Banking Supervision
Eλληνικά
Menu

Ανάπτυξη και σταθερότητα στην Ευρώπη: Ο ρόλος της νομισματικής πολιτικής

Ομιλία του Λουκά Παπαδήμου, Αντιπροέδρου της ΕΚΤ
στην τελετή για τον εορτασμό της 75ης επετείου της ίδρυσης της Τράπεζας της Ελλάδος
Αθήνα, 3 Νοεμβρίου 2003

Εξοχότατε Κύριε Πρόεδρε της Δημοκρατίας,

Κύριε Πρωθυπουργέ,

Αγαπητοί Συνάδελφοι,

Κυρίες και Κύριοι,

Είναι τιμή και χαρά μου που συμμετέχω στον εορτασμό της 75ης επετείου της ίδρυσης της Τράπεζας της Ελλάδος. Με τη σημερινή τελετή, την οποία τιμούν με την παρουσία τους ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας και ο Πρωθυπουργός, εορτάζουμε τη γένεση ενός μεγάλου ιδρύματος στη χώρα μας και σημαντικού μέλους του Ευρωσυστήματος. Πρόκειται συνάμα για ένα ίδρυμα με ιδιαίτερη σημασία για μένα, γιατί πέρασα ένα μεγάλο μέρος της επαγγελματικής μου ζωής στην Τράπεζα. Χαίρομαι λοιπόν ιδιαίτερα που βρίσκομαι και πάλι ανάμεσα σε παλαιούς συνεργάτες και φίλους. Και χαιρόμαστε όλοι που είναι σήμερα μαζί μας πολλοί διοικητές και ανώτατα στελέχη κεντρικών τραπεζών από όλο τον κόσμο.

Επέτειοι όπως η σημερινή αποτελούν ευκαιρίες εορτασμού αλλά και στοχασμού. Παρέχουν την ευκαιρία να εορτάσουμε τα επιτεύγματα του παρελθόντος και να εξετάσουμε τις επιδιώξεις και τις προοπτικές του μέλλοντος. Πράγματι, οι επέτειοι μας δίνουν την ευκαιρία να συνδέσουμε το παρελθόν με το μέλλον, και, με βάση την εμπειρία του παρελθόντος, να υιοθετήσουμε ή να επιβεβαιώσουμε στόχους και στρατηγικές προκειμένου να ανταποκριθούμε στις προκλήσεις του μέλλοντος.

Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει κάθε λόγο να εορτάζει και να αισθάνεται υπερήφανη για τα επιτεύγματά της. Συγκρινόμενη με άλλες ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες, είναι μια σχετικά νέα τράπεζα – εκτός εάν τοποθετήσουμε τη γένεσή της στον 5ο αιώνα π.Χ., τότε που ιδρύθηκε ένας από τους προδρόμους της, το Ταμείο της Αθηναϊκής Συμμαχίας στη Δήλο. Εκείνη την εποχή πάντως δεν γινόταν διάκριση μεταξύ δημοσιονομικών και νομισματικών αρχών. Η Αθήνα των κλασικών χρόνων, επομένως, δεν τηρούσε μια θεμελιώδη αρχή των κεντρικών τραπεζών: τον απαραίτητο καταμερισμό αρμοδιοτήτων ανάμεσα στις αρχές “που δαπανούν και που επιβάλλουν φόρους” και εκείνες που έχουν ως αποστολή να διασφαλίζουν την πραγματική αξία και τη σταθερότητα του νομίσματος. Αυτός ο καταμερισμός αρμοδιοτήτων δεν εθεωρείτο ότι είχε ουσιαστική σημασία την εποχή του μεταλλικού χρήματος. Στη σύγχρονη εποχή, η Τράπεζα της Ελλάδος, από την ίδρυσή της πριν από 75 χρόνια μέχρι σήμερα, έχει συμβάλει σημαντικότατα στην οικονομική και κοινωνική ευημερία της χώρας μας. Τόσο ο Πρωθυπουργός όσο και ο Διοικητής αναφέρθηκαν διεξοδικά στη συμβολή της. Δεν θα ήθελα λοιπόν να επεκταθώ επ’ αυτού. Σήμερα, η Τράπεζα μπορεί να προσβλέπει στη συνέχιση αυτής της παράδοσης, όσον αφορά την άριστη εκτέλεση των καθηκόντων της και την επίτευξη των σκοπών της. Αυτό όμως θα πρέπει να γίνει εντός του νέου οικονομικού περιβάλλοντος και του θεσμικού πλαισίου που διαμορφώθηκαν ως αποτέλεσμα της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης και της εισαγωγής του νέου, ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος, του ευρώ.

Σύμφωνα με το χαρακτήρα της σημερινής εκδήλωσης, θα ήθελα να υιοθετήσω μια μακροπρόθεσμη προοπτική και να εξετάσω ορισμένα θεμελιώδη θέματα που αφορούν τους κύριους σκοπούς και τα καθήκοντα των κεντρικών τραπεζών. Θα εστιάσω την ομιλία μου σε ζητήματα που αφορούν τη νομισματική πολιτική, η οποία αποτελεί την κύρια αρμοδιότητα των κεντρικών τραπεζών. Τα ζητήματα αυτά συνδέονται στενά με τις ευρύτερες επιδιώξεις και τις γενικότερες προκλήσεις της οικονομικής πολιτικής στην Ευρώπη.

Ι. Ανάπτυξη και σταθερότητα: ορισμένα βασικά ζητήματα πολιτικής

Είναι γενικά αποδεκτό ότι η μακροοικονομική πολιτική έχει δύο κύριους σκοπούς: υψηλό ρυθμό ανάπτυξης και χαμηλό πληθωρισμό. Όντως, οι υπεύθυνοι για τη χάραξη και άσκηση πολιτικής συχνά υποστηρίζουν ότι “όσο υψηλότερος είναι ο ρυθμός ανάπτυξης τόσο το καλύτερο”, χωρίς να δίδουν τη δέουσα προσοχή στην ανάγκη να διασφαλιστεί η διατηρησιμότητα της ανάπτυξης. Υποστηρίζουν επίσης ότι “όσο χαμηλότερος είναι ο πληθωρισμός τόσο το καλύτερο”, φυσικά με την προϋπόθεση ότι θα αποφευχθεί το φαινόμενο του αρνητικού πληθωρισμού, δηλαδή της μείωσης του γενικού επιπέδου των τιμών. Στο πλαίσιο της επιδίωξης αυτών των σκοπών, οι υπεύθυνοι για τη χάραξη πολιτικής πρέπει να απαντήσουν σε μια σειρά από καίρια ερωτήματα:

  • Υπάρχει κάποια σχέση και αλληλεξάρτηση μεταξύ των δύο αυτών σκοπών;

  • Μπορούν οι σκοποί αυτοί να επιτευχθούν ταυτόχρονα και με διατηρήσιμο τρόπο με τα διαθέσιμα μέσα πολιτικής ή μήπως πρόκειται για “ανταγωνιστικούς” σκοπούς, οι οποίοι συνεπάγονται δύσκολες επιλογές και αξιολόγηση της σχετικής τους σημασίας για την κοινωνική ευημερία;

  • Είναι τα διαθέσιμα μέσα πολιτικής επαρκή και αποτελεσματικά για την επίτευξη και των δύο αυτών σκοπών τόσο βραχυπρόθεσμα όσο και μακροπρόθεσμα;

  • Υπάρχει κάποια άριστη μέθοδος αντιστοίχισης μέσων πολιτικής και σκοπών, υπό την έννοια ότι ένα είδος πολιτικής, όπως η νομισματική ή η δημοσιονομική πολιτική, είναι αποτελεσματικότερο για τον έλεγχο του συνολικού προϊόντος και των τιμών διαχρονικά;

Αυτά τα ερωτήματα έχουν αποτελέσει στο παρελθόν αντικείμενο εκτενών και έντονων συζητήσεων από υπευθύνους για τη χάραξη πολιτικής, πανεπιστημιακούς και οικονομικούς σχολιαστές. Την τελευταία εικοσαετία έχει σημειωθεί σημαντική σύγκλιση απόψεων ως προς τις σωστές απαντήσεις. Πράγματι, πιστεύω ότι για ορισμένα από τα ζητήματα αυτά έχει επιτευχθεί συναίνεση, η οποία ήταν ιδιαίτερα ισχυρή στις αρχές της δεκαετίας του 1990, μεταξύ οικονομολόγων και υπευθύνων για την άσκηση πολιτικής. Αυτό έχει οδηγήσει τις πολιτικές αρχές αφενός να θεσπίσουν νομοθετικές διατάξεις που καθορίζουν την αποστολή των κεντρικών τραπεζών και τις προτεραιότητες της πολιτικής τους και αφετέρου να θέτουν περιορισμούς στην άσκηση και την κατεύθυνση της δημοσιονομικής πολιτικής. Σκοπός αυτών των νομοθετικών διατάξεων και των περιορισμών είναι να συμβάλουν στην επίτευξη των μακροοικονομικών στόχων κατά τρόπο αποτελεσματικό και διατηρήσιμο.

Η Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση και οι σχετικές αποφάσεις του Συμβουλίου της ΕΕ αποτελούν το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η Συνθήκη ορίζει με σαφήνεια τους σκοπούς και τις προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών. Αναφέρει ρητώς ότι ο “πρωταρχικός στόχος” της ενιαίας νομισματικής πολιτικής είναι “η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών”. Αναφέρει επίσης ότι, υπό την προϋπόθεση ότι δεν διακυβεύεται η εκπλήρωση του πρωταρχικού αυτού στόχου, η νομισματική πολιτική “στηρίζει τις γενικές οικονομικές πολιτικές στην Κοινότητα, προκειμένου να συμβάλλει στην υλοποίηση των στόχων της Κοινότητας”. Σε αυτούς τους στόχους συγκαταλέγεται και η “διατηρήσιμη, μη πληθωριστική ανάπτυξη”. Παράλληλα, η Συνθήκη και το παράγωγο κοινοτικό δίκαιο θέτουν, μεσοπρόθεσμα, περιορισμούς στις δημοσιονομικές θέσεις των κρατών-μελών και ορίζουν διαδικασίες που αποσκοπούν στην πρόληψη και διόρθωση τυχόν αποκλίσεων των θέσεων αυτών από τα επιθυμητά επίπεδα. Οι διατάξεις του Συμφώνου Σταθερότητας και Ανάπτυξης υιοθετήθηκαν ακριβώς επειδή αναγνωρίστηκε και συμφωνήθηκε ότι η δημοσιονομική πειθαρχία είναι απαραίτητη τόσο για τη στήριξη μιας νομισματικής πολιτικής προσανατολισμένης στη σταθερότητα των τιμών όσο και για τη διαμόρφωση χρηματοοικονομικών συνθηκών που ευνοούν τη διατηρήσιμη ανάπτυξη.

Εντούτοις, οι μεταβαλλόμενες οικονομικές συνθήκες, και ιδίως οι απογοητευτικοί ρυθμοί ανάπτυξης της ευρωπαϊκής οικονομίας σε ένα περιβάλλον σχετικά συγκρατημένων πληθωριστικών πιέσεων, αναζωπύρωσαν τη δημόσια συζήτηση σχετικά με το ρόλο της νομισματικής πολιτικής στη στήριξη της οικονομικής ανάπτυξης. Αιτία αποτέλεσε εν μέρει και η αντίληψη ότι άλλες κεντρικές τράπεζες, κυρίως η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των Ηνωμένων Πολιτειών, δίδουν περισσότερη προσοχή στο στόχο της ανάπτυξης. Είναι, επομένως, πρόσφορη η χρονική στιγμή για την επανεξέταση των γενικών ζητημάτων που αφορούν τα μέσα και τους σκοπούς πολιτικής, και, ειδικότερα, του ρόλου που διαδραματίζει η νομισματική πολιτική στην προώθηση διατηρήσιμης ανάπτυξης, με παράλληλη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών. Η επανεξέταση αυτή απαιτεί απαντήσεις σε μια σειρά από συναφή ερωτήματα:

  • Μπορεί η νομισματική πολιτική να συμβάλει στην επίτευξη υψηλότερων ρυθμών ανάπτυξης μακροπρόθεσμα και με ποιο τρόπο;

  • Μπορεί η νομισματική πολιτική να συμβάλει στη σταθεροποίηση του οικονομικού κύκλου, δηλαδή στην ελαχιστοποίηση των βραχυχρόνιων διακυμάνσεων του συνολικού προϊόντος γύρω από τη μακροχρόνια τάση του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας;

  • Ποιες είναι οι αναγκαίες συνθήκες που πρέπει να διαμορφωθούν προκειμένου οι κεντρικές τράπεζες να μπορούν να επιτυγχάνουν τη σταθερότητα των τιμών αποτελεσματικά και να συμβάλλουν στην επίτευξη ταχύτερων ρυθμών ανάπτυξης;

  • Ποιος είναι ο ρόλος των οικονομικών πολιτικών ―τόσο της δημοσιονομικής όσο και της διαρθρωτικής πολιτικής― στην προώθηση της ανάπτυξης; Με ποιο τρόπο μπορούν να στηρίζουν, ή αντίθετα να περιορίζουν, την άσκηση της νομισματικής πολιτικής και την αποτελεσματικότητά της όσον αφορά τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών και την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης;

Στα ερωτήματα αυτά θα δώσω γενικές απαντήσεις, αλλά θα επικεντρωθώ και σε ζητήματα που έχουν ιδιαίτερη σημασία για τη ζώνη του ευρώ.

ΙΙ. Ανάπτυξη και σταθερότητα: ορισμένα στοιχεία και συγκρίσεις

Οι απαντήσεις στα ερωτήματα που αφορούν το ρόλο της νομισματικής πολιτικής στην προώθηση ταχύτερων ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης, σε συνδυασμό με σταθερότητα των τιμών, δεν παρουσιάζουν μόνο γενικό ή θεωρητικό ενδιαφέρον. Έχουν ιδιαίτερη σημασία σήμερα για την Ευρώπη, με δεδομένο το μη ικανοποιητικό μέσο ρυθμό ανάπτυξης της ευρωπαϊκής οικονομίας κατά την τελευταία εικοσαετία, στην οποία συμπεριλαμβάνονται τα πέντε χρόνια από την εισαγωγή του ευρώ. Μερικά στατιστικά στοιχεία αρκούν για να αναδείξουν το απογοητευτικό αυτό γεγονός. Από τις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης στις δώδεκα χώρες που είναι σήμερα μέλη της ζώνης του ευρώ ήταν 2,1%. Ακόμη και αν χωρίσουμε αυτό το διάστημα (1981-2003) σε δύο υποπεριόδους, δηλαδή στη δεκαοκτα-ετία πριν από την εισαγωγή του ευρώ και στην πενταετία που ακολούθησε την εισαγωγή του (1999-2003), το συμπέρασμα δεν αλλάζει. Πράγματι, αξίζει να σημειωθεί ότι ο μέσος ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης στις δώδεκα χώρες της ζώνης του ευρώ ήταν σχεδόν ίδιος και στις δύο αυτές υποπεριόδους και σημαντικά χαμηλότερος από το μέσο ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης 3,1% της οικονομίας των ΗΠΑ στην περίοδο 1981-2003.

Παρά το γεγονός ότι η τάση του ρυθμού ανάπτυξης στη ζώνη του ευρώ έχει παραμείνει συγκρατημένη εδώ και περισσότερο από είκοσι χρόνια, η πρόοδος που σημειώθηκε κατά την ίδια περίοδο ως προς την επίτευξη και τη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών ήταν εντυπωσιακή. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο πληθωρισμός στις δώδεκα χώρες της ζώνης του ευρώ είχε φθάσει σχεδόν στο 12%, ως αποτέλεσμα των πετρελαϊκών κρίσεων της δεκαετίας του 1970 αλλά και της τότε ασκούμενης χαλαρής νομισματικής πολιτικής. Κατά τις δεκαετίες του 1980 και του 1990, ο πληθωρισμός παρουσίασε σταθερή μείωση, έφθασε μάλιστα στο ιδιαίτερα χαμηλό επίπεδο του 1,1% το 1998 και το 1999. Στα πέντε χρόνια (1999-2003) μετά την εισαγωγή του ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος, ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ ήταν ακριβώς 2%, δηλ. σε επίπεδο συμβατό με τη σταθερότητα των τιμών όπως την ορίζει η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αξίζει να σημειωθεί ότι η εξέλιξη του πληθωρισμού στις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν σε γενικές γραμμές παρόμοια με εκείνη του πληθωρισμού στην Ευρώπη. Πράγματι, στην περίοδο 1981-2003 ο μέσος πληθωρισμός στις δώδεκα χώρες της ζώνης του ευρώ ήταν 3,9%, ένα τρίτο της εκατοστιαίας μονάδας υψηλότερος από τον αντίστοιχο μέσο πληθωρισμό στις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ στην πενταετία μετά την ίδρυση της ευρωπαϊκής νομισματικής ένωσης ο μέσος ετήσιος πληθωρισμός στη ζώνη του ευρώ (2%) ήταν μισή εκατοστιαία μονάδα χαμηλότερος από το μέσο ετήσιο πληθωρισμό στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στην Ευρώπη, η σταδιακή μείωση του πληθωρισμού από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 και εν συνεχεία, από τα τέλη της ίδιας δεκαετίας, η διατήρηση της σταθερότητας των τιμών πρέπει να αποδοθούν στη συνεπή αντιπληθωριστική κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής. Στη μείωση των πληθωριστικών πιέσεων, τόσο στην Ευρώπη όσο και στον υπόλοιπο κόσμο, συνέβαλαν επίσης η παγκοσμιοποίηση, η απελευθέρωση των αγορών και η τεχνολογική πρόοδος, οι οποίες οδήγησαν σε αύξηση του ανταγωνισμού και σε επιτάχυνση του ρυθμού ανόδου της παραγωγικότητας. Την τελευταία πενταετία όμως, η οικονομία της ζώνης του ευρώ αντιμετώπισε σειρά διαταραχών σημαντικού μεγέθους, οι οποίες επηρέασαν δυσμενώς το επίπεδο των τιμών και τροφοδότησαν πληθωριστικές πιέσεις. Συνολικά, η νομισματική πολιτική διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο και αποδείχθηκε αποτελεσματική στην επίτευξη και διατήρηση της σταθερότητας των τιμών, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις ΗΠΑ.

Από τα στοιχεία και τις συγκρίσεις που μόλις παρουσίασα προκύπτουν ορισμένα πρόσθετα συμπεράσματα. Κατά την περίοδο αυτή (διάρκειας σχεδόν είκοσι πέντε ετών) της αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού και στη συνέχεια της σταθερότητας των τιμών, η αναπτυξιακή επίδοση της οικονομίας της ζώνης του ευρώ παρέμεινε μέτρια και, κατά μέσο όρο, αμετάβλητη. Παράλληλα όμως, μειώθηκε η μεταβλητότητα του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, γεγονός το οποίο σε μεγάλο βαθμό μπορεί να αποδοθεί στη σταθερότητα των τιμών. Το περιβάλλον χαμηλού πληθωρισμού στήριξε την οικονομική μεγέθυνση, συνέβαλε στη μείωση των διακυμάνσεων του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος και ενίσχυσε με πολλούς άλλους τρόπους την κοινωνική ευημερία. Εντούτοις, οι συνθήκες σταθερότητας των τιμών δεν υπήρξαν επαρκείς για την επίτευξη υψηλότερου ρυθμού ανάπτυξης σε μακροπρόθεσμη βάση στη ζώνη του ευρώ. Αυτά όμως δεν μπορούν να θεωρηθούν ως τελικά συμπεράσματα. Για να καταλήξουμε σε οριστικά συμπεράσματα, πρέπει να εξετάσουμε διεξοδικά τι μπορούν να μας πουν η οικονομική θεωρία και η διαθέσιμη εμπειρική έρευνα για το ρόλο που μπορεί να διαδραματίσει η νομισματική πολιτική στην προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης με διατήρηση της σταθερότητας των τιμών.

IΙΙ. Νομισματική πολιτική και μακροπρόθεσμη ανάπτυξη

Προκειμένου να αξιολογήσουμε το ρόλο των κεντρικών τραπεζών στην προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης, έχει σημασία, τόσο εννοιολογικά όσο και από τη σκοπιά άσκησης της πολιτικής, να διακρίνουμε ανάμεσα στη δυνητική επίδραση της νομισματικής πολιτικής στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και στην επίδρασή της στην οικονομική δραστηριότητα και το ρυθμό ανάπτυξης βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα. Ένας λόγος για τον οποίο είναι χρήσιμη αυτή η διάκριση είναι ότι τόσο η θεωρία όσο και τα ευρήματα της εμπειρικής έρευνας υποδηλώνουν ότι η μακροπρόθεσμη ανάπτυξη προσδιορίζεται κατά κύριο λόγο από μη νομισματικούς παράγοντες, τουλάχιστον σε συνθήκες σχετικά χαμηλού πληθωρισμού. Κατά συνέπεια, οι τυχόν μόνιμες επιδράσεις της νομισματικής πολιτικής στο δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης είναι κατά πάσα πιθανότητα περιορισμένες, παρόλο που η νομισματική πολιτική μπορεί να ασκήσει σημαντική επίδραση στην οικονομική δραστηριότητα μεσοπρόθεσμα.

Σύμφωνα με τη νεοκλασική θεωρία, η μακροπρόθεσμη οικονομική ανάπτυξη προσδιορίζεται κατά βάση από εξωγενείς παράγοντες, δηλαδή από το ρυθμό αύξησης του πληθυσμού και από την τεχνολογική πρόοδο. [1] Τα πιο πρόσφατα υποδείγματα ενδογενούς ανάπτυξης (π.χ. Romer, 1990 και 1994) συσχετίζουν την τεχνολογική πρόοδο με το ανθρώπινο κεφάλαιο, το οποίο μπορεί να αυξηθεί με τη συσσώρευση γνώσεων και με επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη. Με τη σειρά τους, οι παράγοντες αυτοί μπορούν να επηρεαστούν από μέσα πολιτικής όπως οι δημόσιες επενδύσεις και τα φορολογικά κίνητρα. Επίσης, μεταρρυθμίσεις που βελτιώνουν την ευελιξία και την προσαρμοστικότητα των αγορών εργασίας και προϊόντων, καθώς και την επαγγελματική κατάρτιση και την εκπαίδευση, μπορούν να ενισχύσουν ενδογενώς το δυνητικό ρυθμό ανάπτυξης, αυξάνοντας το βαθμό αξιοποίησης του εργατικού δυναμικού και το ρυθμό ανόδου της παραγωγικότητας. Η πρόβλεψη της θεωρίας ότι η νομισματική πολιτική μπορεί να ασκήσει μόνο σχετικά περιορισμένη επίδραση στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη δεν συνεπάγεται ότι η επίδραση αυτή είναι αμελητέα. Ακόμη και μια μικρή μόνιμη επίδραση στον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης, εφόσον συνεχίζεται επί μακρό χρονικό διάστημα, μπορεί να οδηγήσει σε αξιόλογη μεταβολή του βιοτικού επιπέδου.

Η συμβολή της νομισματικής πολιτικής στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη έχει αποτελέσει από πολλού αντικείμενο συζητήσεων μεταξύ των οικονομολόγων, τόσο σε θεωρητικό επίπεδο όσο και κατά την άσκηση της πολιτικής. Όπως συμβαίνει σε κάθε θεωρητική συζήτηση, τα εξαγόμενα συμπεράσματα εξαρτώνται από τις παραδοχές στις οποίες στηρίζεται η θεωρία. Εν προκειμένω, ιδιαίτερα κρίσιμες είναι οι παραδοχές που αφορούν το ρόλο του χρήματος στην οικονομία, αν δηλαδή το χρήμα θεωρείται περιουσιακό στοιχείο που μπορεί να διευκολύνει τη μεταβίβαση του πλούτου από γενεά σε γενεά, συντελεστής παραγωγής, μέσο χρηματοδότησης ή περιοριστικός παράγοντας της δαπάνης για επενδύσεις και κατανάλωση. Οι θεωρητικές αναλύσεις των επιδράσεων που μπορεί να ασκήσει στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη μια μόνιμη χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής ―δηλαδή μια μόνιμη αύξηση του ρυθμού νομισματικής επέκτασης, άρα και του πληθωρισμού― δεν έχουν καταλήξει σε σαφή και ασφαλή συμπεράσματα.

Σύμφωνα με ορισμένα θεωρητικά υποδείγματα, τα οποία πηγάζουν από τη σημαντική συμβολή του Tobin (1965), μια μόνιμη αύξηση του ρυθμού νομισματικής επέκτασης μπορεί να ασκήσει θετική και διαρκή επίδραση στην ανάπτυξη. Ο λόγος είναι ότι ο υψηλότερος πληθωρισμός και, κατά συνέπεια, η χαμηλότερη απόδοση των ρευστών χρηματικών διαθεσίμων οδηγούν τους οικονομικούς παράγοντες να επενδύουν ένα μεγαλύτερο μέρος των περιουσιακών τους στοιχείων σε “πραγματικό κεφάλαιο”. Αυτή η μετατόπιση των περιουσιακών στοιχείων, με τη σειρά της, προκαλεί αύξηση του κεφαλαιακού αποθέματος και του συνολικού προϊόντος ανά εργαζόμενο, μακροπρόθεσμα. Παρά το γεγονός ότι η εν λόγω θεωρία έχει γίνει πιο σύνθετη και πλήρης κατά τις τελευταίες δεκαετίες, εξακολουθούν να τίθενται ορισμένα σοβαρά ερωτήματα όσον αφορά την αξιοπιστία των ευρημάτων και, το κυριότερο, την ορθότητα των παραδοχών της. Επιπλέον, η προβλεπόμενη από τη θεωρία θετική σχέση μεταξύ πληθωρισμού και μακροπρόθεσμης ανάπτυξης, εάν παρατηρείται στην πράξη, θα πρέπει να ισχύει για σχετικά χαμηλούς ρυθμούς πληθωρισμού, διαφορετικά θα καταλήγαμε στο παράλογο συμπέρασμα ότι ο υπερπληθωρισμός θα βελτίωνε δραστικά τις πραγματικές επιδόσεις της οικονομίας.

Άλλες θεωρητικές προσεγγίσεις υποστηρίζουν την άποψη ότι το χρήμα είναι “υπερ-ουδέτερο” (“superneutral”), δηλαδή ότι μια μόνιμη μεταβολή του ρυθμού νομισματικής επέκτασης δεν ασκεί μόνιμη επίδραση σε πραγματικές μεταβλητές όπως το πραγματικό επιτόκιο, η συσσώρευση κεφαλαίου και η μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Υπάρχουν επίσης θεωρητικά υποδείγματα τα οποία βασίζονται σε εναλλακτικές, πιο γενικές παραδοχές σχετικά με το ρόλο του χρήματος στην οικονομία, ενσωματώνουν στοιχεία από τις θεωρίες ενδογενούς ανάπτυξης, λαμβάνουν υπόψη την ύπαρξη ονομαστικών δυσκαμψιών στην οικονομία (για παράδειγμα, στο φορολογικό σύστημα) και καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι ένας μόνιμα ταχύτερος ρυθμός νομισματικής επέκτασης, ο οποίος προκαλεί άνοδο του πληθωρισμού, οδηγεί σε χαμηλότερους ρυθμούς συσσώρευσης κεφαλαίου και αύξησης του συνολικού προϊόντος. Το ευρύ φάσμα υποδειγμάτων και, αντίστοιχα, αποτελεσμάτων έχει οδηγήσει τους οικονομολόγους στη διατύπωση της άποψης ότι η θεωρία δεν μας επιτρέπει να καταλήξουμε σε οριστικά και ασφαλή συμπεράσματα σχετικά με την πιθανή επίδραση της νομισματικής επέκτασης στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη, καθώς “υποδείγματα που είναι εξίσου εύλογα καταλήγουν σε εντελώς διαφορετικά αποτελέσματα”. [2]

Ίσως δεν θα εκπλαγείτε από το γεγονός ότι, όπως και οι συνάδελφοί μου στις κεντρικές τράπεζες, δεν συμμερίζομαι αυτόν τον αγνωστικισμό. [3] Αυτό συμβαίνει για πολλούς λόγους. Πρώτον, τα θεωρητικά υποδείγματα οικονομικής ανάπτυξης που χρησιμοποιούν πιο γενικές και ρεαλιστικές παραδοχές σχετικά με (α) το ρόλο του χρήματος στην οικονομία, (β) τους παράγοντες και τις διαδικασίες που προσδιορίζουν τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και (γ) την ύπαρξη θεσμικών δομών που προκαλούν ονομαστικές δυσκαμψίες στην οικονομία υποδηλώνουν ότι μια περισσότερο επεκτατική νομισματική πολιτική, η οποία οδηγεί σε μόνιμα υψηλότερο πληθωρισμό, θα έχει ή είναι πιθανό να έχει αρνητική ή, στην καλύτερη περίπτωση, μηδενική επίδραση στη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Δεύτερον, τα εν λόγω θεωρητικά υποδείγματα ανάπτυξης που ενσωματώνουν το ρόλο του χρήματος και της νομισματικής πολιτικής συνήθως δεν συλλαμβάνουν καθόλου ή δεν συλλαμβάνουν επαρκώς τις αρνητικές επιδράσεις που ασκεί στην οικονομική δραστηριότητα και ανάπτυξη η αυξημένη αβεβαιότητα την οποία προκαλεί ο υψηλός, μεταβαλλόμενος και μη αναμενόμενος πληθωρισμός. Η αβεβαιότητα αυτή εξασθενίζει την αποτελεσματικότητα των μηχανισμών της αγοράς και έχει δυσμενή επίδραση στις πραγματικές επενδύσεις, το σχηματισμό κεφαλαίου και την ανάπτυξη. Επίσης, οι επιδράσεις του μη προσδοκώμενου πληθωρισμού στην κατανομή του πλούτου και του εισοδήματος από γενεά σε γενεά και μεταξύ των κοινωνικών ομάδων έχουν αυθαίρετες και ανεπιθύμητες συνέπειες για την κοινωνική ευημερία και επηρεάζουν δυσμενώς την αποταμίευση και την ανάπτυξη. Στον πραγματικό κόσμο, μια οικονομία με υψηλότερο μέσο πληθωρισμό είναι πιθανό ότι θα είναι περισσότερο εκτεθειμένη σε απροσδόκητες διακυμάνσεις του πληθωρισμού και επομένως στις συνέπειές τους στην κατανομή του εισοδήματος και του πλούτου. Επιπλέον, ο πληθωρισμός, ακόμη και ένας χαμηλός ρυθμός πληθωρισμού, μπορεί να προκαλέσει στρεβλώσεις στην οικονομία ως αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασής του με παραμέτρους των φορολογικών συστημάτων που καθορίζονται σε ονομαστικούς όρους. [4] Για όλους αυτούς τους λόγους, πρέπει να αναμένεται ότι ένας υψηλότερος ρυθμός πληθωρισμού οφειλόμενος σε μια επεκτατική νομισματική πολιτική θα μειώσει το ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης.

Τα θεωρητικά επιχειρήματα, όμως, και οι παραδοχές στις οποίες αυτά έχουν στηριχθεί είναι δυνατόν να αμφισβητηθούν. Η ισχύς τους πρέπει να ελέγχεται με βάση τα ευρήματα της εμπειρικής έρευνας. Επιπλέον, πρέπει να αξιολογηθεί και σε ποσοτικούς όρους η σημασία των θεωρητικών προβλέψεων για την επίδραση του πληθωρισμού στην ανάπτυξη. Γιατί όλοι συμφωνούμε ότι στην πράξη φαίνεται τι αξίζει μια θεωρία. Οι περισσότερες από τις πολυάριθμες εμπειρικές μελέτες της τελευταίας εικοσαετίας διαπιστώνουν ότι ο πληθωρισμός και η μακροπρόθεσμη ανάπτυξη συστηματικά σχετίζονται αρνητικά. [5] Όπως θα αναμενόταν, οι αρνητικές επιδράσεις της νομισματικής επέκτασης και του πληθωρισμού στην ανάπτυξη μακροπρόθεσμα είναι εντονότερες όταν ο πληθωρισμός είναι υψηλότερος. Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι πρόσφατες μελέτες διαπιστώνουν αρνητική σχέση ανάμεσα στον πληθωρισμό και τον ρυθμό ανάπτυξης μακροπρόθεσμα, ακόμη και όταν ο πληθωρισμός είναι σχετικά χαμηλός. [6] Τα ευρήματα αυτά, τα οποία έχουν προφανή σημασία για τις ευρωπαϊκές οικονομίες, καταδεικνύουν, παραφράζοντας τη γνωστή προειδοποίηση προς τους καπνιστές, ότι “ο πληθωρισμός βλάπτει σοβαρά την υγεία της πραγματικής οικονομίας”, ακόμη και σε σχετικά μικρές δόσεις. Πολύ λίγες εμπειρικές αναλύσεις έχουν καταλήξει σε εκτίμηση θετικής μακροπρόθεσμης σχέσης μεταξύ πληθωρισμού και ρυθμού ανάπτυξης, η οποία ισχύει για πολύ χαμηλούς ρυθμούς πληθωρισμού. Ωστόσο, έχει αμφισβητηθεί αν τα αποτελέσματα αυτά είναι ασφαλή.

Τα γενικά συμπεράσματα πολιτικής που συνάγονται από αυτήν την επισκόπηση της οικονομικής θεωρίας και της διαθέσιμης εμπειρικής έρευνας είναι δύο: Πρώτον, δεν πρέπει να αναμένεται ότι η νομισματική πολιτική θα αυξήσει το ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης κατά τρόπο διατηρήσιμο με το να ανέχεται υψηλότερο πληθωρισμό. Αντίθετα, μια επεκτατική νομισματική πολιτική που συνεπάγεται υψηλότερο μέσο πληθωρισμό πρέπει να αναμένεται ότι θα επηρεάσει δυσμενώς την οικονομική ανάπτυξη μακροπρόθεσμα. Δεύτερον, η νομισματική πολιτική μπορεί να προωθήσει τη διατηρήσιμη ανάπτυξη διασφαλίζοντας ένα περιβάλλον σταθερότητας των τιμών. Το συμπέρασμα ότι η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να αυξήσει το ρυθμό ανάπτυξης μακροπρόθεσμα δεν υποδηλώνει βεβαίως ότι δεν μπορεί να διαδραματίσει ρόλο στη σταθεροποίηση των διακυμάνσεων του συνολικού προϊόντος.

ΙV. Η νομισματική πολιτική, ο οικονομικός κύκλος και η δυναμική του πληθωρισμού

Μπορεί η νομισματική πολιτική να συμβάλει στη σταθεροποίηση του οικονομικού κύκλου; Και εάν μια αντικυκλική νομισματική πολιτική ήταν εφικτή, θα ήταν και επιθυμητή, με την έννοια ότι θα ασκείτο αποτελεσματικά χωρίς να διακυβεύεται η επίτευξη της σταθερότητας των τιμών; Τα ερωτήματα αυτά συζητούνται ευρύτατα από τότε που ο Keynes (1936) επιχειρηματολόγησε υπέρ της άσκησης σταθεροποιητικής οικονομικής πολιτικής γενικά και υπέρ του σταθεροποιητικού ρόλου της νομισματικής πολιτικής ειδικότερα, τουλάχιστον υπό ορισμένες συνθήκες. Η σχετική συζήτηση εξακολουθεί να διεξάγεται, μερικές φορές με ένταση, τόσο μεταξύ οικονομολόγων του ακαδημαϊκού χώρου, όπως δείχνει μια πρόσφατη σημαντική ομιλία του Robert Lucas (2003), όσο και μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής και των οικονομικών σχολιαστών. Στην Ευρώπη, η συζήτηση αυτή τροφοδοτήθηκε και από τις μέτριες επιδόσεις της ευρωπαϊκής οικονομίας τα τελευταία χρόνια.

Πριν ασχοληθώ με το θέμα αν είναι εφικτός και επιθυμητός ένας αντικυκλικός ρόλος για τη νομισματική πολιτική, είναι χρήσιμο να αξιολογήσουμε εν συντομία την αναγκαιότητα και τα όρια ενός τέτοιου ρόλου. Η έγερση αυτού του θέματος μπορεί να προκαλεί έκπληξη, με δεδομένη την κυκλική διακύμανση της οικονομικής δραστηριότητας τα τελευταία τρία χρόνια στην Ευρώπη και παγκοσμίως. Ωστόσο, απαιτείται μια μακροπρόθεσμη αξιολόγηση, διότι η δυνατότητα άσκησης σταθεροποιητικής πολιτικής εξαρτάται από το μέγεθος, τη φύση και τα αίτια των κυκλικών διακυμάνσεων του συνολικού προϊόντος. Αρκετές πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι την τελευταία εικοσαετία οι διακυμάνσεις του συνολικού προϊόντος μειώνονται σταθερά και ότι τα φαινόμενα ύφεσης έχουν αμβλυνθεί στις περισσότερες βιομηχανικές χώρες, με εξαίρεση την Ιαπωνία. Ο διαφαινόμενος μετριασμός των διακυμάνσεων του οικονομικού κύκλου οφείλεται σε διάφορους παράγοντες: στην αυξανόμενη σχετική σημασία του τομέα των υπηρεσιών στο σύνολο του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος, στη συνεχή πρόοδο της πληροφορικής, η οποία προωθεί την ταχύτερη αύξηση της παραγωγικότητας, στη βελτιωμένη διαχείριση των αποθεμάτων των επιχειρήσεων, καθώς και στις σταθεροποιητικές επιδράσεις της παγκοσμιοποίησης, της απελευθέρωσης των χρηματοπιστωτικών αγορών και της μακροοικονομικής πολιτικής. Ειδικότερα, η αποκλιμάκωση του πληθωρισμού που επιτεύχθηκε στις οικονομίες των ΗΠΑ και της Ευρώπης τις δεκαετίες του 1980 και του 1990 και η εστίαση της νομισματικής πολιτικής στη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών έχουν συμβάλει σημαντικά στη μείωση των διακυμάνσεων του συνολικού προϊόντος.

Η τάση μείωσης των διακυμάνσεων του συνολικού προϊόντος στις βιομηχανικές χώρες φαίνεται να περιορίζει το πεδίο άσκησης αντικυκλικής νομισματικής πολιτικής. Εντούτοις, το μέγεθος, η συχνότητα και οι επιδράσεις διαφόρων τύπων διαταραχών, π.χ. απότομων μεταβολών της τιμής του πετρελαίου, δεν μπορούν να προβλεφθούν με βάση την πείρα του παρελθόντος. Επιπλέον, πρόσφατες εξελίξεις υποδηλώνουν ότι ενδέχεται να εμφανιστούν νέες πηγές αστάθειας. Για παράδειγμα, οι μεγάλες διακυμάνσεις των τιμών των περιουσιακών στοιχείων σε επίπεδα τα οποία αποκλίνουν σημαντικά από τις εκτιμώμενες τιμές ισορροπίας (δηλ. τις τιμές οι οποίες θα ήταν συνεπείς με τα θεμελιώδη οικονομικά μεγέθη) και η ταχεία αύξηση του χρέους του ιδιωτικού τομέα σε ορισμένες μεγάλες οικονομίες μπορούν να προκαλέσουν ή να επιτείνουν τις διακυμάνσεις του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος. Πράγματι, έντονες διακυμάνσεις του συνολικού προϊόντος στις βιομηχανικές χώρες έχουν συχνά συσχετισθεί με τις κυκλικές διακυμάνσεις των τιμών των περιουσιακών στοιχείων. Γι’ αυτούς τους λόγους, το ενδιαφέρον έχει στραφεί και πάλι στο δυνητικό σταθεροποιητικό ρόλο της νομισματικής πολιτικής, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον χαμηλού πληθωρισμού.

Η αποτελεσματικότητα με την οποία η νομισματική πολιτική δύναται να διαδραματίσει έναν αντικυκλικό σταθεροποιητικό ρόλο εξαρτάται από το αν μπορεί να επηρεάσει σημαντικά και με έναν εύλογα προβλέψιμο τρόπο το συνολικό πραγματικό προϊόν, βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα. Υπάρχουν για το ζήτημα αυτό εκτεταμένες θεωρητικές αναλύσεις και εμπειρικές διερευνήσεις. Δεδομένου του περιορισμένου χρόνου που έχω στη διάθεσή μου, ούτε σκοπεύω ούτε τολμώ να επισκοπήσω έστω και συνοπτικά τις εναλλακτικές θεωρητικές προσεγγίσεις που έχουν χρησιμοποιηθεί, τα αντικρουόμενα ορισμένες φορές ευρήματα και τις αντίθετες απόψεις που έχουν διατυπωθεί όσον αφορά τις συνέπειές τους για την άσκηση πολιτικής. [7] Θα περιοριστώ σε ορισμένα βασικά, και γενικώς αποδεκτά πλέον, συμπεράσματα που μπορούν να αντληθούν από τη σύγχρονη θεωρία και τα ευρήματα της εμπειρικής έρευνας, ειδικότερα αυτά που αφορούν την οικονομία της ζώνης του ευρώ.

Τα συμπεράσματα αυτά βασίζονται σε ένα πλαίσιο μακροοικονομικής θεωρίας κοινής αποδοχής, το οποίο συνδυάζει τόσο νεοκλασικά όσο και νεοκεϋνσιανά στοιχεία. Το πλαίσιο αυτό ενσωματώνει τη συμπεριφορά οικονομικών παραγόντων οι οποίοι, βλέποντας προς το μέλλον, αποπειρώνται να λάβουν διαχρονικά βέλτιστες αποφάσεις και διαμορφώνουν “ορθολογικές” προσδοκίες με βάση το σύνολο των διαθέσιμων πληροφοριών ―στις οποίες περιλαμβάνεται και η αναμενόμενη συμπεριφορά των αρχών που χαράσσουν τη νομισματική πολιτική. Ταυτόχρονα, λαμβάνει υπόψη τις ατέλειες των αγορών και τη δυσκαμψία ορισμένων ονομαστικών μεταβλητών, δηλαδή στοιχεία που επηρεάζουν σημαντικά τη δυναμική του συνολικού προϊόντος και του πληθωρισμού και τη μετάδοση των επιδράσεων της νομισματικής πολιτικής στην οικονομία. Αυτό το θεωρητικό πλαίσιο έχει αποτελέσει τη βάση για πολλά οικονομετρικά υποδείγματα τα οποία χρησιμοποιούν οι κεντρικές τράπεζες, περιλαμβανομένης και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, για αναλύσεις και προσομοιώσεις της διαχρονικής συμπεριφοράς του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος και των τιμών, καθώς και των διασυνδέσεών τους με τα μέσα άσκησης της νομισματικής πολιτικής.

Η μακροοικονομική θεωρία κοινής αποδοχής και η διαθέσιμη εμπειρική έρευνα στηρίζουν την άποψη ότι, γενικά, η νομισματική πολιτική μπορεί να επηρεάσει αισθητά την οικονομική δραστηριότητα βραχυπρόθεσμα και μεσοπρόθεσμα. Το μέγεθος των επιδράσεων της νομισματικής πολιτικής στην οικονομία και οι χρονικές υστερήσεις με τις οποίες αυτές μεταδίδονται εξαρτώνται από μια πλειάδα παραγόντων: από παραμέτρους που προσδιορίζουν τη συμπεριφορά των οικονομικών μονάδων, από διαρθρωτικά και θεσμικά χαρακτηριστικά της οικονομίας που μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο και την ταχύτητα προσαρμογής των αγορών σε διαταραχές ή σε αλλαγές πολιτικής, καθώς και από τις προσδοκίες του κοινού για τις μελλοντικές εξελίξεις και πολιτικές. Είναι αυτονόητο ότι δεν γνωρίζουμε με βεβαιότητα τις τιμές αυτών των παραμέτρων ή πώς μεταβάλλονται διαχρονικά σε συνάρτηση με την κυκλική θέση της οικονομίας. Επιπλέον, η διαχρονική εξέλιξη του μηχανισμού μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής εξαρτάται αποφασιστικά από τη φύση και τη διαμόρφωση των προσδοκιών του κοινού. Επομένως, τόσο το μέγεθος όσο και οι χρονικές υστερήσεις των επιδράσεων της νομισματικής πολιτικής στην οικονομία είναι αβέβαιες και μεταβάλλονται, εν μέρει λόγω της επίδρασης διαφόρων παραγόντων, περιλαμβανομένων των αλλαγών στις προσδοκίες που προκαλούνται από την ασκούμενη πολιτική.

Ποια είναι τα αποτελέσματα της διαθέσιμης εμπειρικής έρευνας που αφορά τα χαρακτηριστικά και τη δυναμική του μηχανισμού μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής; Έχουν γίνει πολλές εμπειρικές μελέτες για το μηχανισμό αυτό στις ΗΠΑ και σε άλλες βιομηχανικές χώρες. Η διαθέσιμη εμπειρική έρευνα για τη ζώνη του ευρώ είναι νέα και σχετικά περιορισμένη. Ωστόσο, τα ευρήματα των ερευνητών της ΕΚΤ και άλλων κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος είναι πολύ σημαντικά και συναφή: ένα από αυτά είναι ότι υπάρχουν αξιοσημείωτες ομοιότητες όσον αφορά την κυκλική συμπεριφορά των οικονομιών της ζώνης του ευρώ και των ΗΠΑ και τις αντιδράσεις τους στη νομισματική πολιτική. [8] Θα ήθελα να αναφέρω συνοπτικά μερικά ακόμη γενικά ευρήματα. Πρώτον, μια μεταβολή στην κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής, δηλαδή μια μεταβολή στο βασικό επιτόκιο της κεντρικής τράπεζας, οδηγεί σε προσαρμογή του συνολικού προϊόντος, το μέγιστο μέγεθος της οποίας παρατηρείται μετά από ένα διάστημα μεταξύ ενός και δύο ετών, ενώ στη συνέχεια η προσαρμογή σταδιακά φθίνει και τελικά μηδενίζεται. Η επίδραση μιας αλλαγής της κατεύθυνσης της νομισματικής πολιτικής στο επίπεδο των τιμών κατά κανόνα εκτιμάται ότι είναι πολύ πιο σταδιακή, αλλά μόνιμη. Δεύτερον, αυτές οι μορφές αντίδρασης του συνολικού προϊόντος και του επιπέδου των τιμών προκύπτουν σταθερά από μια ποικιλία εμπειρικών υποδειγμάτων. Ωστόσο, η χρονική κλιμάκωση των επιδράσεων αυτών της νομισματικής πολιτικής στο ακαθάριστο εγχώριο προϊόν και στο επίπεδο των τιμών δεν είναι δυνατόν να εκτιμηθεί με ακρίβεια. Τρίτον, το μέγεθος των επιδράσεων αυτών εξαρτάται από την κυκλική θέση της οικονομίας, από το αρχικό επίπεδο των επιτοκίων και από το αν η μεταβολή της κατεύθυνσης της νομισματικής πολιτικής είναι περιοριστική ή επεκτατική.

Τα συμπεράσματα του θεωρητικού πλαισίου κοινής αποδοχής και των περισσότερων εμπειρικών ερευνών όσον αφορά το πεδίο δράσης και την αποτελεσματικότητα μιας αντικυκλικής νομισματικής πολιτικής μπορούν να συνοψιστούν ως εξής: Αν και η νομισματική πολιτική κατ’ αρχήν δύναται να διαδραματίσει ένα σταθεροποιητικό ρόλο, στην πράξη η άσκηση μιας τέτοιας πολιτικής είναι δύσκολη και απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή. Επίσης, μπορεί να αποδειχθεί όχι πολύ αποτελεσματική στην αντιμετώπιση των διακυμάνσεων του συνολικού προϊόντος. Μπορεί να είναι ακόμη και αντιπαραγωγική, με την έννοια ότι θα μπορούσε να οδηγήσει σε αύξηση και όχι σε μείωση των διακυμάνσεων του συνολικού προϊόντος. Η αποτελεσματικότητα μιας αντικυκλικής νομισματικής πολιτικής περιορίζεται από την αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει το μέγεθος των επιδράσεών της στο συνολικό προϊόν και τις χρονικές υστερήσεις με τις οποίες αυτές μεταδίδονται. Άλλοι περιοριστικοί παράγοντες είναι οι αβεβαιότητες που υπάρχουν όσον αφορά την ακριβή κυκλική θέση της οικονομίας (το μέγεθος του “παραγωγικού κενού”), τον προσδιορισμό του τύπου και της διάρκειας των διαταραχών, καθώς και την αξιολόγηση των επιδράσεών τους στην οικονομία. Ένας λόγος για τον οποίο μπορεί να μην είναι σκόπιμο η νομισματική πολιτική να διαδραματίζει ενεργό σταθεροποιητικό ρόλο είναι ότι σύμφωνα με την εμπειρική έρευνα ένα μεγάλο μέρος των διακυμάνσεων του συνολικού προϊόντος μπορεί να αποδοθεί όχι σε διαταραχές ονομαστικών μεγεθών ή σε απρόβλεπτες διακυμάνσεις της συνολικής ζήτησης, αλλά σε μη αναμενόμενες μεταβολές “πραγματικών” μεγεθών, όπως μεταβολές στην τεχνολογία, οι οποίες δεν μπορούν να αντισταθμιστούν αποτελεσματικά από τη νομισματική πολιτική. [9]

Οι παραπάνω διαπιστώσεις με έχουν οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η άσκηση μιας αντικυκλικής νομισματικής πολιτικής που αποσκοπεί να ελέγχει με λεπτούς χειρισμούς την οικονομία συνεπάγεται κινδύνους οι οποίοι είναι πιθανό να υπεραντισταθμίζουν τα δυνητικά οφέλη. Μια πολιτική αυτού του τύπου πρέπει επομένως να αποφεύγεται υπό “ομαλές συνθήκες”, δηλαδή όταν η κεντρική τράπεζα έχει να αντιμετωπίσει κυκλικές διακυμάνσεις μέσου μεγέθους. Ωστόσο, μπορεί κανείς να φανταστεί “ειδικές συνθήκες”, που έχουν προκληθεί από πολύ σοβαρές διαταραχές, όπου η νομισματική πολιτική δύναται να διαδραματίσει ρόλο για τη σταθεροποίηση του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος πλησίον της τάσης της δυνητικής μεγέθυνσής του. Μια τέτοια πολιτική πρέπει να εφαρμόζεται με μεγάλη προσοχή και κατά τρόπο συνεπή με τη προσήλωση της κεντρικής τράπεζας στον πρωταρχικό της σκοπό της διατήρησης της σταθερότητας των τιμών. Επίσης, θα πρέπει να εξηγηθεί με τρόπο σαφή και πειστικό η ανάγκη άσκησης μιας τέτοιας πολιτικής, ούτως ώστε να μην επηρεαστούν δυσμενώς η αξιοπιστία της πολιτικής της κεντρικής τράπεζας και οι προσδοκίες του κοινού όσον αφορά την προσήλωσή της στη σταθερότητα των τιμών. [10] Η εμπειρία του παρελθόντος δείχνει ότι υπήρξαν περιπτώσεις όπου η νομισματική πολιτική διαδραμάτισε ένα σταθεροποιητικό ρόλο με επιτυχία. Υπήρξαν όμως και περιπτώσεις όπου φιλόδοξες απόπειρες για “λεπτούς χειρισμούς” στην οικονομία απέτυχαν και είχαν ως αποτέλεσμα την αύξηση των πληθωριστικών πιέσεων και των διακυμάνσεων του συνολικού προϊόντος.

V. Ο ρόλος της νομισματικής πολιτικής

Η παραπάνω επισκόπηση και αξιολόγηση της θεωρίας και της διαθέσιμης εμπειρικής έρευνας οδηγεί σε ορισμένα γενικά συμπεράσματα σχετικά με την επίδραση της νομισματικής πολιτικής στην οικονομία και το ρόλο που αυτή διαδραματίζει στη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών και στην προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης. Τα επικρατέστερα ευρήματα της εμπειρικής έρευνας επιβεβαιώνουν ότι η νομισματική πολιτική δύναται να επηρεάσει αποτελεσματικά το επίπεδο των τιμών σε μεσοπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη βάση. Ο πληθωρισμός μπορεί να μην είναι “παντού και πάντοτε” νομισματικό φαινόμενο, όπως υποστήριξε κάποτε ο Milton Friedman. Πάντως, ο πληθωρισμός είναι θεμελιωδώς νομισματικό φαινόμενο, υπό την έννοια ότι οι νομισματικοί παράγοντες και η πολιτική που ασκούν οι κεντρικές τράπεζες τελικά επικρατούν και προσδιορίζουν την εξέλιξη των τιμών διαχρονικά. Κατά συνέπεια, εύλογα έχει τεθεί ως πρωταρχικός σκοπός της νομισματικής πολιτικής η επίτευξη και διατήρηση της σταθερότητας των τιμών.

Ωστόσο, η εκτέλεση του καθήκοντος αυτού δεν είναι απλή υπόθεση, λόγω της σύνθετης δυναμικής του πληθωρισμού, ιδίως σε σχετικά βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, δεδομένου ότι αυτή επηρεάζεται από ποικίλους μη νομισματικούς παράγοντες και πολιτικές. Σύνθετη και περιβαλλόμενη από αβεβαιότητα είναι και η σχέση πληθωρισμού και μέσων νομισματικής πολιτικής. Όπως εξήγησα προηγουμένως, αυτή εξαρτάται εν μέρει από εξελίξεις στην πραγματική οικονομία και επηρεάζεται κρίσιμα από τις προσδοκίες του ιδιωτικού τομέα για τον πληθωρισμό, οι οποίες ασκούν επίδραση στις διαδικασίες καθορισμού των τιμών και των μισθών, καθώς και στις εξελίξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Αυτές οι προσδοκίες διαμορφώνονται σε μεγάλο βαθμό από τις ενέργειες ―τόσο τρέχουσες όσο και αναμενόμενες― της κεντρικής τράπεζας. Επομένως, η χάραξη και άσκηση της νομισματικής πολιτικής αναπόφευκτα βασίζεται σε ατελή γνώση ενός σύνθετου μηχανισμού μετάδοσης των επιδράσεών της στην οικονομία. Η νομισματική πολιτική πρέπει να καθοδηγεί τις προσδοκίες του ιδιωτικού τομέα για τον πληθωρισμό και να τις εστιάζει στο στόχο της σταθερότητας των τιμών. Για το σκοπό αυτό, πρέπει να είναι προσανατολισμένη στο μέλλον και να ασκείται με μεσομακροπρόθεσμη προοπτική. Οι αποφάσεις πολιτικής δεν μπορούν να βασίζονται αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στις τρέχουσες εξελίξεις και σε βραχυπρόθεσμες σκοπιμότητες. Πρέπει να είναι συμβατές με τη σταθερότητα των τιμών και να συμβάλλουν στη διασφάλισή της σε μεσομακροπρόθεσμο ορίζοντα. Πρόκειται για μια πρόκληση την οποία πρέπει να αντιμετωπίσει η κεντρική τράπεζα. Επομένως, η αποτελεσματική άσκηση της νομισματικής πολιτικής απαιτεί τη διαρκή και αξιόπιστη προσήλωσή της στο στόχο της σταθερότητας των τιμών καθώς και τη στήριξή της από άλλες πολιτικές.

Όσον αφορά την επίδραση της νομισματικής πολιτικής στην οικονομική δραστηριότητα, γενικά η θεωρία και η διαθέσιμη εμπειρική έρευνα συνηγορούν υπέρ της άποψης ότι, μολονότι δεν μπορεί να ασκήσει άμεση θετική επίδραση στον μακροπρόθεσμο ρυθμό ανάπτυξης, η νομισματική πολιτική μπορεί να προωθήσει έμμεσα την ανάπτυξη, μέσω της διαμόρφωσης ενός περιβάλλοντος σταθερότητας των τιμών. Αντιθέτως, μια υπερβολικά φιλόδοξη, επεκτατική νομισματική πολιτική που αποβλέπει να στηρίζει ένα ρυθμό ανάπτυξης που υπερβαίνει την παραγωγική δυνατότητα της οικονομίας είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Μάλιστα, η παρατεταμένη εφαρμογή μιας τέτοιας πολιτικής θα επηρεάσει δυσμενώς την τάση του ρυθμού ανάπτυξης, λόγω του αυξανόμενου πληθωρισμού που θα προκαλέσει. Μεσοπρόθεσμα, μια μεταβολή στην κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής μπορεί να ασκήσει ισχυρή επίδραση στο επίπεδο οικονομικής δραστηριότητας, αλλά η επίδραση αυτή εξασθενεί και εξαλείφεται με την πάροδο του χρόνου. Η διαθέσιμη εμπειρική έρευνα γενικώς, και ειδικότερα όσον αφορά τη ζώνη του ευρώ, υποδηλώνει ότι η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να επηρεάσει ούτε το ρυθμό ανάπτυξης ούτε το επίπεδο του συνολικού προϊόντος με συστηματικό και διαρκή τρόπο. Κατά συνέπεια, η εξέλιξη του επιπέδου των τιμών και η εξέλιξη του συνολικού προϊόντος δεν είναι αλληλεξαρτώμενες μεταβλητές και η νομισματική πολιτική δεν μπορεί από μόνη της να τις ελέγχει ταυτόχρονα σε μακροπρόθεσμη βάση.

Τα ανωτέρω επιχειρήματα οδηγούν σε δύο πρόσθετα συμπεράσματα σχετικά με το ρόλο της οικονομικής και της νομισματικής πολιτικής, τα οποία έχουν ιδιαίτερη σημασία για την Ευρώπη. Πρώτον, επιβεβαιώνεται η καταλληλότητα της αποστολής η οποία έχει ανατεθεί στην ΕΚΤ και η οποία ορίζει ως πρωταρχικό σκοπό της νομισματικής πολιτικής τη σταθερότητα των τιμών. Δεύτερον, επιβεβαιώνεται επίσης η εγκυρότητα μιας σημαντικής αρχής της οικονομικής πολιτικής, την οποία διατύπωσε ο Jan Tinbergen (1956), στον οποίο απονεμήθηκε το πρώτο βραβείο Nobel για τις οικονομικές επιστήμες. Σύμφωνα με αυτήν την αρχή, προκειμένου να επιτευχθούν ταυτόχρονα οι δύο σκοποί, ήτοι η σταθερότητα των τιμών και ένας διατηρήσιμος υψηλός ρυθμός ανάπτυξης, οι οποίοι τελικά δεν είναι αλληλεξαρτώμενοι, είναι απαραίτητο να χρησιμοποιηθούν τουλάχιστον δύο μέσα πολιτικής που μπορούν να επηρεάσουν ανεξάρτητα τις μεταβλητές αυτές. Η βέλτιστη αντιστοίχιση των πολιτικών με τους σκοπούς θα πρέπει να εξαρτάται από τη σχετική αποτελεσματικότητα με την οποία αυτές μπορούν να επηρεάσουν το συνολικό προϊόν και το επίπεδο των τιμών με συστηματικό και διαρκή τρόπο.

VI. Η αποτελεσματικότητα της νομισματικής πολιτικής και ο ρόλος των οικονομικών πολιτικών

Προκειμένου να αυξηθεί ο μακροπρόθεσμος ρυθμός ανάπτυξης στην Ευρώπη, το κύριο μέσο πολιτικής είναι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που αποσκοπούν στη βελτίωση του ρυθμού ανόδου της παραγωγικότητας και του βαθμού αξιοποίησης του εργατικού δυναμικού, ούτως ώστε να αυξηθεί ο δυνητικός ρυθμός ανάπτυξης και να ενισχυθεί η διεθνής ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Οι μεταρρυθμίσεις αυτές πρέπει να αποβλέπουν στην εξάλειψη των εμποδίων που απομένουν για την ολοκλήρωση της ενιαίας ευρωπαϊκής αγοράς, στην ενίσχυση του ανταγωνισμού και στη διευκόλυνση της αποτελεσματικής λειτουργίας των μηχανισμών της αγοράς. Επίσης, στην αύξηση του δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης της οικονομίας θα συντελέσουν καθοριστικά η εφαρμογή πολιτικής και η εισαγωγή μεταρρυθμίσεων που θα συμβάλουν στην αύξηση των επενδύσεων σε ανθρώπινο και υλικό κεφάλαιο καθώς και στη στήριξη της καινοτομίας και της επιχειρηματικότητας.

Η στρατηγική μεταρρυθμίσεων της Λισσαβώνας, η οποία αποσκοπεί στο να γίνει η Ευρωπαϊκή Ένωση “η ανταγωνιστικότερη και δυναμικότερη οικονομία της γνώσης στην υφήλιο μέχρι το 2010”, εξακολουθεί γενικώς να είναι η κατάλληλη στρατηγική. Θα ήταν πιο αποτελεσματική αν εστιαζόταν περισσότερο σε ορισμένες βασικές προτεραιότητες. Το κρίσιμο ζήτημα, όμως, είναι να εφαρμοστούν οι προβλεπόμενες μεταρρυθμίσεις έγκαιρα και αποτελεσματικά. Η ταχύτητα και η εμβέλεια των μεταρρυθμίσεων μάλλον απογοήτευσαν έως εφέτος, όταν σημειώθηκε κάποια πρόοδος στην αντιμετώπιση των διαρθρωτικών αδυναμιών της οικονομίας της ζώνης του ευρώ, κυρίως όσον αφορά την αγορά εργασίας και τα συστήματα συντάξεων και υγείας. Ωστόσο, θα απαιτηθούν πληρέστερες και πιο αποφασιστικές προσπάθειες μεταρρύθμισης προκειμένου να επιτευχθούν οι στόχοι της στρατηγικής της Λισσαβώνας.

Οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που σχεδιάζονται στην Ευρώπη όχι μόνο θα συντελέσουν στην αύξηση του μακροπρόθεσμου ρυθμού οικονομικής ανάπτυξης και θα βελτιώσουν τη διεθνή ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, αλλά θα ενισχύσουν και την αποτελεσματικότητα με την οποία η νομισματική πολιτική μπορεί να επιτύχει τη σταθερότητα των τιμών. Επειδή οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις θα οδηγήσουν σε αύξηση του ρυθμού ανόδου της παραγωγικότητας και θα ενισχύσουν την αποτελεσματικότητα και την ευελιξία με τις οποίες οι αγορές εργασίας και προϊόντων αντιδρούν σε εξωγενείς διαταραχές και σε μεταβολές της πολιτικής, θα επηρεαστεί ευνοϊκά ο μηχανισμός μετάδοσης των επιδράσεων της νομισματικής πολιτικής στην οικονομία. Αυτό θα επιτρέψει στη νομισματική πολιτική να αντισταθμίζει ή να περιορίζει τις επιπτώσεις των διαταραχών στην οικονομία και να διατηρεί ή να αποκαθιστά τη σταθερότητα των τιμών σε συντομότερο χρονικό διάστημα και με μικρότερες διακυμάνσεις του συνολικού προϊόντος.

Η επίτευξη όμως του διττού σκοπού της σταθερότητας των τιμών και της ταχύτερης διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης στην Ευρώπη δεν μπορεί να διασφαλιστεί με το να ανατεθεί η κύρια ευθύνη για τη σταθερότητα των τιμών στη νομισματική πολιτική και η ευθύνη για τη διατηρήσιμη ανάπτυξη στις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Έχει επίσης θεμελιώδη σημασία η νομισματική πολιτική της ΕΚΤ και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις να συμπληρώνονται και να στηρίζονται με την άσκηση συνετής δημοσιονομικής πολιτικής σε εθνικό επίπεδο. Η εθνική δημοσιονομική πολιτική έχει να διαδραματίσει ένα σημαντικό ρόλο στην εφαρμογή του προγράμματος διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, με την αναδιάρθρωση των δημόσιων δαπανών ούτως ώστε να ενισχύεται η ανάπτυξη, με τη μείωση των δημόσιων δαπανών που προκαλούν αναποτελεσματικότητα και στρεβλώσεις στις αγορές, με την εισαγωγή μεταρρυθμίσεων στα συστήματα συντάξεων και υγείας, καθώς και με την καθιέρωση φορολογικού πλαισίου και τη θέσπιση κινήτρων που θα προάγουν τις επενδύσεις. Η υγιής δημοσιονομική κατάσταση είναι αναγκαία όχι μόνο για να στηρίζει, μεσομακροπρόθεσμα, την ενιαία ευρωπαϊκή νομισματική πολιτική που είναι προσανατολισμένη στη σταθερότητα των τιμών, αλλά και επειδή συμβάλλει σε ταχύτερη διατηρήσιμη ανάπτυξη, όπως επιβεβαιώνεται από πολλά ευρήματα της εμπειρικής έρευνας. Επιπρόσθετα, η εμπειρία ενός αριθμού χωρών αποδεικνύει ότι μια αξιόπιστη πολιτική μεσοπρόθεσμης δημοσιονομικής εξυγίανσης συχνά ακολουθείται από επιτάχυνση της ανάπτυξης, λόγω της αύξησης της εμπιστοσύνης των επενδυτών και των καταναλωτών και λόγω της εφαρμογής δημοσιονομικών μέτρων που προωθούν την αναδιάρθρωση και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της οικονομίας και περιορίζουν τη δημοσιονομική επιβάρυνση. [11] Στην παρούσα συγκυρία, κατά την οποία παρατηρείται σοβαρή επιδείνωση των δημόσιων οικονομικών σε αρκετά κράτη-μέλη, σε μερικές περιπτώσεις μάλιστα τα ελλείμματα υπερβαίνουν επί σειρά ετών το όριο του 3% του ΑΕΠ που προβλέπει το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης, είναι επιτακτική ανάγκη να ληφθούν ουσιαστικά και έγκαιρα διορθωτικά μέτρα, όπως απαιτεί το Σύμφωνο. Για την ενίσχυση των μακροπρόθεσμων αναπτυξιακών επιδόσεων της ευρωπαϊκής οικονομίας είναι ιδιαίτερα σημαντικό να μην υπονομεύεται η αποτελεσματικότητα και η αξιοπιστία του Συμφώνου ως πλαισίου που μπορεί να εξασφαλίσει υγιή δημόσια οικονομικά μεσομακροπρόθεσμα.

VII. Τελικές παρατηρήσεις

Όπως ανέφερα στην αρχή της ομιλίας μου, επέτειοι όπως η σημερινή αποτελούν ευκαιρία να εορτάσουμε τα επιτεύγματα του παρελθόντος και να προβληματιστούμε για το μέλλον. Ένας τέτοιος προβληματισμός, ωστόσο, αποτελεί ιδιαίτερη πρόκληση. Ήδη, πριν από 2.500 χρόνια, ο Θαλής ο Μιλήσιος διακήρυττε ότι “το παρελθόν είναι βέβαιο, το μέλλον αβέβαιο”. Η χάραξη και άσκηση της νομισματικής πολιτικής, η οποία είναι προσανατολισμένη προς το μέλλον, αντιμετωπίζει εξ ορισμού στοιχεία αβεβαιότητας. Το γεγονός αυτό, ωστόσο, δεν πρέπει να μας πτοεί, καθώς έχουμε διδαχθεί από τα λάθη και τις επιτυχίες του παρελθόντος. Οι κεντρικοί τραπεζίτες και οι οικονομολόγοι έχουν ερευνήσει αίτια και αποτελέσματα, έχουν ελέγξει εμπειρικά θεωρητικές παραδοχές και έχουν αναλύσει δυναμικές και διαδικασίες. Όπως εξήγησα διεξοδικά, έχουμε καταλήξει σε ισχυρά και αξιόπιστα συμπεράσματα όσον αφορά το ρόλο της νομισματικής πολιτικής στην επίτευξη της σταθερότητας των τιμών και της διατηρήσιμης οικονομικής ανάπτυξης. Επιπλέον, αυτή η γνώση και η πείρα έχουν ενσωματωθεί στο “νομισματικό σύνταγμα” της Ευρώπης, το οποίο αποτελεί στέρεο θεμέλιο για την επιτυχή αντιμετώπιση των μελλοντικών προκλήσεων τόσο από την Τράπεζα της Ελλάδος όσο και από το Ευρωσύστημα συνολικά. Όταν λοιπόν, σε 25 χρόνια από σήμερα, η Τράπεζα της Ελλάδος θα εορτάζει την 100ή της επέτειο, κάποιοι ομιλητές ίσως ανατρέξουν στα αρχεία για να πληροφορηθούν τί είχε ειπωθεί παλαιότερα, εν έτει 2003. Σημερινή ευχή μου γι’ αυτό το ίδρυμα είναι να μπορέσουν οι μελλοντικοί ομιλητές να επαναλάβουν την εισαγωγική μου διαπίστωση ότι “η Τράπεζα της Ελλάδος έχει κάθε λόγο να εορτάζει και να αισθάνεται υπερήφανη για τα επιτεύγματά της.”

Σας ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.

Βιβλιογραφία

Alesina, A. and R. Perotti (1996), “Fiscal Adjustments in OECD Countries: Composition and Macroeconomic Effects”, NBER Working Paper αρ. 5730 (επίσης στο IMF Staff Papers, τόμ. 44, αρ. 2, 1997).

Andrés, J. and I. Hernando (1999), “Does Inflation Harm Economic Growth? Evidence from the OECD”, στο M. Feldstein (επιμ.), The Costs and Benefits of Price Stability, University of Chicago Press, Σικάγο.

Angeloni, I., A. Kashyap and B. Mojon (2003), Monetary Policy Transmission in the Euro Area, Cambridge University Press, Κέμπριτζ, Ηνωμένο Βασίλειο.

Barro, R. J. (1997), Determinants of Economic Growth: A Cross-Country Empirical Study, The Lionel Robbins Lectures, The MIT Press, Κέμπριτζ, Μασσαχουσέτη.

Blinder, A. S. (1998), Central Banking in Theory and Practice, The Lionel Robbins Lectures, The MIT Press, Κέμπριτζ, Μασσαχουσέτη.

Briotti, M. G. (2005), “Economic Reactions to Public Finance Consolidation: A Survey of the Literature”, ECB Occasional Paper αρ. 38, Οκτώβριος.

Fischer, S. (1994), “Modern Central Banking”, στο F. Capie et al., The Future of Central Banking, Cambridge University Press, Κέμπριτζ , Ηνωμένο Βασίλειο, σελ 262-308.

Fischer, S. and F. Modigliani (1978), “Towards an Understanding of the Real Effects and Costs of Inflation”, Weltwirtschaftliches Archiv, τόμ. 114, σελ. 810-32.

Keynes, J. M. (1936), The General Theory of Employment, Interest and Money, Macmillan, Λονδίνο.

Lohmann, S. (1992), “The Optimal Commitment in Monetary Policy: Credibility versus Flexibility”, American Economic Review, τόμ. 82, σελ. 273-86.

Lucas, R. E. (2003), “Macroeconomic Priorities”, American Economic Review, τόμ.93(1), σελ. 1-14.

Orphanides, A. and R. M. Solow (1990), “Money, Inflation and Growth”, στο B. M. Friedman and F. H. Hahn (επιμ.), Handbook of Monetary Economics, Elsevier Science Publishers B. V., Άμστερνταμ.

Papademos, L. (2003), “The Contribution of Monetary Policy to Economic Growth”, στο Fostering Economic Growth in Europe, Oesterreichische Nationalbank, Βιέννη, σελ. 23-40.

Papademos, L. (2004), “Economic Cycles and Monetary Policy”, στο Monetary Policy, Economic Cycle and Financial Dynamics, Banque de France, Παρίσι, σελ. 293-311.

Persson, T. and G. Tabellini (1993), “Designing Institutions for Monetary Stability”, Carnegie-Rochester Conference Series in Public Policy, τόμ. 39, σελ. 53-84.

Rogoff, K. (1985), “The Optimal Degree of Commitment to an Intermediate Monetary Target”, Quarterly Journal of Economics, τόμ. 100, σελ. 1169-90.

Romer, P. (1990), “Endogenous Technological Change”, Journal of Political Economy, τόμ. 98, σελ. 71-102.

Romer, P. (1994), “The Origins of Endogenous Growth”, Journal of Economic Perspectives, τόμ. 8, σελ. 3-22.

Solow, R. M. (1956), “A Contribution to the Theory of Economic Growth”, Quarterly Journal of Economics, τόμ. 70, σελ. 5-94.

Solow, R. Μ. (2000), Growth Theory: An Exposition, Oxford University Press, Οξφόρδη, Ηνωμένο Βασίλειο.

Stein, J. L. (1970), “Monetary Growth Theory in Perspective”, American Economic Review, τόμ. 60, σελ. 85-106.

Tinbergen, J. (1956), Economic Policy: Principles and Design, North-Holland, Άμστερνταμ.

Tobin, J. (1965), “Money and Economic Growth”, Econometrica, τόμ. 33, σελ. 671-84.



[1] Βλ. Solow (1956 και 2000).

[2] Ο Stein (1970) και οι Orphanides and Solow (1990) παρουσιάζουν επισκοπήσεις των θεωρητικών υποδειγμάτων της μακροπρόθεσμης σχέσης του χρήματος και της οικονομικής ανάπτυξης και αμφότεροι καταλήγουν σ’ αυτό το συμπέρασμα.

[3] Βλ. Papademos (2003) για μια εκτενέστερη επισκόπηση και αξιολόγηση της συμβολής της νομισματικής πολιτικής στην οικονομική ανάπτυξη.

[4] Οι Fischer and Modigliani (1978) και ο Fischer (1994) παρουσιάζουν πλήρεις περιγραφές και αναλύσεις σχετικά με τις πραγματικές επιδράσεις και το κοινωνικό κόστος του πληθωρισμού.

[5] Ο Barro (1997) και ο Fischer (1994) εξετάζουν τα ευρήματα της εμπειρικής έρευνας ως προς τη μακροχρόνια σχέση μεταξύ πληθωρισμού και οικονομικής ανάπτυξης.

[6] Οι Andrés and Hernando (1999) έχουν δείξει ότι η εμπειρική έρευνα έχει διαπιστώσει την ύπαρξη μιας σαφούς αρνητικής σχέσης ανάμεσα στον πληθωρισμό και το ρυθμό οικονομικής ανάπτυξης μακροπρόθεσμα σε χώρες με χαμηλό πληθωρισμό.

[7] Βλ. Papademos (2004) για μια εξέταση και αξιολόγηση των θεωρητικών αναλύσεων και των εμπειρικών ευρημάτων σχετικά με τη δυνατότητα άσκησης και την αποτελεσματικότητα μιας αντικυκλικής νομισματικής πολιτικής.

[8] Βλ. Angeloni, Kashyap and Mojon (2003) και Papademos (2004).

[9] Βλ. Lucas (2003).

[10] Ο Blinder (1998) εξετάζει την έννοια της αξιοπιστίας της κεντρικής τράπεζας και τη σημασία της για την αποτελεσματική άσκηση της νομισματικής πολιτικής. Η Lohmann (1992), οι Persson and Tabellini (1993) και ο Rogoff (1985) αναλύουν τις επιδράσεις των θεσμικών ρυθμίσεων στην αξιοπιστία της προσήλωσης μιας κεντρικής τράπεζας στους σκοπούς της.

[11] Βλ. Alesina and Perotti (1996) και Briotti (2005).

Speaking engagements

Εκπρόσωποι Τύπου