Banking Supervision
Eλληνικά
Menu

Συνέντευξη στην Καθημερινή

22 Απριλίου 2015

Συνέντευξη του Benoît Cœuré, μέλους της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ,
στον Αλέξη Παπαχελά, 22 Απριλίου 2015

Η ελληνική κυβέρνηση θα επιθυμούσε να συνάψει συμφωνία για νέο πρόγραμμα τον Ιούνιο χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η τρέχουσα αξιολόγηση. Είναι αυτό αποδεκτό; Θα χρειαστεί η Ελλάδα ούτως ή άλλως νέο πρόγραμμα προκειμένου να χρηματοδοτήσει τις δημοσιονομικές της ανάγκες;

Από τη στιγμή που εξαγγέλθηκαν οι εκλογές η αυξημένη αβεβαιότητα επηρεάζει καθοδικά την οικονομική δραστηριότητα, ενώ υπάρχει ο κίνδυνος να επηρεάσει και την ευρωστία του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Η σημερινή κατάσταση σαφώς δεν είναι βιώσιμη και οι ελληνικές αρχές πρέπει να αναλάβουν άμεση και αποφασιστική δράση προκειμένου να την αναστρέψουν. Τις τελευταίες ημέρες έχει σημειωθεί απτή πρόοδος ως προς την ποιότητα των διαβουλεύσεων με τους τρεις θεσμούς –ΕΚΤ, Ευρωπαϊκή Επιτροπή και ΔΝΤ– η οποία θα πρέπει να αξιοποιηθεί. Ωστόσο, παραμένουν σημαντικές διαφορές επί της ουσίας και απαιτείται σημαντική περαιτέρω προσπάθεια. Επιθυμούμε την επιτυχή ολοκλήρωση των διαβουλεύσεων. Στις 20 Φεβρουαρίου το Eurogroup αποφάσισε την παράταση του τρέχοντος προγράμματος με ρητό σκοπό να επιτευχθεί πρόοδος ως προς την ολοκλήρωση της αξιολόγησης. Το πρόγραμμα λήγει στις 30 Ιουνίου και το Eurogroup κατέστησε επίσης σαφές ότι ένα νέο πρόγραμμα θα απαιτούσε κατ’ ελάχιστο την επιτυχή και έγκαιρη ολοκλήρωση του τρέχοντος προγράμματος και συνεπώς της τρέχουσας αξιολόγησης. Σε αυτό ακριβώς το θέμα θα πρέπει η ελληνική κυβέρνηση να επικεντρώσει όλη την ενέργειά της. Τα ζητήματα που αφορούν την πιθανή σύναψη νέας συμφωνίας μπορούν να εξεταστούν αργότερα.

Η ελληνική κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι θα πρέπει να λάβει τα κέρδη από το πρόγραμμα SMP χωρίς να έχει ολοκληρωθεί η αξιολόγηση του προγράμματος οικονομικής προσαρμογής, ούτως ώστε να αντιμετωπιστεί η τρέχουσα έλλειψη ρευστότητας. Είναι αυτό εφικτό;

Τα αποκαλούμενα «κέρδη από το πρόγραμμα SMP», δηλαδή τα κέρδη από τα ελληνικά ομόλογα που αποκτήθηκαν στη διάρκεια της κρίσης από την ΕΚΤ στο πλαίσιο του Προγράμματος για τις Αγορές Τίτλων (Securities Markets Programme – SMP), διανέμονται από την ΕΚΤ στις εθνικές κεντρικές τράπεζες και ακολούθως μεταβιβάζονται στα κράτη μέλη. Συνεπώς εναπόκειται σε αυτά να αποφασίσουν πότε θα επιστρέψουν το αντίστοιχο ποσό στην Ελλάδα. Το Eurogroup της 20ής Φεβρουαρίου κατέστησε σαφές ότι μόνο η επιτυχής ολοκλήρωση της αξιολόγησης θα επιτρέψει αυτή τη μεταβίβαση.

Εκφράζονται υποθέσεις ότι η ελληνική κυβέρνηση ίσως να μην είναι σε θέση να καταβάλει την προσεχή δόση στο ΔΝΤ. Ποιες θα ήταν οι συνέπειες μιας τέτοιας εξέλιξης;

Έχετε δίκιο που ρωτάτε. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε όλες τις συνέπειες, άμεσες και έμμεσες, που θα είχε η μη έγκαιρη αποπληρωμή του χρέους για την οικονομία και την κοινωνία. Να σας αναφέρω μόνο μία πολύ σημαντική συνέπεια που θα ήταν ο περιορισμός της ικανότητας των τραπεζών να στηρίζουν την οικονομία. Αν η ελληνική κυβέρνηση αθετούσε την υποχρέωση αποπληρωμής του χρέους της, τότε προφανώς η αξία των κρατικών ομολόγων θα επηρεαζόταν αρνητικά. Αυτό θα σήμαινε ότι οι τράπεζες θα δυσκολεύονταν να αντλήσουν ρευστότητα, τόσο μέσω των αγορών όσο και από το Ευρωσύστημα, καθώς για τον σκοπό αυτό εξαρτώνται επί του παρόντος από τα κρατικά ομόλογα που χρησιμοποιούν ως ασφάλεια. Αυτό με τη σειρά του θα περιόριζε την ικανότητα των τραπεζών να παρέχουν πιστώσεις, κάτι που θα ήταν επιβλαβές για τον ελληνικό λαό γενικότερα. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η κυβέρνηση έχει δηλώσει ρητώς ότι προτίθεται να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της έναντι όλων των πιστωτών της, οπότε δεν επιθυμώ να κάνω υποθέσεις για άλλα, δυσμενέστερα σενάρια.

Διαθέτει το ελληνικό τραπεζικό σύστημα επαρκή κεφαλαιοποίηση ή θα χρειαστεί περαιτέρω κεφαλαιακή ενίσχυση; Αποτελεί η διάσωση με ίδια μέσα (bail-in), όπως εφαρμόστηκε στην Κύπρο, επιλογή;

Η κεφαλαιοποίηση του ελληνικού τραπεζικού τομέα είναι καλύτερη από ό,τι τα προηγούμενα χρόνια λόγω των ενέσεων κεφαλαίου που πραγματοποιήθηκαν την τελευταία διετία στο πλαίσιο του προγράμματος και της συνεχιζόμενης προόδου στην αναδιάρθρωση των τραπεζών. Τα μέτρα αυτά κατέστησαν τις ελληνικές τράπεζες ελκυστικές για τους ξένους επενδυτές, οι οποίοι συμμετείχαν πέρυσι στις αυξήσεις κεφαλαίου. Η ενισχυμένη ανθεκτικότητα επιβεβαιώθηκε επίσης πέρυσι με τη συνολική αξιολόγηση των ισολογισμών των τραπεζών που διενέργησε η ΕΚΤ. Την ίδια στιγμή, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια συνεχίζουν να επηρεάζουν αρνητικά τους ισολογισμούς των τραπεζών. Η πρόοδος που έχει επιτευχθεί στον ελληνικό τραπεζικό τομέα επισκιάζεται σήμερα από την αυξημένη αβεβαιότητα. Εξ ου και η σημασία της άμεσης ανάληψης δράσης σε ζητήματα πολιτικής.

Σύμφωνα με διάφορες αναφορές, η ΕΚΤ έχει ετοιμάσει σχέδια έκτακτης ανάγκης για έλεγχο ροής κεφαλαίων ή υποσχετικές πληρωμών (IOU) για την Ελλάδα. Πώς σχολιάζετε αυτό το ενδεχόμενο και υπό ποιες συνθήκες θα μπορούσαν αυτά τα σχέδια να εφαρμοστούν;

Ο έλεγχος ροής κεφαλαίων δεν αποτελεί υπόθεση εργασίας. Σε κάθε περίπτωση, η ΕΚΤ δεν έχει αρμοδιότητα να λάβει τέτοια μέτρα. Σε αυτά θα μπορούσαν να προσφύγουν οι εθνικές αρχές, δηλαδή η ελληνική κυβέρνηση.

Υπάρχουν όρια για την αύξηση της έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα (ELA) προς το τραπεζικό σύστημα; Αν δεν επιτευχθεί συμφωνία μέχρι τις 11 Μαΐου θα επηρεαστεί η παροχή ELA;

Είμαστε η κεντρική τράπεζα της Ελλάδας και έχουμε επιτελέσει στο ακέραιο τον ρόλο μας για τη στήριξη του τραπεζικού της συστήματος και συνεπώς της ικανότητάς του να χρηματοδοτεί την οικονομία. Αυτό σημαίνει ειδικότερα ότι πάντοτε μεριμνούμε ώστε οι φερέγγυες τράπεζες να έχουν χρηματοδότηση, παρά τις πιέσεις που υφίστανται. Αλλά όπως όλοι, πρέπει να λειτουργούμε στο πλαίσιο του νόμου. Και η Συνθήκη της ΕΕ απαιτεί δυο πράγματα: πρώτον, να δανείζουμε μόνο σε φερέγγυες τράπεζες και δεύτερον να δανείζουμε μόνο εφόσον μας παρέχονται επαρκείς εξασφαλίσεις. Οπότε θα συνεχίσουμε να χορηγούμε ρευστότητα στις ελληνικές τράπεζες, όσο είναι φερέγγυες και διαθέτουν επαρκείς εξασφαλίσεις, όπως συμβαίνει σήμερα. Πράγματι, η βοήθεια που έχουμε παράσχει είναι σημαντική. Ας δούμε τα στοιχεία: η παροχή έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα (emergency liquidity assistance – ELA) αυξάνεται από εβδομάδα σε εβδομάδα από την Τράπεζα της Ελλάδος ανάλογα με τις ανάγκες του συστήματος. Έτσι, επί του παρόντος το ελληνικό τραπεζικό σύστημα λαμβάνει από την κεντρική τράπεζα ρευστότητα ύψους περίπου 110 δισεκ. ευρώ, υπερδιπλάσια από το επίπεδο του Δεκεμβρίου του 2014. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί σε 61% του ελληνικού ΑΕΠ, το υψηλότερο ποσοστό σε οποιαδήποτε χώρα της ζώνης του ευρώ.

Στην τελευταία συνέντευξη Τύπου ο Πρόεδρος της ΕΚΤ, Mario Draghi, δήλωσε ότι κάθε συζήτηση για έξοδο της Ελλάδας από το ευρώ είναι πρόωρη. Ένα τέτοιο σενάριο δεν αποτελεί τεράστιο κίνδυνο για τη ζώνη του ευρώ;

Δεν υπάρχει λόγος να κάνουμε υποθέσεις για ένα τέτοιο σενάριο. Η ζώνη του ευρώ χρειάζεται την Ελλάδα και η Ελλάδα χρειάζεται το ευρώ. Η συντριπτική πλειοψηφία των Ελλήνων επιθυμούν να παραμείνει η χώρα στο ευρώ. Είναι ευθύνη της ελληνικής κυβέρνησης να λάβει τα απαραίτητα μέτρα προκειμένου να διασφαλίσει ότι οι πολιτικές της είναι σύμφωνες με αυτές τις σαφείς προτιμήσεις.

Είναι βιώσιμο το ελληνικό χρέος; Ήταν λάθος που δεν αναδιαρθρώθηκε στην αρχή του προγράμματος; Πώς θα επηρεαστεί η βιωσιμότητα του χρέους αν δεν επιτευχθούν οι στόχοι για την ανάπτυξη, τους δημοσιονομικούς δείκτες και τις ιδιωτικοποιήσεις;

Πρώτα απ’ όλα θα ήθελα να πω ότι με λυπεί που αρκετές από τις πιο πρόσφατες πρωτοβουλίες και ανακοινώσεις σε ζητήματα πολιτικής επιδείνωσαν τις προοπτικές για τη βιωσιμότητα του χρέους. Σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα, η επιβάρυνση και οι κίνδυνοι που συνδέονται με το υψηλό επίπεδο του χρέους περιορίζονται σημαντικά από το γεγονός ότι πάνω από το 60% του ελληνικού χρέους χρηματοδοτείται από την Ευρωπαϊκή Διευκόλυνση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (European Financial Stability Facility – EFSF) και τις κυβερνήσεις των χωρών της ζώνης του ευρώ μέσω διμερών δανείων που έχουν χορηγηθεί με πολύ ευνοϊκούς όρους. Το χαμηλό επιτόκιο των επίσημων δανείων επιδρά θετικά στους δημοσιονομικούς λογαριασμούς και η μακρά μέση διάρκεια του ελληνικού χρέους μειώνει τους κινδύνους αναχρηματοδότησης. Τα επόμενα έτη η Ελλάδα θα κατανέμει στην εξυπηρέτηση του χρέους πολύ μικρότερο ποσοστό του εθνικού εισοδήματος από ό,τι πολλές άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ, όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία και, ιδίως, η Ιταλία. Η ελληνική κυβέρνηση μπορεί να αξιοποιήσει τις ευκαιρίες που δημιουργούνται από αυτή την προτιμησιακή χρηματοδοτική στήριξη που της έχει χορηγηθεί από τους ευρωπαίους εταίρους της για την υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και τη διατήρηση συνετής δημοσιονομικής πορείας, με απώτερο στόχο την επάνοδο στην πλήρη χρηματοδότηση από τις αγορές. Όσον αφορά τις μελλοντικές εξελίξεις, δεν εναπόκειται στην ΕΚΤ να αποφασίσει κατά πόσον η μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα του χρέους θα απαιτήσει περισσότερες προσπάθειες από τα κράτη μέλη. Όσον αφορά το χρέος που διακρατεί η ίδια η ΕΚΤ μέσω του Προγράμματος για τις Αγορές Τίτλων, οι Συνθήκες της ΕΕ δεν μας επιτρέπουν να το διαγράψουμε ούτε να το επιμηκύνουμε.

Τη στιγμή που η υπόλοιπη Ευρώπη ωφελείται ήδη από την ποσοτική χαλάρωση, η Ελλάδα είναι τελείως απομονωμένη από την εξέλιξη αυτή. Δεν υπονομεύει αυτό τις προοπτικές της Ελλάδας για μακροπρόθεσμη ανάπτυξη και, κατά συνέπεια, τη δυνατότητα ταχύτερης μείωσης της ανεργίας; Τι μπορεί να κάνει η ΕΚΤ γι’ αυτό;

Είναι αλήθεια ότι μια συνέπεια της αβεβαιότητας σε ζητήματα πολιτικής που επί του παρόντος επικρατεί στην Ελλάδα είναι ότι η οικονομία ωφελείται λιγότερο από ό,τι θα μπορούσε από την κυκλική αύξηση της ζήτησης στη ζώνη του ευρώ, την οποία η νομισματική μας πολιτική διευκολύνει με ορατά αποτελέσματα. Αυτό είναι ατυχές για την ανάπτυξη και την απασχόληση σε βραχυπρόθεσμο ορίζοντα και αποτελεί έναν ακόμη λόγο για τον οποίο επιθυμούμε αυτή η αβεβαιότητα να τελειώσει το συντομότερο δυνατόν. Σε ό,τι αφορά τη μακροπρόθεσμη ανάπτυξη θα ήθελα, ωστόσο, να διευκρινίσω ότι το πρόγραμμα αγοράς περιουσιακών στοιχείων της ΕΚΤ δεν μπορεί να κάνει πολλά για τη βελτίωση της μακροπρόθεσμης ανάπτυξης στην Ελλάδα ή σε οποιαδήποτε άλλη χώρα της ζώνης του ευρώ. Η πολιτική μας έχει ως στόχο την επαναφορά των ρυθμών πληθωρισμού στη ζώνη του ευρώ σε επίπεδα κάτω αλλά πλησίον του 2%. Το πρόγραμμα μπορεί να οδηγήσει σε μια κυκλική ανάκαμψη, η οποία όμως δεν θα είναι διαρκείας. Η κινητήρια δύναμη που καθοδηγεί την μακροπρόθεσμη ανάπτυξη είναι η ικανότητα για καινοτομίες και για αποδοτική κατανομή του κεφαλαίου και της εργασίας, πράγμα που εξαρτάται από τις μεταρρυθμίσεις που αναλαμβάνουν οι κυβερνήσεις.

Γιατί δεν αγοράζουμε επί του παρόντος ελληνικά ομόλογα; Για να κριθούν τα ομόλογα χωρών της ζώνης του ευρώ κατάλληλα στο πλαίσιο του προγράμματος αγοράς περιουσιακών στοιχείων που έχει θεσπίσει η ΕΚΤ, οι αντίστοιχες χώρες πρέπει να έχουν επαρκώς υψηλή πιστοληπτική διαβάθμιση. Η απαίτηση αυτή αίρεται μόνο στην περίπτωση χωρών που υπάγονται σε πρόγραμμα της ΕΕ/ΔΝΤ το οποίο έχει αξιολογηθεί με επιτυχία, κάτι που δεν συμβαίνει σήμερα στην Ελλάδα.

Σύμφωνα με αξιωματούχους της ελληνικής κυβέρνησης, η ΕΚΤ χρησιμοποιεί τη ρευστότητα ως μέσο εκβιασμού της Ελλάδας. Ο Πρωθυπουργός δήλωσε μάλιστα ότι η ΕΚΤ έχει βάλει θηλιά στην Ελλάδα. Πώς σχολιάζετε τις δηλώσεις αυτές;

Οι αποφάσεις της ΕΚΤ λαμβάνονται με γνώμονα τους ισχύοντες κανόνες. Όχι πολιτικές σκοπιμότητες. Ακολουθώντας αυτούς τους κανόνες, η ΕΚΤ έχει επιτελέσει στο ακέραιο τον ρόλο της ως κεντρική τράπεζα της Ελλάδας, αυξάνοντας συνεχώς την παροχή ρευστότητας προς τις ελληνικές τράπεζες προκειμένου να διασφαλίσει ότι αυτές μπορούν να εξυπηρετήσουν την πραγματική οικονομία. Αυτό που δεν μπορούμε να κάνουμε είναι να χρηματοδοτήσουμε την κυβέρνηση, παραδείγματος χάριν αναχρηματοδοτώντας τις αγορές έντοκων γραμματίων του Δημοσίου από τις ελληνικές τράπεζες τη στιγμή που η Ελλάδα δεν έχει πρόσβαση στις αγορές. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, για πολύ καλούς λόγους, η Συνθήκη της ΕΕ απαγορεύει στις κεντρικές τράπεζες να χρηματοδοτούν την κυβέρνησή τους. Η απαγόρευση αυτή ισχύει για την Ελλάδα όπως και για κάθε άλλη χώρα της ζώνης του ευρώ, και οι αποφάσεις μας έχουν στηριχθεί ακριβώς στους ίδιους κανόνες έναντι της παρούσας κυβέρνησης όπως και έναντι των προηγούμενων κυβερνήσεων. Η ΕΚΤ είναι η κεντρική τράπεζα της Ελλάδας, αλλά και η κεντρική τράπεζα 18 ακόμη χωρών και δεν μπορούμε να παραβαίνουμε τους κανόνες μας κατά περίπτωση. Η ελληνική κυβέρνηση μπορεί να περιορίσει τις δυσκολίες χρηματοδότησης, εφαρμόζοντας πολιτικές που θα ανοίξουν τον δρόμο για εκταμιεύσεις από άλλα κράτη μέλη στο πλαίσιο του προγράμματος και, τελικά, θα αποκαταστήσουν την πρόσβαση στις αγορές. Θα ήθελα επίσης να προσθέσω ότι, επί του παρόντος, η κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ είναι ιδιαίτερα διευκολυντική. Σαφέστατα αυτό λειτουργεί προς όφελος και της Ελλάδας.

Εκπρόσωποι Τύπου