Banking Supervision
Eλληνικά
Menu

Συνέντευξη στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

13 Ιουλίου 2014

Συνέντευξη του Benoît Cœuré, μέλους της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΕΚΤ,
στον Γιάννη Παπαδογιάννη στις 13 Ιουλίου 2014

Έπειτα από παρατεταμένη περίοδο αστάθειας και αβεβαιότητας, οι ελληνικές τράπεζες παρουσιάζουν ενδείξεις σταθεροποίησης. Ποια είναι η δική σας εκτίμηση;

Ο ελληνικός τραπεζικός τομέας έχει σημειώσει μεγάλη πρόοδο τα τελευταία τέσσερα δύσκολα χρόνια. Ανασυγκροτήθηκε σε μεγάλο βαθμό, ενώ ανακεφαλαιοποιήθηκαν και οι τράπεζες. Οι ελληνικές τράπεζες δεν έχουν πλέον ανάγκη έκτακτης ενίσχυσης σε ρευστότητα (ELA) καθώς έχουν κατορθώσει να αποκτήσουν πρόσβαση στις διεθνείς αγορές. Οι ενδείξεις αυτές είναι ενθαρρυντικές. Τώρα αναμένουμε τα αποτελέσματα της συνολικής αξιολόγησης των τραπεζών που διενεργεί η ΕΚΤ, τα οποία θα είναι διαθέσιμα στα τέλη Οκτωβρίου. Μελλοντικά, η κυριότερη πρόκληση που θα πρέπει να αντιμετωπιστεί είναι το υψηλό ποσοστό των μη εξυπηρετούμενων δανείων. Η Τράπεζα της Ελλάδος έχει ήδη ανακοινώσει διάφορες πρωτοβουλίες για το ζήτημα αυτό. Η αλλαγή της νοοτροπίας ορισμένων οφειλετών οι οποίοι, αν και έχουν τη δυνατότητα, δεν εξυπηρετούν τις υποχρεώσεις τους είναι απαραίτητη για την αντιμετώπιση του προβλήματος.

Μέχρι πρόσφατα η Ελλάδα ήταν αποκλειστικά εξαρτημένη από τη χρηματοδοτική στήριξη του δημόσιου τομέα καθώς δεν είχε πρόσβαση στις αγορές. Ωστόσο, οι πρόσφατες επιτυχημένες αυξήσεις κεφαλαίου των τραπεζών και η επιστροφή της Ελλάδας στις αγορές ομολόγων δείχνουν ότι οι ιδιώτες επενδυτές ενδιαφέρονται ολοένα περισσότερο για επενδύσεις σε ελληνικά κρατικά ομόλογα. Πόσο αλλάζει αυτό τα δεδομένα; Μπορεί να βοηθήσει στην ταχύτερη έξοδο της Ελλάδας από την κρίση;

Η βελτίωση των συνθηκών χρηματοδότησης για την Ελλάδα και τις ελληνικές τράπεζες είναι ενθαρρυντική. Ωστόσο, η μετάβαση προς μια ομαλή και τακτική πρόσβαση στις κεφαλαιαγορές θα είναι μακρόχρονη. Οι θετικές εκτιμήσεις των επενδυτών βασίζονται σήμερα στην υπόθεση ότι οι μεταρρυθμίσεις θα συνεχιστούν. Οι ελληνικές αρχές οφείλουν επομένως να συνεχίσουν με αποφασιστικότητα τις μεταρρυθμιστικές τους προσπάθειες.

Τι άλλο θα πρέπει να κάνει η Ελλάδα για να πετύχει την οριστική έξοδό της από την κρίση;

Οι σημαντικές προσαρμογές που έχουν επιτευχθεί μέχρι σήμερα στο πλαίσιο του προγράμματος μακροοικονομικής προσαρμογής έχουν επιτρέψει στην ελληνική οικονομία να εισέλθει σε μια νέα φάση, να μεταβεί δηλαδή από τη σταθεροποίηση στην ανάκαμψη. Επί του παρόντος είναι σημαντικό να διασφαλιστεί ότι η χώρα θα παραμείνει προσηλωμένη στην υλοποίηση μεταρρυθμίσεων με σκοπό να μειωθεί η ανεργία και να επιτευχθεί διατηρήσιμη ανάπτυξη βασιζόμενη σε υγιή δημόσια οικονομικά, εξελίξεις που θα οδηγήσουν στη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης όλων των πολιτών. Αυτό περιλαμβάνει μεταξύ άλλων την επίτευξη των φιλόδοξων δημοσιονομικών στόχων που έχουν τεθεί. Θα ήθελα να τονίσω ότι το άνοιγμα και η απελευθέρωση των αγορών προϊόντων και υπηρεσιών, καθώς και η αποτελεσματικότερη καταπολέμηση των αδικαιολόγητων προνομίων, της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς, έχουν καθοριστική σημασία για την ενδυνάμωση της κοινωνικής δικαιοσύνης και τη μείωση της ανεργίας.

Πολλοί ανησυχούν ότι η άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων (stress test) που διενεργούν η ΕΚΤ και η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών μπορεί να πυροδοτήσει έναν νέο γύρο αβεβαιότητας; Ποιες είναι οι εκτιμήσεις σας για τα αποτελέσματα της άσκησης αυτής;

Δεν είναι πρόσφορο να κάνουμε εικασίες για τα αποτελέσματα της άσκησης όσο αυτή βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Όπως προανέφερα, τα αποτελέσματα του ελέγχου της ποιότητας των στοιχείων ενεργητικού (asset quality review – AQR) που διενεργεί η ΕΚΤ μαζί με τα αποτελέσματα της άσκησης προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων που διενεργεί η Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών (ΕΒΑ) θα δημοσιευθούν το δεύτερο δεκαπενθήμερο του Οκτωβρίου. Η συνολική αξιολόγηση θα ενισχύσει σημαντικά και ομοιόμορφα τη διαφάνεια ως προς την ποιότητα των στοιχείων ενεργητικού των τραπεζών στις διάφορες χώρες. Συνεπώς, θα συμβάλει ουσιαστικά στον περιορισμό της αβεβαιότητας των αγορών σχετικά με την ευρωστία των τραπεζών.

Τι σημαίνει η τραπεζική ένωση για τους Ευρωπαίους πολίτες και για το τραπεζικό σύστημα; Θα είναι ουσιαστική η τραπεζική ένωση, όπως θα επιτευχθεί με όλες τις σχεδιαζόμενες αλλαγές;

Σκοπός της τραπεζικής ένωσης είναι να αντιμετωπίσει ορισμένα από τα κυριότερα αίτια της χρηματοπιστωτικής κρίσης, όπως η ελλιπής επίβλεψη ορισμένων τραπεζών και ο σύνδεσμος μεταξύ τραπεζών και κράτους, παράγοντες οι οποίοι επέτειναν την κρίση. Με τη δημιουργία ίσων όρων ανταγωνισμού και τη διασφάλιση ότι ο έλεγχος των τραπεζών δεν θα επηρεάζεται από εγχώριες σκοπιμότητες, η τραπεζική ένωση θα οδηγήσει σε ένα ανθεκτικότερο και αποδοτικότερο τραπεζικό σύστημα. Αυτό με τη σειρά του θα ωφελήσει την οικονομία και, κατ’ επέκταση, κάθε Ευρωπαίο πολίτη. Επίσης, θα συμβάλει ούτως ώστε οι επιδράσεις των χαμηλών επιτοκίων της ΕΚΤ να μεταδοθούν προς τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Τέλος, η τραπεζική ένωση θα διαθέτει νέους κανόνες για τη διαχείριση τραπεζικών κρίσεων, οι οποίοι θα εξασφαλίζουν ότι οι πρώτοι που θα πληρώνουν τα σφάλματα των τραπεζών θα είναι οι επενδυτές και τελευταίοι οι φορολογούμενοι.

Ειδικότερα για χώρες όπως η Ελλάδα, τι σημαίνει η τραπεζική ένωση για τις τράπεζες και τις επιχειρήσεις;

Από τη στιγμή που θα αντιμετωπιστεί ο κατακερματισμός του τραπεζικού συστήματος της ζώνης του ευρώ, είναι σαφές ότι τα επιτόκια θα διαμορφωθούν σε πιο ομοιόμορφα επίπεδα σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ. Επομένως, θα μειωθεί το κόστος του χρήματος για τις ελληνικές επιχειρήσεις και θα υπάρχουν μεγαλύτερα περιθώρια για επενδύσεις και νέες επιχειρηματικές πρωτοβουλίες. Αυτό με τη σειρά του θα συμβάλει στη μείωση της ανεργίας. Βέβαια, δεν θέλω να πω ότι τα επιτόκια πρέπει να είναι ίδια σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ. Αυτή ήταν η κατάσταση που επικρατούσε πριν από την κρίση και οδήγησε σε απερίσκεπτες επενδυτικές αποφάσεις.

Η ελληνική κρίση δοκίμασε την ανθεκτικότητα και τη συνοχή της ζώνης του ευρώ. Πιστεύετε ότι η κρίση του ευρώ έχει πια ξεπεραστεί;

Η κατάσταση στις χρηματοπιστωτικές αγορές έχει βελτιωθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Τα ασφάλιστρα κινδύνου επί των κρατικών ομολόγων των χωρών που αντιμετωπίζουν δυσχέρειες έχουν υποχωρήσει σημαντικά την τελευταία διετία. Αυτό οφείλεται κυρίως στην πρόοδο της οικονομικής προσαρμογής, ιδίως στις χώρες που υπάγονται σε αντίστοιχο πρόγραμμα, καθώς και στην ενίσχυση των ευρωπαϊκών μηχανισμών για την πρόληψη και τη διαχείριση κρίσεων. Από αυτή την άποψη, οι αποφάσεις για τη θέσπιση ουσιαστικής τραπεζικής ένωσης ήταν καθοριστικής σημασίας. Χάρη στις αποφασιστικές ενέργειες των ευρωπαϊκών θεσμικών οργάνων, οι εκτιμήσεις που διατυπώνονταν για ενδεχόμενη διάλυση της ζώνης του ευρώ έχουν εξαλειφθεί, οπότε υπό αυτή την έννοια η κρίση του ευρώ έχει σίγουρα παρέλθει. Ωστόσο, σε καμία περίπτωση δεν δικαιολογείται ο εφησυχασμός. Η ζώνη του ευρώ έχει πλέον ξεπεράσει τη χρηματοπιστωτική κρίση, αλλά το χρέος – τόσο το δημόσιο όσο και το ιδιωτικό - είναι πολύ υψηλό, ο ρυθμός οικονομικής ανάπτυξης πολύ χαμηλός και το επίπεδο της ανεργίας, ιδίως στους νέους, απαράδεκτο. Η κατάσταση αυτή απαιτεί την ανάληψη αποφασιστικής δράσης.

Αρκούν τα μέτρα που ανακοίνωσε πρόσφατα η ΕΚΤ για την αναζωογόνηση των οικονομιών της ζώνης του ευρώ;

Η διατήρηση των επιτοκίων σε χαμηλά επίπεδα για παρατεταμένη χρονική περίοδο θα βοηθήσει τις οικονομίες να επανέλθουν εντός τροχιάς, ενώ οι στοχευμένες πράξεις πιο μακροπρόθεσμης αναχρηματοδότησης (TLTRO) που θα ξεκινήσουν τον Σεπτέμβριο θα στηρίξουν τα τραπεζικά δάνεια προς τα νοικοκυριά και τις μη χρηματοπιστωτικές επιχειρήσεις. Βέβαια, τα μέτρα που λαμβάνουμε δεν αποτελούν πανάκεια. Εξαλείφουμε κάποια από τα εμπόδια που παρουσιάζονται στην πορεία προς την ανάκαμψη, αλλά η νομισματική πολιτική δεν μπορεί να βελτιώσει την παραγωγικότητα και τη μακροχρόνια ανάπτυξη. Για να γίνει αυτό, πρέπει και οι ίδιες οι χώρες να επιθυμούν να αντικαταστήσουν τις μη αποδοτικές δομές και τα πεπαλαιωμένα μοντέλα. Θα ήθελα να επισημάνω επίσης ότι τέτοιες κινήσεις δεν αντιβαίνουν προς το ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο. Αντιθέτως, οι μεταρρυθμίσεις είναι αναγκαίες για τη διατήρηση του ευρωπαϊκού κοινωνικού μοντέλου, το οποίο σε πολλές χώρες είχε καταστεί μη βιώσιμο από οικονομική άποψη.

Αν τα πρόσφατα μέτρα δεν αποδώσουν τα αναμενόμενα, ποιες είναι οι εναλλακτικές επιλογές της ΕΚΤ; Θα πρέπει να αναμένουμε ακόμη πιο δραστικές πρωτοβουλίες;

Το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ αναλαμβάνει ομόφωνα τη δέσμευση να χρησιμοποιήσει και μη συμβατικά μέσα πολιτικής στο πλαίσιο της αποστολής του, εφόσον κριθεί απαραίτητο για την περαιτέρω αντιμετώπιση των κινδύνων που απορρέουν από μια υπέρμετρα παρατεταμένη περίοδο χαμηλού πληθωρισμού. Όμως το επίκεντρό μας σήμερα είναι να εφαρμόσουμε τα μέτρα που ανακοινώσαμε τον Ιούνιο και να τα αφήσουμε σταδιακά να ασκήσουν τις επιδράσεις τους στην οικονομία.

Τι συζητήσατε κατά τη συνάντησή σας με τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, κ. Τσίπρα; Σας έδωσε την εντύπωση ότι υιοθετεί μια πιο φιλοευρωπαϊκή στάση;

Είναι σημαντικό για την ΕΚΤ να βρίσκεται σε διάλογο με τις πολιτικές δυνάμεις σε όλες τις χώρες, χωρίς βέβαια να θίγεται η ανεξαρτησία της. Στην προκειμένη περίπτωση συζητήσαμε την κατάσταση και τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Επειδή όμως επρόκειτο για ιδιωτική συνάντηση, δεν νομίζω ότι θα ήταν σωστό να σχολιάσω τα λεγόμενα του κυρίου Τσίπρα.

Αυτή τη στιγμή το ΤΧΣ διαθέτει ένα κεφαλαιακό απόθεμα 11 δισ. ευρώ. Θα μπορούσε ένα μέρος ή και το σύνολο να χρησιμοποιηθεί μελλοντικά για την κάλυψη του χρηματοδοτικού κενού;

Το Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) ιδρύθηκε ως μηχανισμός κεφαλαιακής ενίσχυσης του τραπεζικού συστήματος. Πέρα από την παροχή κεφαλαίων στις τράπεζες και την κάλυψη χρηματοδοτικών κενών στο πλαίσιο διαδικασιών εξυγίανσης, τα διαθέσιμα κεφάλαια του ΤΧΣ είχαν σημαντική συμβολή στη στήριξη της εμπιστοσύνης των καταθετών κατά την περίοδο κορύφωσης της κρίσης. Στο μέλλον, είναι σημαντικό να λαμβάνεται υπόψη ο αποφασιστικός ρόλος των αδιάθετων κεφαλαίων του ΤΧΣ, ενώ εναπόκειται στους ειδικούς να εκτιμήσουν ποιο είναι το ύψος των αναγκαίων διαθέσιμων κεφαλαίων του ΤΧΣ. Αυτή η εκτίμηση θα μπορεί να πραγματοποιηθεί μόνο μετά την ολοκλήρωση της συνολικής αξιολόγησης των ελληνικών τραπεζών.

Μετά τη σημαντική δημοσιονομική προσαρμογή που πέτυχαν οι χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, ποια βήματα κρίνονται απαραίτητα στη συνέχεια για την αντιμετώπιση τέτοιων ανισορροπιών;

Η λύση για την έξοδο της ζώνης του ευρώ από την κρίση δεν είναι η συσσώρευση νέου χρέους πάνω στο παλιό: ο βασικός παράγοντας που θα βοηθήσει τη ζώνη του ευρώ να απαλλαγεί από το χρέος είναι η ανάπτυξη. Με άλλα λόγια, η ενίσχυση του μακροχρόνιου δυνητικού ρυθμού ανάπτυξης των οικονομιών μας. Αυτό απαιτεί τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων στις επιμέρους χώρες και την περαιτέρω ενίσχυση του πλαισίου διακυβέρνησης της ζώνης του ευρώ ούτως ώστε να είναι δυνατή μια συλλογική προσέγγιση της οικονομικής μεταρρύθμισης. Οι χώρες που υπάγονται σε προγράμματα, όπως η Ελλάδα, έχουν καταβάλει αξιοσημείωτες προσπάθειες προς αυτή την κατεύθυνση, αλλά οι μεταρρυθμίσεις στις μεγαλύτερες χώρες είναι ακόμη σημαντικότερες για το οικονομικό μέλλον της περιφέρειας.

Ιταλία και Γαλλία ζητούν περισσότερο δραστικά μέτρα από την ΕΚΤ αλλά και αλλαγές στην ευρωπαϊκή πολιτική για την τόνωση της ανάπτυξης. Δεν είναι λογικό μετά τη δημοσιονομική εξυγίανση να δοθεί μεγαλύτερο βάρος στο σκέλος της ανάπτυξης;

Πράγματι, η ανάπτυξη είναι απολύτως αναγκαία, αυτό όμως δεν πρέπει να υπονομεύσει τις απαραίτητες προσπάθειες δημοσιονομικής προσαρμογής. Οι ηγέτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης συμφώνησαν ότι πρέπει να εφαρμοστούν οι ισχύοντες κανόνες. Τα περιθώρια ευελιξίας που παρέχει το Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης δεν θα πρέπει να εξαντλούνται σε σημείο ώστε να χάνει την αξιοπιστία του.

Ως αποτέλεσμα της κρίσης, στην Ελλάδα πραγματοποιήθηκαν αρκετές συγχωνεύσεις και εξαγορές τραπεζών. Θεωρείτε ότι είναι αναγκαία η μεγαλύτερη συγκέντρωση του κλάδου και σε ευρωπαϊκό επίπεδο; Έχουν οι ευρωπαϊκές τράπεζες πλεονάζον δυναμικό;

Η ανασυγκρότηση του τραπεζικού τομέα στην Ελλάδα ήταν φυσικό επακόλουθο της κρίσης. Οι τέσσερις βασικές τράπεζες ενήργησαν ως φορείς ανασυγκρότησης, αποκτώντας τα υγιή στοιχεία των μη βιώσιμων ιδρυμάτων που εξυγιάνθηκαν. Δεν έχω συγκεκριμένη άποψη σχετικά με την ανασυγκρότηση του τραπεζικού τομέα σε επίπεδο ζώνης ευρώ. Πιστεύω ότι θα πρέπει να είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας βασιζόμενης στην αγορά. Αναμένω ότι η τραπεζική ένωση θα βελτιώσει την αποδοτικότητα του κλάδου, διασφαλίζοντας ίσους όρους ανταγωνισμού, υποδεικνύοντας τα μη βιώσιμα επιχειρηματικά μοντέλα και δυσχεραίνοντας τη χρηματοδοτική στήριξη των τραπεζών από το Δημόσιο.

Η εποπτεία των τραπεζών θα είναι πραγματικά κοινή και ενιαία; Μήπως τελικά θα ευνοήσει τις μεγάλες τράπεζες ή τις τράπεζες των μεγάλων χωρών;

Για πρώτη φορά στα χρονικά θα υπάρχει μια πραγματικά πανευρωπαϊκή αρχή εποπτείας, μια αρχή με πραγματικά ευρωπαϊκή αποστολή. Έτσι, θα στηριχθεί η αποτελεσματική εφαρμογή του ενιαίου εγχειριδίου κανόνων που έχει καταρτίσει η ΕBA και συνεπώς η εναρμόνιση των εποπτικών προτύπων στην Ευρώπη. Με την αντιμετώπιση του κανονιστικού αρμπιτράζ και την εξάλειψη της εθνικής μεροληψίας, θα ενισχυθεί σημαντικά η εμπιστοσύνη στην εποπτεία των τραπεζών. Η ΕΚΤ θα διασφαλίζει την ομοιόμορφη εφαρμογή αυστηρών προτύπων εποπτείας σε όλη τη ζώνη του ευρώ. Επιπλέον, με δεδομένο ότι θα ακολουθείται μια περισσότερο ενοποιημένη προσέγγιση, θα ενισχυθεί η αποδοτικότητα ως προς την κατανομή και τη μεταβίβαση ενδοομιλικών κεφαλαίων και ρευστότητας σε ολόκληρη τη ζώνη του ευρώ. Αυτό θα συμβάλει στον περιορισμό του κατακερματισμού των αγορών, στην ενίσχυση της χρηματοπιστωτικής ολοκλήρωσης και στην πλήρη αξιοποίηση των οφελών της ενιαίας αγοράς.

Τα επιτόκια διατηρούνται σε χαμηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα. Τι σημαίνει αυτό για τις τράπεζες και πώς θα μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τη σταδιακή έξοδο από την τρέχουσα χαλαρή νομισματική πολιτική;

Τα επιτόκια θα παραμείνουν στα σημερινά επίπεδα για παρατεταμένη χρονική περίοδο. Μέχρις ότου να ξεκινήσει η έξοδος από αυτό το περιβάλλον, η ανάκαμψη θα έχει ισχυροποιηθεί και, χάρη στην τραπεζική ένωση μεταξύ άλλων, οι τράπεζες θα βρίσκονται σε καλύτερη κατάσταση από ό,τι σήμερα.

Εκπρόσωποι Τύπου