ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Ετήσιοι λογαριασμοί της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τη χρήση που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2007

6 Μαρτίου 2008

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) ενέκρινε σήμερα τους ελεγχθέντες ετήσιους λογαριασμούς της ΕΚΤ για τη χρήση που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2007.

Η ΕΚΤ κατέγραψε πλεόνασμα ύψους 286 εκατ. ευρώ το 2007, έναντι πλεονάσματος ύψους 1.379 εκατ. ευρώ το 2006. Η μείωση αυτή οφείλεται κυρίως στην ανατίμηση του ευρώ έναντι του δολαρίου ΗΠΑ και, σε μικρότερο βαθμό, έναντι του γιεν Ιαπωνίας. Όπως το 2006, με βάση την αξιολόγηση του Διοικητικού Συμβουλίου για την έκθεση της ΕΚΤ σε κινδύνους, ποσό ίσο με το πλεόνασμα μεταφέρθηκε στην πρόβλεψη έναντι κινδύνων συναλλάγματος, επιτοκίων και τιμής χρυσού, με αποτέλεσμα το μηδενισμό του δηλωθέντος καθαρού κέρδους. Η πρόβλεψη αυτή θα χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη ζημιών από την έκθεση σε τέτοιους κινδύνους, ειδικότερα ζημιών από αποτίμηση οι οποίες δεν καλύπτονται από τους λογαριασμούς αναπροσαρμογής. Το ύψος της επανεξετάζεται ετησίως.

Το κανονικό εισόδημα της ΕΚΤ προέρχεται κυρίως από την επένδυση των συναλλαγματικών διαθεσίμων που κατέχει και του καταβεβλημένου κεφαλαίου της ύψους 4,1 δισεκ. ευρώ, καθώς και από τόκους-έσοδα επί του μεριδίου της (8%) στα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια ευρώ. Οι τόκοι-έσοδα αυξήθηκαν το 2007 κυρίως λόγω της ανόδου του οριακού επιτοκίου για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος, βάσει του οποίου υπολογίζονται οι τόκοι που λαμβάνει η ΕΚΤ επί του μεριδίου της στα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια ευρώ στο Ευρωσύστημα.

Οι συνολικοί καθαροί τόκοι-έσοδα της ΕΚΤ ανήλθαν σε 2.421 εκατ. ευρώ από όλες τις πηγές, έναντι 1.972 εκατ. ευρώ το 2006. Αν εξαιρεθούν τόκοι-έσοδα ύψους 2.004 εκατ. ευρώ επί του μεριδίου της στα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια, οι καθαροί τόκοι-έσοδα ανήλθαν σε 417 εκατ. ευρώ, έναντι 653 εκατ. ευρώ το 2006. Η ΕΚΤ κατέβαλε τόκους ύψους 1.357 εκατ. ευρώ στις εθνικές κεντρικές τράπεζες (ΕθνΚΤ) επί των απαιτήσεών τους σε σχέση με τα συναλλαγματικά διαθέσιμα που της μεταβίβασαν.

Το 2007, η ανατίμηση του ευρώ έναντι του δολαρίου ΗΠΑ και, σε μικρότερο βαθμό, του γιεν Ιαπωνίας είχε αποτέλεσμα την απομείωση της αξίας σε ευρώ των στοιχείων ενεργητικού της ΕΚΤ που ήταν εκφρασμένα σε αυτά τα νομίσματα κατά 2,5 δισεκ. ευρώ περίπου, η οποία λογιστικοποιήθηκε στα αποτελέσματα χρήσεως.

Οι διοικητικές δαπάνες της ΕΚΤ για το προσωπικό, τη μίσθωση κτιρίων, αμοιβές εξωτερικών συνεργατών και άλλα αγαθά και υπηρεσίες ήταν 359 εκατ. ευρώ (332 εκατ. ευρώ το 2006). Οι αποσβέσεις πάγιων στοιχείων ενεργητικού ανήλθαν σε 26 εκατ. ευρώ.

Οι ετήσιοι λογαριασμοί θα δημοσιευθούν, μαζί με έκθεση διαχείρισης για τη χρήση που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2007, στην ετήσια έκθεση της ΕΚΤ στις 21 Απριλίου 2008.

Σημείωμα για τον συντάκτη

  1. Λογιστικές πολιτικές της ΕΚΤ: Το Διοικητικό Συμβούλιο έχει θεσπίσει κοινές λογιστικές πολιτικές για το Ευρωσύστημα, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ, σύμφωνα με το άρθρο 26.4 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Καταστατικό του ΕΣΚΤ), οι οποίες έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [1] Οι πολιτικές αυτές, αν και γενικά βασίζονται σε διεθνώς παραδεκτές λογιστικές πρακτικές, έχουν σχεδιαστεί κατά τρόπο ώστε να λαμβάνουν υπόψη την ειδική φύση των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος. Δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα της συντηρητικότητας, λόγω των υψηλών συναλλαγματικών κινδύνων που διατρέχουν οι περισσότερες από αυτές τις κεντρικές τράπεζες. Αυτή η συντηρητική προσέγγιση εφαρμόζεται ιδίως στη διαφορετική αντιμετώπιση των μη πραγματοποιηθέντων κερδών και των μη πραγματοποιηθεισών ζημιών κατά την αναγνώριση εσόδων, καθώς και στην απαγόρευση συμψηφισμού των μη πραγματοποιηθεισών ζημιών που καταγράφονται επί ενός περιουσιακού στοιχείου έναντι μη πραγματοποιηθέντων κερδών που καταγράφονται επί ενός άλλου. Τα μη πραγματοποιηθέντα κέρδη μεταφέρονται απευθείας σε λογαριασμούς αναπροσαρμογής, ενώ οι μη πραγματοποιηθείσες ζημίες στο τέλος της χρήσεως οι οποίες υπερβαίνουν τα υπόλοιπα των λογαριασμών αναπροσαρμογής αντιμετωπίζονται ως έξοδα. Όλες οι ΕθνΚΤ οφείλουν να ακολουθούν αυτές τις πολιτικές για τους σκοπούς της υποβολής εκθέσεων σχετικά με τις πράξεις που διενεργούν στο πλαίσιο του Ευρωσυστήματος και οι οποίες περιλαμβάνονται στις εβδομαδιαίες ενοποιημένες λογιστικές καταστάσεις του Ευρωσυστήματος. Σε γενικές γραμμές, όλες οι ΕθνΚΤ εφαρμόζουν εθελουσίως τις ίδιες πολιτικές με την ΕΚΤ κατά την κατάρτιση των ετήσιων οικονομικών τους καταστάσεων.
  2. Τόκοι από τα συναλλαγματικά διαθέσιμα που μεταβιβάζονται στην ΕΚΤ: Όλες οι ΕθνΚΤ, με τη μεταβίβαση συναλλαγματικών διαθεσίμων στην ΕΚΤ κατά την ένταξή τους στο Ευρωσύστημα, αποκτούν έντοκες απαιτήσεις έναντι της ΕΚΤ για το αντίστοιχο ποσό που μεταβίβασε η καθεμία. Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε ότι οι απαιτήσεις αυτές θα πρέπει να εκφράζονται σε ευρώ και να τοκίζονται σε ημερήσια βάση με το πιο πρόσφατο οριακό επιτόκιο για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος, διορθωμένο ώστε να λαμβάνεται υπόψη το μηδενικό επιτόκιο που εφαρμόζεται επί του μέρους των διαθεσίμων που μεταβιβάστηκε υπό μορφή χρυσού. Για το 2007 προέκυψαν έτσι τόκοι-έξοδα ύψους 1.357 εκατ. ευρώ, έναντι καθαρών τόκων-εσόδων ύψους 1.355 εκατ. ευρώ επί συναλλαγματικών διαθεσίμων.
  3. Διανομή του εισοδήματος της ΕΚΤ από τα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια ευρώ: Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε ότι, από το 2006 και εξής, το εισόδημα αυτό θα οφείλεται στις ΕθνΚΤ εντός του οικονομικού έτους κατά το οποίο συγκεντρώνεται, αλλά θα διανέμεται τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα του επόμενου έτους. [2] Θα διανέμεται στο ακέραιο, εκτός εάν το καθαρό κέρδος της ΕΚΤ για το συγκεκριμένο έτος είναι μικρότερο του εισοδήματός της από τα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια ευρώ. Αυτό συνέβη το 2007, λόγω της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου για μεταφορά στην πρόβλεψη έναντι κινδύνων συναλλάγματος, επιτοκίων και τιμής χρυσού. Βάσει του κατ' εκτίμηση οικονομικού αποτελέσματος της ΕΚΤ για τη χρήση που έληγε στις 31 Δεκεμβρίου 2007, το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε το Δεκέμβριο του 2007 να αναστείλει τη διανομή του συνόλου αυτού του εισοδήματος.


[1] Απόφαση ΕΚΤ/2002/11 της 5ης Δεκεμβρίου 2002 σχετικά με τους ετήσιους λογαριασμούς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ΕΕ L 58 της 3.3.2003, σ. 38, όπως τροποποιήθηκε. Από την 1η Ιανουαρίου 2007, αυτή η απόφαση καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από την απόφαση ΕΚΤ/2006/17, ΕΕ L 348, της 11.12.2006, σ. 38, όπως τροποποιήθηκε.

[2] Απόφαση ΕΚΤ/2005/11 της 17ης Νοεμβρίου 2005 σχετικά με τη διανομή του εισοδήματος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας από τα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια ευρώ μεταξύ των εθνικών κεντρικών τραπεζών των συμμετεχόντων κρατών μελών, ΕΕ L 311 της 26.11.2005, σ. 41.

Εκπρόσωποι Τύπου