ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

επανεξεταση τησ ποσοτικησ τιμησ αναφορασ για τη νομισματική επέκταση

6 Δεκεμβρίου 2001

Επανεξέταση της τιμής αναφοράς

Κατά τη συνεδρίαση που πραγματοποίησε στις 6 Δεκεμβρίου 2001 το Διοικητικό Συμβούλιο επανεξέτασε την τιμή αναφοράς για τη νομισματική επέκταση και αποφάσισε να επιβεβαιώσει εκ νέου την ισχύουσα τιμή αναφοράς για τη νομισματική επέκταση, δηλαδή ετήσιο ρυθμό αύξησης 41/2% για το ευρύ νομισματικό μέγεθος Μ3. Αυτή η απόφαση ελήφθη με το σκεπτικό ότι τα διαθέσιμα στοιχεία συνεχίζουν να στηρίζουν τις υποθέσεις, βάσει των οποίων το Δεκέμβριο του 1998 καθορίστηκε για πρώτη φορά η τιμή αναφοράς, δηλαδή τις υποθέσεις σχετικά με την αύξηση, με βάση την τάση, της δυνητικής παραγωγής με ρυθμό 2-21/2% και τη μείωση, με βάση την τάση, της εισοδηματικής ταχύτητας κυκλοφορίας του Μ3 με ρυθμό 1/2-1% ετησίως στη ζώνη του ευρώ. Όσον αφορά την υπόθεση σχετικά με την αύξηση, με βάση την τάση, της δυνητικής παραγωγής, το Διοικητικό Συμβούλιο θεωρεί ότι δεν υπάρχουν ακόμη στοιχεία που να υποδεικνύουν σαφώς μια αξιοσημείωτη και διαρκή επιτάχυνση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας στη ζώνη του ευρώ η οποία θα αιτιολογούσε την αναθεώρηση προς τα άνω της εν λόγω υπόθεσης. Το Διοικητικό Συμβούλιο πιστεύει ότι οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις και οι τεχνολογικές καινοτομίες θα μπορούσαν να ασκήσουν μεγάλη επίδραση προς τα άνω στο ρυθμό αύξησης, με βάση την τάση, της παραγωγής. Ωστόσο, αν και έχει σημειωθεί κάποια πρόοδος στον τομέα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, πρέπει να ληφθούν σημαντικά πρόσθετα μέτρα, ιδίως στις αγορές εργασίας και αγαθών, προκειμένου να επιτευχθεί μια διαρκής, ουσιαστική επιτάχυνση του ρυθμού αύξησης της δυνητικής παραγωγής στη ζώνη του ευρώ. Στο πλαίσιο αυτό, το Διοικητικό Συμβούλιο θα εξακολουθήσει να παρακολουθεί τα διαθέσιμα στοιχεία όσον αφορά την εξέλιξη του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας στη ζώνη του ευρώ, τα οποία θα ληφθούν με κατάλληλο τρόπο υπόψη από την ΕΚΤ κατά την άσκηση της νομισματικής της πολιτικής. Το Διοικητικό Συμβούλιο θα επανεξετάσει την τιμή αναφοράς το Δεκέμβριο του 2002.

Η στρατηγική νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ και η τιμή αναφοράς

Το Διοικητικό Συμβούλιο επιθυμεί να υπενθυμίσει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά της τιμής αναφοράς, καθώς και το ρόλο που διαδραματίζει στη στρατηγική νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ.

  1. Στο πλαίσιο του πρώτου πυλώνα, η στρατηγική νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ αποδίδει πρωταγωνιστικό ρόλο στο χρήμα. Προκειμένου να γνωστοποιήσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο του χρήματος στο κοινό, τον Οκτώβριο του 1998 το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε να ανακοινώσει ποσοτική τιμή αναφοράς για το ρυθμό αύξησης του ευρέος νομισματικού μεγέθους Μ3. Τα εμπειρικά στοιχεία που προέκυψαν από διάφορες μελέτες στηρίζουν αυτό τον ρόλο και επιβεβαιώνουν ότι οι συνθήκες για την ανακοίνωση τιμής αναφοράς πληρούνται στη ζώνη του ευρώ. Η επίσημη σειρά στοιχείων για το Μ3 (τα οποία διορθώνονται τώρα ως προς το σύνολο των διαπραγματεύσιμων χρηματοδοτικών μέσων που κατέχουν μη κάτοικοι της ζώνης του ευρώ) παρουσιάζει όλες τις επιθυμητές ιδιότητες, δηλαδή σταθερή σχέση ζήτησης χρήματος και ιδιότητες αξιόπιστου προπορευόμενου δείκτη για τη μελλοντική εξέλιξη των τιμών σε μεσοπρόθεσμους ορίζοντες. Τα εν λόγω στοιχεία ταυτίζονται επίσης με την εμπειρία που έχει αποκομίσει το Διοικητικό Συμβούλιο, ότι δηλαδή από την έναρξη του Τρίτου Σταδίου της Οικονομικής και Νομισματικής Ένωσης η ανάλυση των νομισματικών εξελίξεων παρέχει πολύ χρήσιμα στοιχεία για τη λήψη των αποφάσεων νομισματικής πολιτικής.
  2. Η τιμή αναφοράς, προκειμένου να είναι συμβατή με τη μεσοπρόθεσμη σχέση μεταξύ της ποσότητας χρήματος και των τιμών, καθορίζεται βάσει υποθέσεων για τις μεσοπρόθεσμες τάσεις της εισοδηματικής ταχύτητας κυκλοφορίας του Μ3 και του ρυθμού αύξησης της δυνητικής παραγωγής. Κατά τη συνεδρίαση που πραγματοποίησε στις 6 Δεκεμβρίου 2001, το Διοικητικό Συμβούλιο αξιολόγησε εκ νέου και επιβεβαίωσε τις υποθέσεις βάσει των οποίων καθορίζεται η τιμή αναφοράς, δηλαδή ότι μεσοπρόθεσμα: α) η εισοδηματική ταχύτητα κυκλοφορίας του Μ3 μειώνεται, με βάση την τάση, με ρυθμό από 1/2% έως 1% ετησίως, και β) η δυνητική παραγωγή αυξάνεται, με βάση την τάση, με ρυθμό από 2% έως 21/2% ετησίως. Το Διοικητικό Συμβούλιο, αφού έλαβε υπόψη τον ορισμό της σταθερότητας των τιμών και τις δύο αυτές υποθέσεις, αποφάσισε να επιβεβαιώσει εκ νέου την ισχύουσα τιμή αναφοράς για τη νομισματική επέκταση, δηλαδή ετήσιο ρυθμό αύξησης 41/2% για το Μ3 Επιπλέον, το Διοικητικό Συμβούλιο θα εξακολουθήσει να παρακολουθεί τις νομισματικές εξελίξεις σε σχέση με την τιμή αναφοράς βάσει ενός κινητού μέσου τριών μηνών των ετήσιων ρυθμών αύξησης.
  3. Η τιμή αναφοράς για τη νομισματική επέκταση αποτελεί μεσοπρόθεσμη έννοια. Οι βραχυχρόνιες διακυμάνσεις του Μ3 ενδέχεται να οφείλονται σε ορισμένους πρόσκαιρους παράγοντες και δεν επηρεάζουν απαραίτητα τη μελλοντική εξέλιξη των τιμών. Για το λόγο αυτό, ήδη από το 1998 το Διοικητικό Συμβούλιο είχε καταστήσει σαφές ότι η ανακοίνωση της τιμής αναφοράς δεν συνεπάγεται δέσμευση εκ μέρους της ΕΚΤ ότι θα διορθώνει μηχανιστικά τις αποκλίσεις της νομισματικής επέκτασης από την τιμή αναφοράς. Αντιθέτως, η εξέλιξη του Μ3 αναλύεται διεξοδικά από την ΕΚΤ, σε συνδυασμό με άλλους δείκτες, προκειμένου να εκτιμηθούν οι επιδράσεις της όσον αφορά τους κινδύνους διατάραξης της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα.
  4. Η ανάλυση των αποκλίσεων του ετήσιου ρυθμού αύξησης του Μ3 από την τιμή αναφοράς αποτελεί σημαντικό στοιχείο για την αξιολόγηση των νομισματικών εξελίξεων και των επιδράσεων τους όσον αφορά τη σταθερότητα των τιμών στο μέλλον. Ωστόσο, η νομισματική ανάλυση δεν περιορίζεται στην αξιολόγηση αυτή. Άλλοι νομισματικοί δείκτες (όπως οι συνιστώσες και τα αντίστοιχα μεγέθη του Μ3, ιδίως τα δάνεια) περιέχουν επίσης σημαντικές πληροφορίες. Επιπλέον, είναι σημαντικό να λαμβάνονται υπόψη προηγούμενες αποκλίσεις από την τιμή αναφοράς, οι οποίες δεν περιλαμβάνονται πλέον στους ετήσιους ρυθμούς αύξησης, προκειμένου να επιτευχθεί μια αξιολόγηση, σε ευρεία βάση, των συνθηκών ρευστότητας στη ζώνη του ευρώ. Τέλος, η εξέλιξη του Μ3 πρέπει να αναλύεται σε συνδυασμό με άλλους, μη νομισματικούς δείκτες (π.χ. το ΑΕΠ, τις τιμές, τα επιτόκια και άλλους δείκτες των χρηματοπιστωτικών αγορών), προκειμένου να γίνεται κατανοητή η φύση των διαταραχών που επηρεάζουν τις νομισματικές εξελίξεις και να συνάγονται με τον καλύτερο τρόπο οι ενδείξεις για τη μελλοντική εξέλιξη των τιμών.
  5. Ο σχετικά υψηλός ρυθμός αύξησης του Μ3 που παρατηρείται τους τελευταίους μήνες πρέπει να αξιολογηθεί στο πλαίσιο των παραπάνω. Η πρόσφατη επιτάχυνση του ρυθμού αύξησης του Μ3 μπορεί να εξηγηθεί εν μέρει ως προσαρμογή του Μ3 ύστερα από την απότομη άνοδο του επιπέδου των τιμών λόγω των διαταραχών των τιμών του πετρελαίου και των ειδών διατροφής στη ζώνη του ευρώ και εν μέρει ως αποτέλεσμα των επιδράσεων από τις αλλαγές στη σύνθεση των χαρτοφυλακίων των επενδυτών. Οι εν λόγω αλλαγές προκλήθηκαν αρχικά από τη σχετικά οριζόντια καμπύλη αποδόσεων και τις εξελίξεις στις χρηματιστηριακές αγορές και, πιο πρόσφατα, από την απότομη αύξηση της αβεβαιότητας στις χρηματοπιστωτικές αγορές μετά τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου. Το Διοικητικό Συμβούλιο, αφού έλαβε επίσης υπόψη τη συνεχιζόμενη μείωση του ρυθμού αύξησης των πιστώσεων προς τον ιδιωτικό τομέα, κατέστησε σαφές ότι δεν βλέπει κινδύνους διατάραξης της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα οι οποίοι να απορρέουν από τις πρόσφατες νομισματικές εξελίξεις. Λόγω της τρέχουσας αβεβαιότητας στις οικονομικές και χρηματοπιστωτικές αγορές, η ερμηνεία των νομισματικών εξελίξεων στο εγγύς μέλλον είναι πιθανώς δυσκολότερη από ό,τι κάτω από φυσιολογικές συνθήκες -γεγονός που ισχύει και για άλλους δείκτες. Συνεπώς, αυτές οι εξελίξεις θα πρέπει να αξιολογούνται με προσοχή. Ωστόσο, σε περίπτωση που υποχωρήσει η αβεβαιότητα που επικρατεί σήμερα στις οικονομικές και χρηματοπιστωτικές αγορές, θα πρέπει να αξιολογηθεί εκ νέου με προσοχή οποιαδήποτε πλεονάζουσα ρευστότητα εξακολουθεί να διατηρείται στην οικονομία, για να διαπιστωθεί κατά πόσο σηματοδοτεί κινδύνους διατάραξης της σταθερότητας των τιμών στο μέλλον.
  6. Το Διοικητικό Συμβούλιο επιθυμεί επίσης να υπενθυμίσει ότι η στρατηγική νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ χρησιμοποιεί δύο πυλώνες για την αξιολόγηση των κινδύνων διατάραξης της σταθερότητας των τιμών στο μέλλον. Η νομισματική ανάλυση πρέπει πάντοτε να συνδυάζεται με τα στοιχεία που προκύπτουν στο πλαίσιο του δεύτερου πυλώνα της στρατηγικής νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, ο οποίος χρησιμοποιεί άλλους οικονομικούς και χρηματοοικονομικούς δείκτες για την αξιολόγηση των κινδύνων διατάραξης της σταθερότητας των τιμών. Αυτή η διαφοροποιημένη προσέγγιση της ανάλυσης προάγει τη διασταύρωση στοιχείων και λαμβάνει υπόψη διάφορες ερμηνείες αυτών των στοιχείων, μειώνοντας κατ1 αυτό τον τρόπο τον κίνδυνο σφαλμάτων πολιτικής σε ένα περιβάλλον αβεβαιότητας.

Εκπρόσωποι Τύπου