Banking Supervision
Eλληνικά
Menu

«Πιο δυνατοί μαζί»: ελληνική ανάκαμψη και ευρωπαϊκή ολοκλήρωση

5 Σεπτεμβρίου 2014

Άρθρο του Benoît Cœuré, μέλους της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ,
το οποίο δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Τα Νέα» στις 30 Αυγούστου 2014

Η ευρωστία της ευρωπαϊκής μας Πόλεως δοκιμάστηκε βαθύτατα από την κρίση. Η μακροχρόνια άσκηση μη βιώσιμων εθνικών πολιτικών και η ανεπάρκεια των δομών διακυβέρνησης εμφάνισαν ευπάθειες που πυροδότησαν αβεβαιότητα ή και πανικό στις χρηματοπιστωτικές αγορές αλλά, τελικά, και την ανάγκη επίπονης προσαρμογής της κοινωνίας υπό δύσκολες συνθήκες. Τα οικονομικά οφέλη της εισαγωγής του ευρώ ήταν τεράστια. Συγχρόνως, όμως, δημιουργήθηκε η εσφαλμένη αντίληψη ότι οι συμμετέχουσες χώρες θα μπορούσαν να αποκομίζουν τα οφέλη αυτά χωρίς αντάλλαγμα, δηλαδή ότι θα είχαν μόνο δικαιώματα και όχι υποχρεώσεις. Είδαμε πώς οι υπερβολικές ανισορροπίες και οι αναποτελεσματικές δομές επιμέρους χωρών μπορούν να αποσταθεροποιήσουν ολόκληρη τη νομισματική ένωση λόγω της στενής αλληλεξάρτησης των οικονομιών μας. Η κυριότερη πρόκληση των τελευταίων ετών είναι να αντιμετωπιστούν οι ευπάθειες και η μετάδοση αρνητικών επιδράσεων τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Πολλά έχουν επιτευχθεί από τα μέσα του 2010 και μετά, ιδίως στις χώρες που υπάγονται σε προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής. Οι χώρες αυτές δρέπουν τώρα τους καρπούς των επίπονων προσπαθειών τους και εισέρχονται σταδιακά σε τροχιά οικονομικής ανάκαμψης. Ορισμένα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών της Ελλάδας παρουσίασε βελτίωση από ‑14,9% του ΑΕΠ το 2008 σε +0,7% του ΑΕΠ το 2013. Το πρωτογενές δημοσιονομικό αποτέλεσμα (δηλαδή το δημοσιονομικό αποτέλεσμα χωρίς τους τόκους) αναμένεται να μεταβληθεί από έλλειμμα 10,5% του ΑΕΠ το 2009 σε πρωτογενές πλεόνασμα το 2014. Όσον αφορά τη διευκόλυνση της επιχειρηματικής δραστηριότητας, χάρη στις πρόσφατες μεταρρυθμίσεις, η Ελλάδα πραγματοποίησε το 2014 άλμα στην κατάταξη της έκθεσης «Doing Business» που καταρτίζει η Παγκόσμια Τράπεζα, καταλαμβάνοντας την 36η θέση (από την 147η το 2013), αναδείχθηκε δηλαδή έκτη μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αρκετά μπροστά από τη Φινλανδία, τη Γερμανία ή την Αυστρία. Η Ελλάδα αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει προδιαγεγραμμένη πορεία, ότι τα σφάλματα οικονομικής πολιτικής του παρελθόντος μπορούν να διορθωθούν και ότι οι εθνικές μεταρρυθμίσεις σε συνδυασμό με την ευρωπαϊκή αλληλεγγύη μπορούν να οδηγήσουν σε ανάκαμψη της οικονομίας.

Είναι όμως σαφές ότι μένουν πολλά ακόμη να γίνουν: οι επενδύσεις παραμένουν υποτονικές, το ποσοστό ανεργίας είναι απαράδεκτα υψηλό, ενώ πάρα πολλοί Έλληνες βρίσκονται στο όριο της φτώχειας. Παρότι η χρηματοπιστωτική κρίση αποτελεί πλέον παρελθόν, εξακολουθεί να υφίσταται στην ευρωζώνη σημαντικότατο έλλειμμα ανάπτυξης και απασχόλησης. Οι Ευρωπαίοι είναι από κοινού υπεύθυνοι για την αντιμετώπιση αυτών των προκλήσεων. Ο συνδυασμός εθνικών και ευρωπαϊκών προσπαθειών επαναφέρει την Ελλάδα και τις άλλες χώρες που υπάγονται σε προγράμματα οικονομικής προσαρμογής σε τροχιά διατηρήσιμης και κοινής ευημερίας. Σε εθνικό επίπεδο, εξακολουθούν να απαιτούνται σημαντικές μεταρρυθμίσεις στις οικονομικές και χρηματοπιστωτικές δομές των περισσότερων χωρών της ζώνης του ευρώ, μεταξύ άλλων και της Ελλάδας, προκειμένου να καλυφθεί η απόσταση από τις βέλτιστες πρακτικές.

Αυτό πρέπει να γίνει όχι για την εκπλήρωση των προσδοκιών των Βρυξελλών, της Φρανκφούρτης ή της Ουάσιγκτον, αλλά για το συμφέρον των καταναλωτών, των εργαζομένων, των επιχειρήσεων και για λόγους κοινωνικής δικαιοσύνης. Το ίδιο ισχύει και για τις μεγάλες οικονομίες της ζώνης του ευρώ. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΟΟΣΑ, εκτιμάται ότι η εξάλειψη των περιορισμών στον ανταγωνισμό σε βασικούς τομείς της ελληνικής οικονομίας θα μπορούσε να αποφέρει καθαρό όφελος περίπου 5 δισεκατομμυρίων ευρώ. Τόσο οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις όσο και οι μεταρρυθμίσεις του τρόπου διακυβέρνησης μπορούν να συμβάλουν σε μια πιο δίκαιη κοινωνία, για παράδειγμα με την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, της προσοδοθηρίας, των άδικων προνομίων και της διαφθοράς και να ενισχύσουν τη διαφάνεια και τη λογοδοσία κατά τη χάραξη πολιτικής. Επιπλέον, η διατήρηση του σημερινού, πολύ ευνοϊκού χρηματοπιστωτικού περιβάλλοντος στηρίζεται στην προσδοκία ότι αυτές οι μεταρρυθμίσεις θα συνεχιστούν. Στην Ελλάδα αλλά και σε άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ οι μεταρρυθμίσεις είναι προς το συμφέρον των πολιτών και βρίσκονται στα χέρια της κυβέρνησης και του Κοινοβουλίου.

Οι εθνικές προσπάθειες στηρίζονται παράλληλα από πρωτοβουλίες σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Τα τελευταία χρόνια, η Ευρώπη επέδειξε σημαντικό βαθμό αλληλεγγύης προς την Ελλάδα και άλλες χώρες που υπάγονται σε προγράμματα οικονομικής προσαρμογής, δίνοντάς τους τον απαραίτητο χρόνο να σχεδιάσουν και να εφαρμόσουν μέτρα εξισορρόπησης και διαθρωτικές μεταρρυθμίσεις. Οι ευρωπαϊκές πολιτικές, συμπεριλαμβανομένων των μέτρων που έλαβε η ΕΚΤ στο πλαίσιο της αποστολής της να διατηρεί τη σταθερότητα των τιμών, παρείχαν ένα σταθερό σημείο αναφοράς, διασφαλίζοντας την ακεραιότητα της ζώνης του ευρώ και συμβάλλοντας στην μακροοικονομική σταθερότητα. Με τις πρόσφατες αποφάσεις νομισματικής πολιτικής που έλαβε, η ΕΚΤ εξασφάλισε μια ιδιαίτερα διευκολυντική κατεύθυνση της νομισματικής πολιτικής στη ζώνη του ευρώ, αποσυνδέοντάς την από την πολιτική που ακολουθούν οι άλλες βασικές οικονομικές περιοχές. Η ΕΚΤ θα παρέχει πρόσθετη ρευστότητα στις τράπεζες υπό την προϋπόθεση ότι αυτές θα αυξήσουν τις πιστώσεις προς την πραγματική οικονομία και είναι έτοιμη να προσαρμόσει περαιτέρω την κατεύθυνση της νομισματικής της πολιτικής, εφόσον χρειαστεί. Η πολιτική της ΕΕ όσον αφορά τη συνοχή και η Ευρωπαϊκή Τράπεζα Επενδύσεων μπορούν επίσης να στηρίξουν την οικονομική ανάκαμψη, υπό την προϋπόθεση οι διοικητικές δομές σε εθνικό επίπεδο να είναι αρκετά αποτελεσματικές ούτως ώστε τα διαθέσιμα κεφάλαια να μπορούν να διοχετεύονται προς τις πιο παραγωγικές χρήσεις.

Η κυριότερη πρόκληση που θα κληθούμε να αντιμετωπίσουμε τα επόμενα έτη θα είναι να αποτρέψουμε το να εμφανιστούν εκ νέου πλήθος ευπάθειες στη ζώνη του ευρώ, αξιοποιώντας τα διδάγματα που αποκομίσαμε από την Ελλάδα και άλλες χώρες της ζώνης του ευρώ. Η επένδυση στην Ευρώπη θα μας κάνει δυνατότερους και θα εξασφαλίσει στους ευρωπαίους εργαζομένους και στις ευρωπαϊκές εταιρείες τις καλύτερες δυνατές ευκαιρίες για να αντεπεξέλθουν στον παγκόσμιο ανταγωνισμό. Με την ενίσχυση των επιδόσεων στο εθνικό επίπεδο θα θωρακίσουμε την ευρωπαϊκή αλυσίδα αξίας και τη συνοχή της Ευρώπης. Πρόκειται για τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Θα πρέπει να σκεφτούμε και άλλους τρόπους για να αξιοποιήσουμε στο έπακρο τις συνέργειες μεταξύ εθνικών και ευρωπαϊκών προσπαθειών. Κοινό μας μέλημα είναι να διασφαλίσουμε ότι τα επιμέρους κράτη-μέλη συγκλίνουν προς τις βέλτιστες πρακτικές. Μια νέα διαδικασία σύγκλισης θα επέτρεπε σε περισσότερους ευρωπαίους πολίτες να ωφεληθούν από οικονομίες με υψηλή αποδοτικότητα και θα μπορούσε να αποτελέσει τη βάση για μια διατηρήσιμη σύγκλιση των επιπέδων απασχόλησης - και μεσοπρόθεσμα των επιπέδων εισοδήματος - σε χώρες οι οποίες επί του παρόντος παρουσιάζουν υστέρηση. Από τη στιγμή που θα έχει επιτευχθεί επαρκής σύγκλιση, θα πληρούνται οι συνθήκες για τον περαιτέρω επιμερισμό του κινδύνου σε επίπεδο ζώνης ευρώ, για παράδειγμα μέσω μιας ενιαίας δημοσιονομικής αρμοδιότητας με την οποία θα προβλέπεται η κατάλληλη δημοκρατική λογοδοσία.

Καθώς επιδιώκουμε να εξασφαλίσουμε δυνατότερες οικονομίες σε μια πιο δυνατή ένωση, δεν υπάρχει στην ουσία κατάσταση σταθερής ισορροπίας, αλλά η ανάγκη συνεχούς βελτίωσης προς την επίτευξη του κοινού μας στόχου, της σταθερότητας και της συνοχής της ηπείρου μας. Για τον σκοπό αυτό, τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις μεταξύ των κρατών-μελών που χρησιμοποιούν το ίδιο νόμισμα πρέπει να εξελίσσονται κατά τρόπο ώστε να αντανακλούν την αυξημένη αλληλεξάρτησή μας, να ανταποκρίνονται στις νέες προκλήσεις και να συμβάλλουν στην κατάκτηση νέων συνόρων. Όπως είπε και ο Ηράκλειτος, «Πάντα ρει».

Εκπρόσωποι Τύπου