ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Ετήσιοι λογαριασμοί της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τη χρήση που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2006

8 Μαρτίου 2007

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) ενέκρινε σήμερα τους ελεγχθέντες ετήσιους λογαριασμούς της ΕΚΤ για τη χρήση που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2006.

Η ΕΚΤ κατέγραψε πλεόνασμα ύψους 1.379 εκατ. ευρώ το 2006, έναντι πλεονάσματος ύψους 992 εκατ. ευρώ το 2005. Όπως το 2005, ποσό ίσο με το πλεόνασμα μεταφέρθηκε σε πρόβλεψη έναντι κινδύνων συναλλάγματος, επιτοκίων και τιμής χρυσού, με αποτέλεσμα το μηδενισμό του δηλωθέντος καθαρού κέρδους. Η πρόβλεψη αυτή θα χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη ζημιών που απορρέουν από την έκθεση σε αυτούς τους κινδύνους, ιδίως ζημιών αποτίμησης που δεν καλύπτονται από τους λογαριασμούς αναπροσαρμογής. Το ύψος της θα επανεξετάζεται ετησίως.

Το κανονικό εισόδημα της ΕΚΤ προέρχεται κυρίως από την επένδυση των συναλλαγματικών διαθεσίμων που κατέχει και του καταβεβλημένου κεφαλαίου της, ύψους 4,1 δισεκ. ευρώ, καθώς και από πιστωτικούς τόκους επί του μεριδίου της (8%) στα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια ευρώ. Οι πιστωτικοί τόκοι αυξήθηκαν το 2006, εξέλιξη η οποία οφείλεται στην άνοδο του οριακού επιτοκίου για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος, βάσει του οποίου υπολογίζονται οι τόκοι που λαμβάνει η ΕΚΤ επί του μεριδίου της στα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια ευρώ στο Ευρωσύστημα, και στην άνοδο των επιτοκίων επί περιουσιακών στοιχείων εκφρασμένων σε δολάρια ΗΠΑ.

Οι συνολικοί καθαροί πιστωτικοί τόκοι της ΕΚΤ ανήλθαν σε 1.972 εκατ. ευρώ από όλες τις πηγές, έναντι 1.270 εκατ. ευρώ το 2005. Αν εξαιρεθούν πιστωτικοί τόκοι ύψους 1.319 εκατ. ευρώ επί του μεριδίου της στα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια, οι καθαροί πιστωτικοί τόκοι ανήλθαν σε 653 εκατ. ευρώ, έναντι 402 εκατ. ευρώ το 2005. Η ΕΚΤ κατέβαλε τόκους ύψους 965 εκατ. ευρώ στις εθνικές κεντρικές τράπεζες (ΕθνΚΤ) επί των απαιτήσεών τους σε σχέση με τα συναλλαγματικά διαθέσιμα που της διαβίβασαν.

Το 2006, η ανατίμηση του ευρώ έναντι του γιεν Ιαπωνίας είχε σαν αποτέλεσμα την απομείωση της αξίας σε ευρώ των εκφρασμένων σε γιεν Ιαπωνίας στοιχείων ενεργητικού της ΕΚΤ κατά 0,6 δισεκ. ευρώ περίπου, η οποία λογιστικοποιήθηκε στα αποτελέσματα χρήσεως. Συμπεριλαμβανομένων των μη πραγματοποιηθεισών ζημιών από μεταβολές τιμών τίτλων η συνολική απομείωση αξίας που λογιστικοποιήθηκε ανήλθε σε 0,7 δισεκ. ευρώ.

Οι διοικητικές δαπάνες της ΕΚΤ για το προσωπικό, τη μίσθωση κτιρίων, αμοιβές εξωτερικών συνεργατών και άλλα αγαθά και υπηρεσίες ήταν 332 εκατ. ευρώ (316 εκατ. ευρώ το 2005). Στο τέλος του 2006, η ΕΚΤ απασχολούσε, σε ισοδύναμα πλήρους απασχόλησης, 1.367 υπαλλήλους με μόνιμη σύμβαση ή με σύμβαση ορισμένου χρόνου (συμπεριλαμβανομένων 138 διοικητικών στελεχών) έναντι 1.351 στο τέλος του 2005. Οι αποσβέσεις πάγιων στοιχείων ενεργητικού ανήλθαν σε 29 εκατ. ευρώ.

Οι ετήσιοι λογαριασμοί θα δημοσιευθούν, μαζί με έκθεση διαχείρισης για τη χρήση που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2006, στην ετήσια έκθεση της ΕΚΤ στις 23 Απριλίου 2007.

Σημείωμα για τον συντάκτη

  1. Λογιστικές πολιτικές της ΕΚΤ: Το Διοικητικό Συμβούλιο έχει θεσπίσει κοινές λογιστικές πολιτικές για το Ευρωσύστημα, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ, σύμφωνα με το άρθρο 26.4 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Καταστατικό του ΕΣΚΤ), οι οποίες έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης [1]. Οι πολιτικές αυτές, αν και γενικά βασίζονται σε διεθνώς παραδεκτές λογιστικές πρακτικές, έχουν σχεδιαστεί κατά τρόπο ώστε να λαμβάνουν υπόψη την ειδική φύση των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος. Δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα της συντηρητικότητας, λόγω των υψηλών συναλλαγματικών κινδύνων που διατρέχουν οι περισσότερες από αυτές τις κεντρικές τράπεζες. Αυτή η συντηρητική προσέγγιση εφαρμόζεται ιδίως στη διαφορετική αντιμετώπιση των μη πραγματοποιηθέντων κερδών και των μη πραγματοποιηθεισών ζημιών κατά την αναγνώριση εσόδων, καθώς και στην απαγόρευση συμψηφισμού των μη πραγματοποιηθεισών ζημιών που καταγράφονται επί ενός περιουσιακού στοιχείου έναντι μη πραγματοποιηθέντων κερδών που καταγράφονται επί ενός άλλου. Τα μη πραγματοποιηθέντα κέρδη μεταφέρονται απευθείας σε λογαριασμούς αναπροσαρμογής, ενώ οι μη πραγματοποιηθείσες ζημίες στο τέλος της χρήσεως οι οποίες υπερβαίνουν τα υπόλοιπα των λογαριασμών αναπροσαρμογής αντιμετωπίζονται ως έξοδα. Όλες οι ΕθνΚΤ οφείλουν να ακολουθούν αυτές τις πολιτικές για τους σκοπούς της υποβολής εκθέσεων σχετικά με τις πράξεις που διενεργούν στο πλαίσιο του Ευρωσυστήματος και οι οποίες περιλαμβάνονται στις εβδομαδιαίες ενοποιημένες λογιστικές καταστάσεις του Ευρωσυστήματος. Σε γενικές γραμμές, όλες οι ΕθνΚΤ εφαρμόζουν εθελουσίως τις ίδιες πολιτικές με την ΕΚΤ κατά την κατάρτιση των ετήσιων οικονομικών τους καταστάσεων.
  2. Τόκοι από τα συναλλαγματικά διαθέσιμα που μεταβιβάζονται στην ΕΚΤ: Όλες οι ΕθνΚΤ, με τη μεταβίβαση συναλλαγματικών διαθεσίμων στην ΕΚΤ κατά την ένταξή τους στο Ευρωσύστημα, αποκτούν έντοκες απαιτήσεις έναντι της ΕΚΤ για το αντίστοιχο ποσό που μεταβίβασε η καθεμία. Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε ότι οι απαιτήσεις αυτές θα πρέπει να εκφράζονται σε ευρώ και να τοκίζονται σε ημερήσια βάση με το πιο πρόσφατο οριακό επιτόκιο για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος, διορθωμένο ώστε να λαμβάνεται υπόψη το μηδενικό επιτόκιο που εφαρμόζεται επί του μέρους των διαθεσίμων που μεταβιβάστηκε υπό μορφή χρυσού. Για το 2006 προέκυψαν έτσι χρεωστικοί τόκοι ύψους 965 εκατομμυρίων ευρώ, έναντι καθαρών πιστωτικών τόκων ύψους 1.318 εκατομμυρίων ευρώ επί συναλλαγματικών διαθεσίμων.
  3. Διανομή του εισοδήματος της ΕΚΤ από τα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια ευρώ: Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε ότι, από το 2006 και εξής, το εισόδημα αυτό θα οφείλεται στις ΕθνΚΤ εντός του οικονομικού έτους κατά το οποίο συγκεντρώνεται, αλλά θα διανέμεται τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα του επόμενου έτους [2]. Θα διανέμεται στο ακέραιο, εκτός εάν το καθαρό κέρδος της ΕΚΤ για το συγκεκριμένο έτος είναι μικρότερο του εισοδήματός της από τα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια ευρώ. Αυτό συνέβη το 2006, λόγω της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου για μεταφορά στην πρόβλεψη έναντι κινδύνων συναλλάγματος, επιτοκίων και τιμής χρυσού. Βάσει του κατ' εκτίμηση οικονομικού αποτελέσματος της ΕΚΤ για τη χρήση που έληγε στις 31 Δεκεμβρίου 2006, το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε το Δεκέμβριο του 2006 να αναστείλει τη διανομή του συνόλου αυτού του εισοδήματος.


[1] Απόφαση ΕΚΤ/2002/11, της 5ης Δεκεμβρίου 2002, σχετικά με τους ετήσιους λογαριασμούς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ΕΕ L 58 της 3.3.2003, σ. 38, όπως τροποποιήθηκε. Από την 1η Ιανουαρίου 2007, αυτή η απόφαση καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από την απόφαση ΕΚΤ/2006/17, ΕΕ L 348, της 11.12.2006, σ. 38.

[2] Απόφαση ΕΚΤ/2005/11 της 17ης Νοεμβρίου 2005 σχετικά με τη διανομή του εισοδήματος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας από τα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια ευρώ μεταξύ των εθνικών κεντρικών τραπεζών των συμμετεχόντων κρατών μελών, ΕΕ L 311 της 26.11.2005, σ. 41. Η απόφαση αυτή κατάργησε την απόφαση ΕΚΤ/2002/9.

Εκπρόσωποι Τύπου