Banking Supervision
Eλληνικά
Menu

Συνέντευξη στην Καθημερινή

Συνέντευξη του Benoît Cœuré, μέλους της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ, στην Ειρήνη Χρυσολωρά, η οποία δημοσιεύθηκε στις 5 Σεπτεμβρίου 2018

Κατά την άποψή σας, η ολοκλήρωση του προγράμματος σηματοδοτεί μια νέα εποχή για την Ελλάδα; Η ενισχυμένη εποπτεία δεν αποτελεί απλώς συνέχιση του προγράμματος;

Θα ήταν υπερβολικά εύκολο να θεωρήσουμε ότι η «αποφοίτηση» της Ελλάδας από το πρόγραμμα μας επιτρέπει να γυρίσουμε σελίδα και να δηλώσουμε ότι η αποστολή εξετελέσθη. Τα έτη του προγράμματος ήταν πολύ δύσκολα για τους Έλληνες. Οι φορείς χάραξης πολιτικής στην Ευρώπη έχουν το καθήκον να μάθουν από αυτό το επώδυνο ταξίδι και να βελτιώσουν την πολιτική, τόσο σε ευρωπαϊκό όσο και σε εθνικό επίπεδο.

Εκ των υστέρων, μπορεί κανείς να υποστηρίξει ότι ο σχεδιασμός των προγραμμάτων θα μπορούσε να ήταν πιο αποτελεσματικός όσον αφορά τη στήριξη των δικτύων κοινωνικής προστασίας και την καταπολέμηση της προσοδοθηρίας, ότι ο ρυθμός των μεταρρυθμίσεων στον χρηματοπιστωτικό τομέα θα μπορούσε να ήταν ταχύτερος και ότι οι πιστωτές παρέβλεψαν την ανάγκη μείωσης του χρέους. Όλα αυτά βελτιώθηκαν με τον χρόνο. Θα ήθελα να συγχαρώ την ελληνική κυβέρνηση για το αξιοσημείωτο έργο της τα τελευταία χρόνια όσον αφορά την υλοποίηση βασικών μεταρρυθμίσεων στην οικονομία και την κοινωνία γενικά και τον χρηματοπιστωτικό τομέα ειδικότερα. Για παράδειγμα, το εισόδημα κοινωνικής αλληλεγγύης συμβάλλει ώστε οι περιορισμένοι πόροι να διοχετεύονται σε όσους έχουν μεγαλύτερη ανάγκη και το άνοιγμα διαφόρων κλάδων ή τομέων, όπως τα φαρμακεία, ωφελεί τα νοικοκυριά που επωμίστηκαν το βάρος της προσαρμογής στη διάρκεια της κρίσης. Όσον αφορά τον χρηματοπιστωτικό τομέα ειδικότερα, το νέο νομοθετικό πλαίσιο στηρίζει πολύ καλύτερα τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων (ΜΕΔ) σε σχέση με ό,τι ίσχυε πριν από λίγα χρόνια. Αυτό θα βοηθήσει τις τράπεζες να στηρίξουν την οικονομική ανάπτυξη και τη δημιουργία θέσεων εργασίας πιο αποτελεσματικά.

Ας μην ξεχνάμε όμως και από πού ξεκινήσαμε. Ποτέ ξανά δεν θα πρέπει μια χώρα της ζώνης του ευρώ να περιέλθει σε τέτοια, μη βιώσιμη κατάσταση όπως η Ελλάδα το 2010. Χρειαζόμαστε υγιείς εθνικές δημοσιονομικές και οικονομικές πολιτικές και καλύτερο πλαίσιο διακυβέρνησης στη ζώνη του ευρώ.

Όσον αφορά την ενισχυμένη εποπτεία, δεν πρόκειται για νέο πρόγραμμα αλλά για ενισχυμένη μορφή συνεργασίας μεταξύ της Ελλάδας, των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων και των χωρών της ζώνης του ευρώ για τη στήριξη της μετάβασης προς την πλήρη πρόσβαση στις αγορές. Προσέξτε όμως: η ευθύνη για την ανάκτηση της εμπιστοσύνης των αγορών και των καταθετών έχει μετατοπιστεί τώρα πλήρως στην ελληνική κυβέρνηση. Μην περιμένετε ότι θα είναι ευκολότερο για την κυβέρνηση να κερδίσει την εμπιστοσύνη των επενδυτών από ό,τι να πείσει τους θεσμούς.

Ποιος ο ρόλος της ΕΚΤ στο πλαίσιο της ενισχυμένης εποπτείας; Θα είναι η συνεισφορά της ίδια όπως και στο παρελθόν;

Θα συμμετέχουμε στην ενισχυμένη εποπτεία, όπως επιτάσσουν οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί που διέπουν το σχετικό πλαίσιο (το αποκαλούμενο δίπτυχο κανονισμών). Ωστόσο, η λήξη του προγράμματος δίνει και σ’ εμάς την ευκαιρία να εστιάσουμε εκ νέου τις δραστηριότητές μας, όπως ήδη αναφέρεται στη γνώμη που εκδώσαμε τον Απρίλιο του 2018. Μελλοντικά, το έργο μας στην Ελλάδα θα είναι επικεντρωμένο σε χρηματοπιστωτικά και κρίσιμα από μακροοικονομική σκοπιά ζητήματα. Ειδικότερα, αυτό συμπεριλαμβάνει τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού τομέα, τις μακροοικονομικές προβολές, κύριους δημοσιονομικούς στόχους και βιωσιμότητα και χρηματοδοτικές ανάγκες.

Ποιες θεωρείτε ότι είναι οι κύριες προτεραιότητες για την περίοδο μετά το πρόγραμμα; Σε ποιους τομείς θα πρέπει να επικεντρωθεί η Ελλάδα τα επόμενα έτη για να επιτύχει διατηρήσιμη ανάπτυξη; Ποιοι οι βασικοί κίνδυνοι;

Σύμφωνα με όσα μόλις είπα, θα ήθελα να επικεντρωθώ στον χρηματοπιστωτικό τομέα. Η μείωση των ΜΕΔ είναι σίγουρα η υψηλότερη προτεραιότητα από τη σκοπιά μας. Αφενός, μόνο ισχυρότερες και υγιέστερες τράπεζες μπορούν να αποτελέσουν την απαραίτητη βάση για αύξηση της προσφοράς πιστώσεων που μπορεί να στηρίξει την οικονομική ανάπτυξη. Αφετέρου, η αναδιάρθρωση του ιδιωτικού χρέους και των φορολογικών οφειλών που θα μπορούσε να συνοδεύσει τη μείωση των ΜΕΔ αναμένεται επίσης να βοηθήσει τις υγιείς επιχειρήσεις να επανεκκινήσουν τις δραστηριότητές τους και επομένως να ενισχύσουν τη ζήτηση πιστώσεων. Πολλά έχουν επιτευχθεί στο πλαίσιο του προγράμματος. Δημιουργήθηκε το νομοθετικό πλαίσιο, αλλά η συνεχής εφαρμογή του θα είναι καίρια. Η βελτίωση της αποτελεσματικότητας του δικαστικού συστήματος είναι επίσης απαραίτητη για να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία του χρηματοπιστωτικού τομέα. Επίσης, περιμένουμε ακόμη βελτιώσεις στο πλαίσιο διακυβέρνησης των τραπεζών, που θα είναι ουσιώδεις για την προσέλκυση τόσο εγχώριων όσο και ξένων επενδυτών και θα επιτρέψουν την πώληση των συμμετοχών του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας με την πάροδο του χρόνου. Σε κάθε περίπτωση, θα είναι πολύ σημαντικό οι αρχές να μην προσπαθούν να επηρεάσουν τις πιστωτικές αποφάσεις των τραπεζών, αλλά αντιθέτως να επικεντρωθούν στη βελτίωση του πλαισίου λειτουργίας τους.

Είναι οι ελληνικές τράπεζες τώρα ασφαλείς όσον αφορά την κεφαλαιακή τους θέση; Θα καταφέρουν να πετύχουν τους συμφωνηθέντες στόχους για τα ΜΕΔ; Θα πρέπει οι στόχοι να γίνουν αυστηρότεροι για τα χρόνια μετά το 2019;

Η κεφαλαιακή θέση των ελληνικών τραπεζών έχει ενισχυθεί σημαντικά στη διάρκεια του προγράμματος και ποσοτικά τα επίπεδά της είναι σήμερα υψηλότερα από ό,τι σε άλλες χώρες που επηρεάστηκαν από την κρίση. Ωστόσο, η ποιότητα του κεφαλαίου των ελληνικών τραπεζών είναι χαμηλότερη από ό,τι σε άλλα μέρη της Ευρώπης, καθώς αποτελείται εν μέρει από αναβαλλόμενες φορολογικές απαιτήσεις, ενώ υπάρχει μεγάλο υπόλοιπο μη εξυπηρετούμενων ανοιγμάτων (ΜΕΑ) ως κατάλοιπο της κρίσης. Χρειάζεται συνετή συμπεριφορά και καθορισμός φιλόδοξων στόχων προκειμένου να μειωθεί σημαντικά ο δείκτης των ΜΕΑ μέχρι το τέλος του 2019. Μέχρι στιγμής οι επιδόσεις των ελληνικών τραπεζών συμβαδίζουν γενικά με τους εγκριθέντες στόχους τους για τα ΜΕΔ, όπως δείχνουν οι σχετικές τριμηνιαίες εκθέσεις της Τράπεζας της Ελλάδος (ΤτΕ). Ωστόσο, οι στόχοι προς επίτευξη μέχρι το τέλος του 2019 είναι οπισθοβαρείς. Πέρα από το 2019, χρειάζονται συνεχείς προσπάθειες για την περαιτέρω μείωση του δείκτη των ΜΕΔ στην Ελλάδα τα επόμενα έτη, μέχρι να φθάσει στον μέσο όρο της ζώνης του ευρώ.

Η ταχεία πρόοδος ως προς την επίλυση των ΜΕΔ είναι κρίσιμη όχι μόνο για την οικονομική ανάκαμψη, αλλά και για τη μελλοντική κεφαλαιακή επάρκεια των ελληνικών τραπεζών. Αυτό εξαρτάται από τη σταθεροποίηση του οικονομικού περιβάλλοντος και, πιο σημαντικά, από τη συνεχή και βελτιωμένη αποτελεσματικότητα των σχετικών νομικών πλαισίων (αφερεγγυότητα νοικοκυριών και επιχειρήσεων, εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών, πωλήσεις ΜΕΔ, ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί). Για παράδειγμα, θα είναι ευκολότερο να μειωθούν τα ΜΕΔ αν μειωθούν και οι υποθέσεις που εκκρεμούν ενώπιον δικαστηρίων σε σχέση με το πλαίσιο αφερεγγυότητας των νοικοκυριών (τον αποκαλούμενο νόμο Κατσέλη). Η κυβέρνηση παρουσίασε τον Ιούνιο ένα φιλόδοξο σχέδιο δράσης που θα παρακολουθείται στενά υπό το πλαίσιο ενισχυμένης εποπτείας.

Είστε ικανοποιημένος από την πρόοδο των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών;

Μια ολοκληρωμένη προσέγγιση με συμμετοχή όλων των ενδιαφερόμενων μερών πρέπει να εξακολουθήσει να εφαρμόζεται διαρκώς ώστε να διασφαλίζεται η συνεχής επιτυχία του συστήματος ηλεκτρονικών πλειστηριασμών. Τους τελευταίους μήνες παρατηρήσαμε σαφή βελτίωση, αλλά χρειάζεται περαιτέρω πρόοδος ως προς την αύξηση του αριθμού πλειστηριασμών, ιδιαίτερα για ακίνητα εκτός Αττικής. Γι’ αυτό, θα συνεχίσουμε να παρακολουθούμε στενά την κατάσταση σε συνεργασία με τις αρχές. Επίσης, είναι σημαντικό να αναγνωρίσουμε ότι οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί έχουν δώσει κίνητρα στους δανειολήπτες (και τους στρατηγικούς κακοπληρωτές) και στις τράπεζες να αναζητήσουν αμοιβαία επωφελή λύση. Υπάρχουν ενδείξεις αυξημένων αναδιαρθρώσεων και διακανονισμών δανείων από τη στιγμή που άρχισαν οι ηλεκτρονικοί πλειστηριασμοί.

Η ΕΚΤ κατήργησε την εξαίρεση για τα ελληνικά κρατικά ομόλογα (waiver). Δεν αρκούσε η ενισχυμένη εποπτεία για τη διατήρησή της; Πόση ρευστότητα χρειάστηκε να αντλήσουν οι τράπεζες μέσω της παροχής έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα (ELA) εξαιτίας αυτού;

Ο κανόνας της ΕΚΤ για ελάχιστη πιστοληπτική διαβάθμιση όσον αφορά την καταλληλότητα των εξασφαλίσεων προϋπήρχε της ελληνικής κρίσης. Το 2010, αναγνωρίσαμε ότι ο κανόνας θα μπορούσε να είναι προκυκλικός και χορηγήσαμε εξαίρεση σε χώρες υπό πρόγραμμα της ΕΕ/ΔΝΤ, επειδή η επιβολή όρων ως προς την πολιτική και η πρόσβαση σε ολοκληρωμένη πληροφόρηση μας έδινε βεβαιότητα για τη φερεγγυότητα της χώρας. Το πλαίσιο εφαρμόζεται απαρέγκλιτα σε όλες τις χώρες από το 2010. Αλλά η ενισχυμένη εποπτεία δεν είναι πρόγραμμα και δεν συνεπάγεται επιβολή συγκεκριμένων όρων – υποθέτω ότι για αυτόν ακριβώς τον λόγο η κυβέρνηση την αποδέχτηκε! Επομένως δεν είναι συμβατή με το πλαίσιό μας.

Δεδομένου αυτού, η κατάργηση της εξαίρεσης θεωρήθηκε ως «μη γενόμενη» για τις τράπεζες, όπως πρόσφατα επεσήμανε ο διευθύνων σύμβουλος μιας ελληνικής τράπεζας. Οι ελληνικές τράπεζες διεύρυναν τη χρηματοδότησή τους μέσω των αγορών και μετατόπισαν επιτυχώς μέρη της χρηματοδότησής τους από πράξεις νομισματικής πολιτικής στη διατραπεζική αγορά συμφωνιών επαναγοράς. Η σημαντική αύξηση των καταθέσεων στη διάρκεια των θερινών μηνών επίσης βοήθησε. Συνολικά, η ρευστότητα των τραπεζών βελτιώνεται συνεχώς. Είναι σημαντικό αυτή η τάση να στηριχθεί περαιτέρω την προσεχή περίοδο.

Είναι το ελληνικό χρέος βιώσιμο κατά την ΕΚΤ; Αν ναι, γιατί δεν μπορούσατε να συμπεριλάβετε τα ελληνικά ομόλογα στο πρόγραμμα αγοράς τίτλων του δημόσιου τομέα (PSPP, γνωστό ως ποσοτική χαλάρωση) τουλάχιστον για μερικές εβδομάδες μετά την απόφαση του Eurogroup σχετικά με τα μέτρα για το χρέος, όταν ίσχυε ακόμη η εξαίρεση; Θα δημοσιεύσετε την ανάλυση της ΕΚΤ για τη βιωσιμότητα του χρέους;

Η συμφωνία που επετεύχθη από το Eurogroup στις 22 Ιουνίου ήταν ένα σημαντικό βήμα προς την αποκατάσταση της βιωσιμότητας του χρέους, ιδίως μεσοπρόθεσμα (δηλ. μέχρι το τέλος της περιόδου αναστολής). Μακροπρόθεσμα, εκφράζουμε την ικανοποίησή μας για την ετοιμότητα του Eurogroup να εξετάσει το ενδεχόμενο ανάληψης περαιτέρω μέτρων για το χρέος αν σημειωθούν δυσμενείς εξελίξεις. Πράγματι, οι καθοδικοί κίνδυνοι για τις μακροοικονομικές και τις δημοσιονομικές υποθέσεις παραμένουν σημαντικοί.

Όσον αφορά το PSPP, τα ελληνικά κρατικά ομόλογα έπαυσαν να γίνονται αποδεκτά στις 21 Αυγούστου όταν έληξε το πρόγραμμα. Εκείνη τη στιγμή, τα μέτρα του Eurogroup για το χρέος δεν είχαν ακόμη κυρωθεί. Σε κάθε περίπτωση, οι αγορές θα ήταν πολύ περιορισμένες σε μια τόσο σύντομη περίοδο.

Υπάρχει περίπτωση τα ελληνικά ομόλογα να συμπεριληφθούν κάποια στιγμή στο μέλλον στη φάση επανεπένδυσης του προγράμματος PSPP; Πόσα χρόνια πιστεύετε ότι θα διαρκέσει η επανεπένδυση των ποσών από την εξόφληση τίτλων κατά τη λήξη τους;

Χωρίς πρόγραμμα, τα ελληνικά κρατικά ομόλογα πλέον αντιμετωπίζονται όπως οποιαδήποτε άλλα όσον αφορά την καταλληλότητά τους με βάση τα κριτήρια της ΕΚΤ. Όταν επανέλθουν στην επενδυτική βαθμίδα θα μπορούσαν να συμπεριληφθούν σε όλα τα προγράμματα της ΕΚΤ, κατόπιν απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου.

Όπως γνωρίζετε, σκοπεύουμε να επανεπενδύουμε τα ποσά από την εξόφληση τίτλων αποκτηθέντων στο πλαίσιο του προγράμματος αγοράς στοιχείων ενεργητικού (APP) κατά τη λήξη τους για παρατεταμένη χρονική περίοδο μετά την ολοκλήρωση των καθαρών αγορών στοιχείων ενεργητικού και πάντως για όσο χρονικό διάστημα κρίνεται αναγκαίο για τη διατήρηση ευνοϊκών συνθηκών ρευστότητας και ενός διευκολυντικού, σε μεγάλο βαθμό, χαρακτήρα της νομισματικής πολιτικής.

Η κυβέρνηση φαίνεται ότι έχει αναστείλει, προς το παρόν, τα σχέδια για επιστροφή στις αγορές. Θεωρείτε ότι η Ελλάδα έχει πλέον ανακτήσει πλήρη πρόσβαση στις διεθνείς αγορές κεφαλαίων; Θεωρείτε ότι θα πρέπει να περιμένει πρώτα να γίνουν οι εκλογές και μετά να επιστρέψει στις αγορές;

Οι όροι με τους οποίους η Ελλάδα έχει πρόσβαση στις αγορές είναι σαφώς καλύτεροι από ό,τι ήταν πριν από ένα έτος. Η ρευστότητα στην αγορά ομολόγων επίσης βελτιώθηκε μετά την πράξη ανταλλαγής που διενεργήθηκε τον Νοέμβριο του 2017, πράγμα που συνέβαλε στην εξομάλυνση της καμπύλης αποδόσεων των ελληνικών κρατικών ομολόγων και στήριξε επίσης την αυξημένη συμμετοχή ξένων επενδυτών στην αγορά ομολόγων. Τους τελευταίους μήνες, ωστόσο, οι αποδόσεις των ελληνικών ομολόγων παρέμειναν υψηλές και ευμετάβλητες, αντιδρώντας στις διεθνείς και ευρωπαϊκές πιέσεις ακόμη και μετά την έγκριση μέτρων για το χρέος από το Eurogroup τον Ιούνιο και την αναβάθμιση της πιστοληπτικής διαβάθμισης της Ελλάδας από τους οίκους αξιολόγησης. Αυτό σημαίνει ότι απαιτείται υπομονή και σύνεση κατά την αξιολόγηση της πρόσβασης στις αγορές. Ίσως το σημαντικότερο, η εμπιστοσύνη των επενδυτών θα βασίζεται στη συνεχιζόμενη υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και στην αποφυγή των υπαναχωρήσεων σε σχέση με προηγούμενες βελτιώσεις.

Ανησυχείτε ότι μια κρίση, για παράδειγμα στην Ιταλία, θα μπορούσε να υπονομεύσει τη δυνατότητα πρόσβασης της Ελλάδας στις αγορές; Από αυτή την άποψη, δεν θα ήταν χρήσιμη μια πιστωτική γραμμή προληπτικού χαρακτήρα, όπως είχε προτείνει ο κ. Στουρνάρας;

Πράγματι, μια πιστωτική γραμμή προληπτικού χαρακτήρα θα είχε συμβάλει στην αντιμετώπιση των αρνητικών δευτερογενών επιδράσεων από τις διεθνείς αγορές και στην ενίσχυση της αξιοπιστίας του ελληνικού Δημοσίου ως εκδότη. Ήταν, επομένως, ένα λιγότερο επικίνδυνο μονοπάτι από καθαρά χρηματοπιστωτική άποψη. Θα συνεπαγόταν όμως ότι η διαμόρφωση πολιτικών θα εξακολουθούσε να συνοδεύεται από όρους. Σέβομαι την κρίση της κυβέρνησης ότι, μετά από οκτώ χρόνια σε προγράμματα, ήρθε η ώρα η Ελλάδα να αποκτήσει ξανά την κυριότητα των πολιτικών της.

Προβληματίζει την ΕΚΤ η εχθρική διάθεση την οποία συχνά επιδεικνύει η κυβέρνηση προς τον Διοικητή της ΤτΕ, κ. Στουρνάρα, και προσφάτως –παρότι έμμεσα– προς τον πρώην Αντιπρόεδρο της ΕΚΤ, κ. Παπαδήμο;

Δεν παρεμβαίνουμε σε εσωτερικές πολιτικές συζητήσεις, ούτε στην Ελλάδα ούτε αλλού. Είναι σημαντικό να διαφυλάσσεται η ανεξαρτησία της ΤτΕ και του διοικητή της. Προσωπικά, τρέφω τη μεγαλύτερη εκτίμηση για τον κ. Παπαδήμο και τον κ. Στουρνάρα ως οικονομόλογους και υπεύθυνους χάραξης πολιτικής. Πρέπει να τονίσω ότι είναι επίσης σημαντικό να υπάρχει ένα ανεξάρτητο στατιστικό σύστημα. Δεν θα σχολιάσω ελληνικές δικαστικές αποφάσεις, αλλά δεν θα πρέπει να υποτιμούμε τη ζημία που επιφέρουν στην αξιοπιστία της Ελλάδας οι ατέρμονες νομικές διαδικασίες κατά του πρώην προέδρου της ΕΛΣΤΑΤ, κ. Γεωργίου, ο οποίος εκτέλεσε το καθήκον του σύμφωνα με το ευρωπαϊκό πλαίσιο και τα ευρήματα του οποίου δεν έχουν έως τώρα αμφισβητηθεί, ούτε από την κυβέρνηση.

Θεωρείτε ότι οι περικοπές των συντάξεων που έχουν προγραμματιστεί για το 2019 θα πρέπει να ανασταλούν ή να μετατεθούν χρονικά, όπως επιθυμεί η κυβέρνηση; Έχουν γίνει συγκεκριμένες προτάσεις από την κυβέρνηση πριν από την αποστολή και ενόψει του προσχεδίου προϋπολογισμού του 2019; Η κυβέρνηση σχεδιάζει επίσης μειώσεις της φορολογίας το 2019, χρησιμοποιώντας το υπερβάλλον πρωτογενές πλεόνασμα, που θα επηρεάσουν μεταξύ άλλων τον ΕΝΦΙΑ και τις εισφορές κοινωνικής ασφάλισης. Συμφωνείτε μ’ αυτά τα μέτρα;

Σύμφωνα και με όσα είπα σχετικά με την εκ νέου εστίαση της συνεισφοράς μας στο πρόγραμμα, δεν επιθυμούμε να συζητήσουμε συγκεκριμένα μέτρα δημοσιονομικής πολιτικής. Αυτό που έχει πρωταρχική σημασία για εμάς είναι να επιτευχθούν οι δημοσιονομικοί στόχοι για το 2019 και η σύνθεση του προϋπολογισμού να ευνοεί την ανάπτυξη. Όπως ισχύει σε διάφορες χώρες της ζώνης του ευρώ, είναι σημαντικό το επίπεδο της άμεσης φορολογίας εισοδήματος να στηρίζει την οικονομική ανάπτυξη, διασφαλίζοντας ταυτόχρονα την επίτευξη των δημοσιονομικών στόχων.

Τι έχετε να πείτε για τυχόν αντιστροφή των μεταρρυθμίσεων στην αγορά εργασίας (κατώτατος μισθός, συλλογικές συμβάσεις);

Και πάλι, δεν επιθυμώ να μιλήσω για συγκεκριμένα μέτρα.

Πότε θεωρείτε ότι θα πρέπει να αρθούν πλήρως οι περιορισμοί στην κίνηση κεφαλαίων;

Η απόφαση σχετικά με τον ρυθμό και το περιεχόμενο των περιορισμών στην κίνηση κεφαλαίων εναπόκειται στις ελληνικές αρχές. Πολλοί από τους περιορισμούς που είχαν επιβληθεί στα μέσα του 2015 έχουν ήδη αρθεί, ενώ τον Μάιο του 2017 η κυβέρνηση δημοσίευσε οδικό χάρτη για τη χαλάρωση των περιορισμών τον οποίο ακολουθεί πιστά. Αυτή η σταθερή και υπεύθυνη προσέγγιση είναι έως τώρα επιτυχής. Μόνο η πλήρης άρση των περιορισμών θα επιτρέψει στην ελληνική οικονομία και τις ελληνικές τράπεζες να λειτουργήσουν κανονικά εντός της ζώνης του ευρώ. Για να γίνει αυτό, είναι κρίσιμο να διαμορφωθεί ένα περιβάλλον που ενισχύει την εμπιστοσύνη των καταθετών και καθιστά το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα ανθεκτικό σε εξωτερικές πιέσεις.

Εκπρόσωποι Τύπου