρέος στις χώρες της ζώνης του ευρώ υπερβαίνει το 95% του ΑΕΠ.

Αν ξεκινήσει σήμερα η δημοσιονομική εξυγίανση, τότε η γενιά που επωφελήθηκε περισσότερο από αυτό το χρέος θα διαδραματίσει τον μεγαλύτερο ρόλο στη μείωσή του. Αν όμως καθυστερήσει η εξυγίανση, τότε οι μελλοντικές γενιές θα επωμιστούν το βάρος της μείωσης του χρέους – γεγονός το οποίο θα ισοδυναμούσε με άμεση μεταφορά πιστώσεων από τα παιδιά και τα εγγόνια μας σε εμάς.

Και την απόφαση την λαμβάνουμε μόνοι μας. Τα παιδιά και τα εγγόνια μας δεν έχουν τη δυνατότητα να εγείρουν τυχόν αντιρρήσεις.

Ένα δεύτερο ερώτημα το οποίο έχει συνέπειες μεταξύ των γενεών είναι πώς να διαχυθεί το κόστος των δημογραφικών μεταβολών. Στην ΕΕ προβλέπεται ότι το έτος 2060 σε κάθε πολίτη άνω των 65 ετών θα αναλογούν μόλις δύο οικονομικά ενεργοί πολίτες, έναντι τεσσάρων σήμερα. Αυτό σημαίνει ότι το βάρος της στήριξης του γηράσκοντος πληθυσμού θα το επωμιστούν ακόμη λιγότεροι άνθρωποι.

Αν οι σημερινές γενεές λειτουργήσουν προληπτικά όσον αφορά τη μεταρρύθμιση των συνταξιοδοτικών συστημάτων, τότε μπορούν να μειώσουν το βάρος που θα πρέπει να σηκώσει ο συρρικνούμενος οικονομικά ενεργός πληθυσμός. Αν όμως επιλέξουν αντ’ αυτού να διατηρήσουν τα κεκτημένα τους, τότε καθιστούν αναλογικά δυσκολότερη τη ζωή των μελλοντικών γενεών. Ουσιαστικά θα θυσίαζαν την ποιότητα ζωής των απογόνων τους για να διαφυλάξουν την ποιότητα της δικής τους ζωής.

Με άλλα λόγια, όλες οι δυτικές κοινωνίες καλούνται να επιλέξουν πώς θα γίνει η κατανομή της ευθύνης. Θα αναλάβει η σημερινή γενιά την ευθύνη για τις μακροπρόθεσμες δημοσιονομικές προκλήσεις στη δημιουργία των οποίων έχει συμβάλει σε μεγάλο βαθμό; Ή θα το καθυστερήσει και θα μεταφέρει τις συνέπειες των επιλογών της στα παιδιά και τα εγγόνια της; Θεωρώ ότι είναι μάλλον ξεκάθαρο τι υποδηλώνει η προσέγγιση του θέματος από τη σκοπιά της δικαιοσύνης μεταξύ των γενεών.

Φυσικά, αυτή η σκοπιά δεν είναι νέα. Η επονομαζόμενη «δημογραφική ωρολογιακή βόμβα» είναι προβλέψιμη εδώ και πολλά χρόνια. Μάλιστα, είχα επισημάνει το συγκεκριμένο ζήτημα και την τελευταία φορά που μίλησα εδώ στην Ελλάδα στις αρχές του 2008. Αυτό όμως που έχει αλλάξει σήμερα είναι το επείγον της ανάγκης ανάληψης δράσης. Η κρίση έχει καταστήσει σαφές ότι δεν γίνεται να καθυστερήσουν άλλο αυτές οι δύσκολες επιλογές. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι η κρίση μετέφερε στο παρόν τις προκλήσεις του μέλλοντος.

Αυτό είναι το ευρύτερο πλαίσιο της συνεχιζόμενης διαδικασίας εξυγίανσης στην Ελλάδα. Σίγουρα, έχει να κάνει με την ενίσχυση του ελέγχου των δαπανών και της είσπραξης φόρων. Όμως έχει να κάνει και με την μετάβαση της Ελλάδας σε ένα βιώσιμο μονοπάτι για το μέλλον, με τον περιορισμό του φορτίου που θα κληροδοτήσουμε στους απογόνους μας και με τη διασφάλιση ότι όσοι δημιούργησαν δημοσιονομικά προβλήματα θα αναλάβουν και την ευθύνη.

Τα επιτεύγματα της Ελλάδας

Πράγματι, αυτό συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα. Η προσήλωση του ελληνικού λαού στη δημοσιονομική εξυγίανση είναι αξιοσημείωτη, ακόμη και σύμφωνα με τα διεθνή δεδομένα. Το πρωτογενές έλλειμμα μειώθηκε κατά περίπου 10 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ την περίοδο 2009-2012. Αν ληφθεί υπόψη η βαθιά και παρατεταμένη ύφεση, τότε η δημοσιονομική προσαρμογή είναι ακόμη μεγαλύτερη. Ο ΟΟΣΑ εκτιμά ότι η διαρθρωτική προσαρμογή αυτήν την περίοδο ήταν σχεδόν 14 εκατοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ.

Δεδομένου ότι η Ελλάδα είναι από τα μικρότερα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ, δεν εκτιμάται πάντοτε δεόντως το μέγεθος των προσπαθειών της. Αν προβάλλαμε στη Γερμανία το ποσοστό εξυγίανσης των δαπανών που είδαμε στην Ελλάδα, αυτό θα ισοδυναμούσε με διαρκή μείωση των δημοσίων δαπανών ύψους 174 δισεκ. ευρώ. Το ποσό αυτό υπερβαίνει το συνολικό ύψος των κοινωνικών δαπανών.

Σημαντική πρόοδο έχει σημειώσει η Ελλάδα και όσον αφορά την αντιμετώπιση μακροπρόθεσμων δημοσιονομικών προκλήσεων οι οποίες συνδέονται με τη γήρανση του πληθυσμού. Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι πριν από την κρίση το συνταξιοδοτικό σύστημα της Ελλάδας δεν ήταν βιώσιμο. Στην έκθεση της Επιτροπής για τη γήρανση του πληθυσμού το 2009, προβλέπεται εκτίναξη των σχετικών δαπανών στην Ελλάδα από 22% του ΑΕΠ το 2007 σε 38% του ΑΕΠ το 2060. Αντιθέτως, ο μέσος όρος της ζώνης του ευρώ είναι κάτω από 30% του ΑΕΠ το 2060.

Χάρη όμως στις συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις που εισήγαγαν οι αρχές, το σύστημα στην Ελλάδα είναι πλέον συγκρίσιμο με άλλα. Στην έκθεση της Επιτροπής για τη γήρανση του πληθυσμού το 2012, οι σχετικές δαπάνες στην Ελλάδα προβλέπεται να διαμορφωθούν ελαφρώς κάτω από 30% του ΑΕΠ το 2060 – δηλαδή περίπου 8 εκατοστιαίες μονάδες χαμηλότερα από ό,τι η προηγούμενη εκτίμηση και σχεδόν ακριβώς με τον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ. Αν ληφθεί υπόψη και η πρόσφατη νομοθετική ρύθμιση για την αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης, τότε η Ελλάδα μπορεί μάλιστα να βρίσκεται σε καλύτερη θέση από άλλες χώρες.

Με λίγα λόγια, ο ελληνικός λαός έλαβε μέτρα ζωτικής σημασίας για τη διασφάλιση της μακροπρόθεσμης βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών. Με αυτόν τον τρόπο θα μειωθεί το βάρος που θα μεταφερθεί στις επόμενες γενεές. Και αναγνωρίζω τις σημαντικές θυσίες που έκαναν οι σημερινές γενεές σε αυτό το πλαίσιο. Το πραγματικό εισόδημα μειώθηκε πάνω από 20% την περίοδο 2009-2012, ακυρώνοντας τα οφέλη που είχαν προκύψει από τότε που υιοθετήθηκε το ευρώ. Ο αριθμός των ατόμων χωρίς δουλειά έχει αυξηθεί υπερβολικά με το ποσοστό ανεργίας να υπερβαίνει το 27% και την ανεργία μεταξύ των νέων να έχει φτάσει το 57%. Είναι τραγικό ένα τόσο μεγάλο ανθρώπινο δυναμικό να παραμένει ανενεργό.

Τι απομένει να γίνει

Παρ’ όλα αυτά, αυτό είναι το επώδυνο κόστος της αντιστροφής των προηγούμενων άστοχων οικονομικών πολιτικών και της έλλειψης μεταρρυθμίσεων. Η βιωσιμότητα των δημόσιων οικονομικών – και κατ’ επέκταση η δικαιοσύνη μεταξύ των γενεών – δεν έχει ακόμη διασφαλιστεί. Αν και η κυβέρνηση φαίνεται ότι βρίσκεται εντός του στόχου για το πρωτογενές ισοζύγιο του 2013, η Ελλάδα έχει ακόμη αρκετή απόσταση να διανύσει όσον αφορά την επίτευξη των στόχων πρωτογενούς πλεονάσματος 1,5% του ΑΕΠ το 2014, 3% του ΑΕΠ το 2015 και 4,5% του ΑΕΠ το 2016. Αυτό σημαίνει ότι η δημοσιονομική εξυγίανση πρέπει να συνεχιστεί.

Σύμφωνα με τις τρέχουσες προβολές έχει προκύψει δημοσιονομικό κενό για το 2014. Το κενό αυτό οφείλεται κυρίως στη χρονική υστέρηση των οφελών από τη μεταρρύθμιση της φορολογικής διοίκησης, στην ελλιπή είσπραξη των εισφορών κοινωνικής ασφάλισης και στη συνεχιζόμενα χαμηλή απόδοση των πληρωμών με δόσεις των εκκρεμουσών φορολογικών υποχρεώσεων. Θα πρέπει να προσδιοριστούν μέτρα για την κάλυψή του.

Όσον αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, η αδυναμία των αρχών να προχωρήσουν στη μεταρρύθμιση της φορολογικής διοίκησης και να επιταχύνουν την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής αναπόφευκτα θα διευρύνει το δημοσιονομικό κενό – και υποδηλώνει την ανάγκη μεγαλύτερων περικοπών στην πλευρά των δαπανών. Αυτή η απλή αλήθεια θα πρέπει να παρέχει επαρκή κίνητρα για την επιτάχυνση της μεταρρύθμισης της φορολογικής διοίκησης.

Αν θέλουμε να εξετάσουμε το γενικό πλαίσιο της είσπραξης φόρων στην Ελλάδα, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία του ΟΟΣΑ οι φορολογικές οφειλές στην Ελλάδα ως ποσοστό των ετήσιων καθαρών φορολογικών εσόδων ήταν σχεδόν 90% το 2010, όταν ο μέσος όρος στις χώρες του ΟΟΣΑ δεν υπερβαίνει το 14%. Ως εκ τούτου, η καταπολέμηση της φοροδιαφυγής σήμερα είναι βασική προϋπόθεση για την ενίσχυση της κοινωνικής δικαιοσύνης – τόσο για τη σημερινή και για τις επόμενες γενεές.

Για τον σκοπό αυτό, η προσφάτως νομοθετηθείσα ημιαυτόνομη φορολογική υπηρεσία θα πρέπει να τεθεί σε πλήρη λειτουργία και να θωρακιστεί ενάντια σε πολιτικές παρεμβάσεις.

Επιπλέον, η επιτάχυνση της υλοποίησης των μεταρρυθμίσεων στον τομέα της δημόσιας διοίκησης είναι βασική προϋπόθεση για την επιτυχία του ευρύτερου προγράμματος μεταρρυθμίσεων. Έχουν καταγραφεί σημαντικές καθυστερήσεις όσον αφορά την οριστικοποίηση των σχεδίων προσλήψεων και τη μεταφορά υπαλλήλων στο νέο καθεστώς κινητικότητας, γεγονός που επιβραδύνει τον προσδιορισμό των πλεοναζουσών θέσεων και τον απαραίτητο εκσυγχρονισμό του δημόσιου τομέα.

Φυσικά, τη διαδικασία εξυγίανσης θα διευκόλυναν υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης. Αλλά δεν θα πρέπει να εκλαμβάνουμε την ανάπτυξη ως εξωγενή μεταβλητή. Αντιθέτως, εξαρτάται σε κρίσιμο βαθμό από τις αποφάσεις των ελληνικών αρχών – ήτοι από την προθυμία τους να εφαρμόσουν τα μέτρα του προγράμματος που αφορούν την ενίσχυση της ανάπτυξης. Η σχετικά κλειστή και δύσκαμπτη φύση της ελληνικής οικονομίας συνιστά ταυτόχρονα πρόκληση και ευκαιρία: μπορεί να δυσχεραίνει τη διαδικασία των μεταρρυθμίσεων, αλλά την ίδια στιγμή σημαίνει ότι οι δυνατότητες των μεταρρυθμίσεων να αυξήσουν την ανάπτυξη είναι αναλογικά μεγαλύτερες.

Επιτρέψτε μου λοιπόν να αναφερθώ στο θέμα της ανάπτυξης, το οποίο αποτελεί το δεύτερο μέρος της σημερινής ομιλίας.

Ενίσχυση της ανάπτυξης

Η οικονομική κατάσταση στην Ελλάδα άρχισε φέτος να βελτιώνεται. Η οικονομία σταθεροποιείται, ενώ σύμφωνα με εποχικώς διορθωμένα στοιχεία το δεύτερο τρίμηνο του 2013 καταγράφηκε αύξηση του πραγματικού ΑΕΠ κατά 0,2%. Συνολικά, ο ρυθμός αύξησης του ΑΕΠ αναμένεται να γίνει θετικός το ερχόμενο έτος και να διαμορφωθεί σε 0,6%.

Ενώ όμως αυτές είναι θετικές εξελίξεις, εξακολουθούν να αντιπροσωπεύουν μια σχετικά ασθενή ανάκαμψη, ιδίως αν ληφθεί υπόψη το βάθος της ύφεσης που προηγήθηκε. Κατά την άποψή μου, για να δοθεί μεγαλύτερη ώθηση σε αυτή την ανάκαμψη και να τεθούν τα θεμέλια για μακροπρόθεσμη ανάπτυξη οι αρχές πρέπει να αντιμετωπίσουν τρεις προκλήσεις. Πρώτον, την αύξηση της εξωτερικής ανταγωνιστικότητας της οικονομίας. Δεύτερον, τη διασφάλιση ότι ο τραπεζικός τομέας μπορεί να χρηματοδοτήσει την ανάκαμψη. Και τρίτον, την προσέλκυση παραγωγικών ξένων επενδύσεων.

Αύξηση της εξωτερικής ανταγωνιστικότητας

Καθώς στην Ελλάδα τόσο ο δημόσιος όσο και ο ιδιωτικός τομέας βρίσκονται σε διαδικασία απομόχλευσης, τα λογιστικά στοιχεία κατά τομέα υποδηλώνουν ότι απαιτείται πλεόνασμα στον εξωτερικό τομέα. Το κλειδί για την ανάπτυξη είναι να διασφαλιστεί ότι αυτή θα προκύψει κατά το δυνατόν μέσω της αύξησης των εξαγωγών και όχι μέσω της συρρίκνωσης των εισαγωγών. Ο καλύτερος τρόπος για να το επιτύχει αυτό η Ελλάδα είναι βελτιώνοντας την ανταγωνιστικότητά της ως προς τις τιμές.

Η ανταγωνιστικότητα ως προς τις τιμές είναι ιδιαιτέρως σημαντική για τις ελληνικές επιχειρήσεις καθώς οι εξαγωγές τους αφορούν κυρίως προϊόντα χαμηλής τεχνολογίας. Στο τέλος της προηγούμενης δεκαετίας τα προϊόντα υψηλής ή ενδιάμεσης τεχνολογίας αντιπροσώπευαν μόλις το 28% του συνόλου των εξαγωγών, έναντι σχεδόν 50% που είναι ο μέσος όρος της ΕΕ. Ωστόσο, από τότε που η Ελλάδα υιοθέτησε το ευρώ η ανταγωνιστικότητά της ως προς τις τιμές στην πραγματικότητα επιδεινώνεται. Σύμφωνα με την Επιτροπή, η πραγματική σταθμισμένη συναλλαγματική ισοτιμία (βάσει του ΕνΔΤΚ) στην Ελλάδα εξακολουθούσε να αυξάνεται έως το 2011.

Προκειμένου να διευκολυνθεί μια ανάκαμψη με βάση τις εξαγωγές, αυτή η τάση πρέπει να διορθωθεί και ο μόνος τρόπος για να επιτευχθεί αυτό βραχυπρόθεσμα είναι μέσω της προσαρμογής των τιμών και του κόστους. Γνωρίζω τις δυσκολίες τις οποίες δημιουργεί μια τέτοια προσαρμογή όπως γνωρίζω και τις επικρίσεις εναντίον της. Ωστόσο βρισκόμαστε σε μια νομισματική ένωση και έτσι λειτουργεί η προσαρμογή. Ένα κοινό νόμισμα επιφέρει σημαντικά μικροοικονομικά οφέλη, αλλά απαιτεί οι σχετικές τιμές να μπορούν να προσαρμόζονται για την αντιστάθμιση διαταραχών.

Αυτή η διαδικασία βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη στην Ελλάδα. Οι ενδελεχείς μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας έχουν μειώσει σημαντικά το κόστος εργασίας. Το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος έχει μειωθεί κατά περίπου 18% από το 2009, κυρίως λόγω της προσαρμογής των μισθών. Μάλιστα, η αμοιβή ανά απασχολούμενο μειώθηκε κατά περίπου 20% αυτή την περίοδο.

Αλλά η μεταφορά στις τιμές των οφελών της ανταγωνιστικότητας ως προς το κόστος είναι υπερβολικά αργή – παρά την ενθαρρυντική πρόσφατη τάση αποπληθωρισμού. Αυτό οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι οι μεταρρυθμίσεις στις αγορές προϊόντων δεν συμβαδίζουν με τις μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας. Κι αυτό όχι μόνο περιορίζει τις δυνατότητες του εξωτερικού τομέα της οικονομίας να δημιουργήσει ανάπτυξη, αλλά και μειώνει το πραγματικό εισόδημα των πολιτών.

Η επιτάχυνση των μεταρρυθμίσεων στην αγορά προϊόντων αποτελεί λοιπόν προτεραιότητα. Οι αρχές προέβησαν προσφάτως σε αρκετές μεταρρυθμίσεις, π.χ. εξάλειψαν τους φραγμούς εισόδου στον τομέα των υπηρεσιών μεταφοράς, κατήργησαν περιορισμούς στον λιανικό τομέα και απέσυραν την υποχρεωτική προσφυγή σε υπηρεσίες για μια σειρά νομοθετικώς κατοχυρωμένων επαγγελμάτων. Ωστόσο, οι ρυθμίσεις της αγοράς προϊόντων παραμένουν μεταξύ των πιο περιοριστικών στην Ευρώπη. Περαιτέρω μεταρρυθμίσεις θα συμβάλουν στην εξάλειψη αδικαιολόγητων προνομίων και των σχετικών υπέρμετρων κερδών, ενώ βοηθώντας την προσαρμογή των τιμών θα ενισχύσουν την κοινωνική δικαιοσύνη.

Χρηματοδότηση της ανάκαμψης

Αν και οι μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας είναι ουσιώδους σημασίας για την αύξηση της ανταγωνιστικότητας της οικονομίας, η ικανότητά τους να δημιουργήσουν ανάπτυξη εξαρτάται και από άλλες εξελίξεις – ιδίως την κατάσταση του τραπεζικού τομέα.

Αν οι τράπεζες δεν χορηγούν νέα δάνεια τότε παρεμποδίζεται η είσοδος νέων παικτών στους απελευθερωμένους κλάδους, γεγονός που μειώνει τις ανταγωνιστικές πιέσεις και την προσαρμογή των τιμών. Κι αν οι τράπεζες δεν διαγράψουν δάνεια αφερέγγυων οφειλετών, ιδίως εταιρειών «ζόμπι», τότε καθυστερεί η απαραίτητη ανακατανομή πόρων προς εξαγωγικούς τομείς και τομείς υψηλής παραγωγικότητας.

Με άλλα λόγια, το νοικοκύρεμα των ισολογισμών των τραπεζών και η διασφάλιση της ορθής λειτουργίας του διαύλου των τραπεζικών χορηγήσεων είναι εξίσου σημαντικό μέρος της διαδικασίας προσαρμογής. Αυτή είναι η δεύτερη πρόκληση για την ανάπτυξη.

Οι αρχές στην Ελλάδα έχουν κάνει σημαντικά βήματα για τη διατήρηση της σταθερότητας του τραπεζικού τομέα. Η ανακεφαλαιοποίηση των τεσσάρων βασικών τραπεζών ολοκληρώθηκε τον Ιούνιο του 2013, ενώ η εξυγίανση του τραπεζικού τομέα συνεχίζεται με την εξυγίανση μη βιώσιμων τραπεζών και την απορρόφηση ελληνικών θυγατρικών ξένων τραπεζών. Οι εισροές καταθέσεων συνεχίζονται, αντισταθμίζοντας εν μέρει τις απώλειες καταθέσεων από τα τέλη του 2009 έως τα μέσα του 2012.

Ωστόσο, παρά τις βελτιώσεις αυτές, η πιστωτική επέκταση στον ιδιωτικό τομέα παραμένει πολύ ασθενής, ιδίως για τις μικρές και μεσαίες επιχειρήσεις (ΜΜΕ) οι οποίες αντιπροσωπεύουν το 60% περίπου του κύκλου εργασιών των επιχειρήσεων στην Ελλάδα. Η τελευταία έρευνα της ΕΚΤ για τη χρηματοδότηση των ΜΜΕ έδειξε ότι απορρίφθηκε το 31% των αιτήσεων από ΜΜΕ για χορήγηση τραπεζικών δανείων, ποσοστό το οποίο υπερβαίνει κατά πολύ το 11% που είναι ο μέσος όρος της ζώνης του ευρώ. Επιπλέον, η κατανομή των πιστώσεων κατά τομέα δεν έχει μετατοπιστεί σημαντικά προς τομείς με εξαγωγικό προσανατολισμό από το 2010, γεγονός που υποδηλώνει ότι οι τράπεζες δεν διευκολύνουν τη διαδικασία εσωτερικής επανεξισορρόπησης.

Οι εξελίξεις αυτές είναι ως ένα βαθμό κυκλικές: το ασθενές οικονομικό περιβάλλον σημαίνει ότι οι τράπεζες αποδίδουν μεγαλύτερο πιστωτικό κίνδυνο στις ΜΜΕ. Ωστόσο, υπάρχει και μια εξήγηση περισσότερο διαρθρωτικού χαρακτήρα. Τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια αυξήθηκαν από 16% στο τέλος του 2011 σε 29% του συνόλου των δανείων το πρώτο τρίμηνο του 2013. Αυτό λειτουργεί κατασταλτικά όσον αφορά τη χορήγηση νέων δανείων προς τομείς υψηλότερης ανάπτυξης.

Δυστυχώς, το πρόβλημα αυτό οφείλεται εν μέρει στην κυβερνητική πολιτική. Το συνεχιζόμενο χρεοστάσιο όσον αφορά τον πλειστηριασμό ακινήτων οφειλετών που αθετούν τις υποχρεώσεις τους έχει καθυστερήσει τη διαδικασία επίλυσης των μην εξυπηρετούμενων δανείων και την αναδιάρθρωση των ισολογισμών. Επιπλέον, οι προτάσεις υπευθύνων χάραξης πολιτικής σχετικά με την οριζόντια διαγραφή χρεών τραπεζικών οφειλετών οδηγεί σε κατακόρυφη άνοδο των στρατηγικών αθετήσεων των υποχρεώσεων, καθώς οι τράπεζες εκτιμούν ότι το 25% των μη εξυπηρετούμενων δανείων στους τομείς των ακινήτων και των ΜΜΕ έχουν πλέον στρατηγικό χαρακτήρα.

Αυτός ο εκφυλισμός της κουλτούρας πληρωμών, ακόμη κι αν βοηθά επιμέρους άτομα σε μικροοικονομικό επίπεδο, προκαλεί βαθύτατη ζημία στην οικονομία ως σύνολο. Αν συνεχιστεί, θα οδηγήσει τελικά σε αύξηση του κόστους για τις τράπεζες, στην ανάγκη νέων ανακεφαλαιοποιήσεων και σε περαιτέρω περιορισμούς των τραπεζικών χορηγήσεων. Κατά την άποψή μου, προκειμένου να γίνει επανεκκίνηση των χορηγήσεων δανείων στην πραγματική οικονομία, πρέπει οπωσδήποτε να τερματιστεί αυτός ο αυτό-εκπληρούμενος κύκλος.

Χαιρετίζω το γεγονός ότι οι ελληνικές αρχές συνέστησαν διυπηρεσιακή ομάδα εργασίας για τον προσδιορισμό τρόπων με τους οποίους μπορεί να βελτιωθεί η αποδοτικότητα των διαδικασιών διαγραφής χρεών. Προτεραιότητα της εν λόγω ομάδας εργασίας θα πρέπει να είναι η θέσπιση ενός χρονικά οριοθετημένου πλαισίου για τη διευκόλυνση του διακανονισμού καθυστερούμενων οφειλών με τη χρήση τυποποιημένων πρωτοκόλλων. Αυτό θα συνέβαλλε στην εξάλειψη τυχόν προσδοκιών σχετικά με μελλοντική διαγραφή χρεών και, ως εκ τούτου, θα εξάλειπτε τον σχετικό ηθικό κίνδυνο ο οποίος λειτουργεί εξασθενητικά.

Διαφορετικά, το τελικό αποτέλεσμα θα είναι να γίνουν διαρθρωτικά τα υπερβολικά υψηλά ασφάλιστρα κινδύνου και να καταπνίξουν τις επενδύσεις και τη δημιουργία θέσεων εργασίας – ποινικοποιώντας έτσι ολόκληρη την κοινωνία εξαιτίας των ενεργειών εκείνων που επιλέγουν τη στρατηγική αθέτηση υποχρεώσεων.

Προσέλκυση παραγωγικών ξένων επενδύσεων

Η τρίτη πρόκληση για την ανάπτυξη είναι η προσέλκυση υψηλότερων ξένων επενδύσεων. Αυτό είναι σημαντικό για να δοθεί ώθηση στην ανάκαμψη βραχυπρόθεσμα, ενώ παράλληλα διευρύνει την κεφαλαιακή βάση και τη βάση γνώσεων της ελληνικής οικονομίας μεσοπρόθεσμα. Μάλιστα, πριν από την κρίση οι επενδύσεις σε κεφάλαιο που βασίζεται στη γνώση στην Ελλάδα ήταν μεταξύ των χαμηλότερων της ζώνης του ευρώ.

Σύμφωνα με τις διαθέσιμες ενδείξεις, φαίνεται ότι υπάρχει σημαντικό επενδυτικό ενδιαφέρον στην Ελλάδα. Αν και οι συνολικές επενδύσεις στην Ελλάδα μειώθηκαν κατά 43% περίπου την περίοδο 2008-2012, η ροή άμεσων ξένων επενδύσεων έγινε πρόσφατα θετική κυρίως λόγω επενδύσεων στον τραπεζικό τομέα. Ωστόσο, ανεπίσημα στοιχεία υποδηλώνουν ότι αυξάνεται επίσης το ενδιαφέρον ξένων επενδυτών και για την πραγματική οικονομία, καθώς αρκετές πολυεθνικές εταιρείες έχουν ανακοινώσει την πρόθεσή τους να αυξήσουν την παραγωγή τους σε ελληνικές μονάδες τα προσεχή έτη. Για τη μεγιστοποίηση αυτών των επενδύσεων θεωρώ ότι απαιτούνται τρεις βασικές ενέργειες.

Πρώτον, οι αρχές πρέπει να εντείνουν τις προσπάθειές τους για τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος. Η ευελιξία της αγοράς προϊόντων και εργασίας είναι σίγουρα ένα μέρος αυτού, αλλά υπάρχει και μια ευρύτερη πρόκληση η οποία σχετίζεται με τη μείωση της γραφειοκρατίας και της διαφθοράς. Έχει σημειωθεί πρόοδος σε αυτούς τους τομείς, αλλά από τις χώρες της ζώνης του ευρώ η Ελλάδα εξακολουθεί να κατατάσσεται προτελευταία σύμφωνα με τον δείκτη της Παγκόσμιας Τράπεζες όσον αφορά τη διευκόλυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας.

Δεύτερον, αύξηση των ξένων επενδύσεων θα επέρχετο φυσικά με την αύξηση των ιδιωτικοποιήσεων. Το 2012 τα έσοδα από ιδιωτικοποιήσεις ανήλθαν σε μόλις 0,1 δισεκ. ευρώ, αντί των 3,6 δισεκ. ευρώ που είχαν αρχικά προβλεφθεί. Ωστόσο, το παράδειγμα του λιμένος Πειραιώς δείχνει τι μπορεί να επιτευχθεί με ορθά στοχευμένες ιδιωτικοποιήσεις. Από το 2009 που μεταβιβάστηκε η διαχείριση μέρους του λιμένα στην εταιρεία COSCO, τριπλασιάστηκε η μεταφορά εμπορευματοκιβωτίων και το μερίδιο αγοράς του λιμένος στη Μεσόγειο αυξήθηκε από 2% σε 6%.

Τρίτον, είναι ζωτικής σημασίας να εξαλειφθεί η αβεβαιότητα των ξένων επενδυτών σχετικά με τις μεσοπρόθεσμες προοπτικές της Ελλάδας. Στο παρελθόν, η μεγαλύτερη πηγή αυτής της αβεβαιότητας ήταν οι διαρκείς ανησυχίες σχετικά με τη θέση της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ. Ωστόσο, χάρη στις προσπάθειες που καταβλήθηκαν από κοινού τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο, η εν λόγω αβεβαιότητα φαίνεται ότι μειώθηκε σημαντικά το τελευταίο έτος. Η κύρια πηγή αβεβαιότητας σήμερα αφορά την τήρηση του προγράμματος από τις αρχές. Ως εκ τούτου, θέλω να πιστεύω ότι οι αρχές θα καταβάλουν κάθε δυνατή προσπάθεια για την εξάλειψη αυτών των ανησυχιών.

Συμπέρασμα

Επιτρέψτε μου να ολοκληρώσω.

Η Ελλάδα έχει σημειώσει τεράστια πρόοδο τα τελευταία χρόνια για τη μείωση του δημοσιονομικού ελλείμματος. Από όλες τις απόψεις, αυτό που έχει επιτευχθεί είναι αξιοσημείωτο.

Ωστόσο, η διαδικασία αποκατάστασης της βιωσιμότητας των δημόσιων οικονομικών και της ανάπτυξης στην Ελλάδα δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί – ούτε έχει ακόμη διασφαλιστεί η πρόοδος. Αν οι αρχές δεν αντιμετωπίσουν με επιτυχία τις εναπομένουσες προκλήσεις, τότε θέτουν σε κίνδυνο ό,τι έχει ήδη επιτευχθεί.

Με άλλα λόγια, η Ελλάδα βρίσκεται σήμερα σε ένα σταυροδρόμι.

Από τη μία πλευρά βρίσκεται ο δρόμος των δύσκολων επιλογών. Πρόκειται για τον απότομο και ακανθώδη δρόμο ο οποίος απαιτεί μεγάλη δέσμευση, αλλά ταυτόχρονα είναι ο δρόμος που θα οδηγήσει στην αναμόρφωση του κράτους, τη βιωσιμότητα της οικονομίας και τη δικαιοσύνη μεταξύ των γενεών.

Από την άλλη πλευρά βρίσκεται ο δρόμος των εύκολων απαντήσεων. Ο δρόμος αυτός είναι γεμάτος ψευδείς εναλλακτικές επιλογές, όπως οι επαναλαμβανόμενες προτάσεις για αναδιάρθρωση του χρέους.

Ορισμένοι μπορεί να θεωρούν ότι η αναδιάρθρωση του χρέους ή το μεγαλύτερο κούρεμα των ομολόγων είναι πολιτικά ελκυστικές επιλογές. Ωστόσο, τέτοιου είδους πρακτικές υιοθετούνται μόνο σε περιπτώσεις έσχατης ανάγκης. Σε καμία περίπτωση δεν αποτελούν βιώσιμες επιλογές για τη χαλάρωση των χρηματοοικονομικών υποχρεώσεων ενός κράτους. Δεν θα συνέβαλαν στην προώθηση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και θα μπορούσαν να δημιουργήσουν υψηλότερο κόστος μακροπρόθεσμα. Και δεν θα είχαν καμία απολύτως σημασία για την αντιμετώπιση των θεμελιωδών αδυναμιών της ελληνικής οικονομίας.

Με λίγα λόγια, ο δρόμος των εύκολων απαντήσεων οδηγεί στη στασιμότητα, στον μαρασμό και την ανάθεση υπερβολικού βάρους στις νέες και μελλοντικές γενεές.

Με βάση αυτά που βλέπω σήμερα, πιστεύω ότι ο ελληνικός λαός γνωρίζει ποιον δρόμο πρέπει να επιλέξει. Σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση, το 69% του κοινού υποστηρίζει το ευρώ – και η συμμετοχή στη νομισματική ένωση σημαίνει ότι πρέπει να ληφθούν σκληρές αλλά απαραίτητες αποφάσεις.

Οι υπεύθυνες επιλογές και η αξιοπιστία αποτελούν αναγκαίες συνθήκες για την αλληλεγγύη. Η Ελλάδα έχει ήδη λάβει στήριξη από άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ η οποία ισοδυναμεί με 17.000 ευρώ ανά Έλληνα πολίτη. Μάλιστα, υπό την προϋπόθεση ότι η Ελλάδα συμμορφώνεται με το πρόγραμμα, οι εν λόγω χώρες έχουν δεσμευτεί να στηρίξουν την Ελλάδα έως ότου αυτή επανακτήσει πρόσβαση στις αγορές.

Εν ολίγοις, υφίστανται όλες οι συνθήκες που απαιτούνται προκειμένου η Ελλάδα να επανέλθει σε κατάσταση ευημερίας – και πιστεύω ότι θα τις αξιοποιήσει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο προς όφελος τόσο των σημερινών όσο και των μελλοντικών γενεών.

Speaking engagements

Εκπρόσωποι Τύπου