Το αρνητικό επιτόκιο της ΕΚΤ

12 Ιουνίου 2014

Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει αναλάβει την αποστολή να διασφαλίζει τη σταθερότητα των τιμών. Για τον λόγο αυτό, έχει ορίσει ως στόχο τη διατήρηση του ρυθμού πληθωρισμού σε επίπεδο χαμηλότερο αλλά πλησίον του 2% μεσοπρόθεσμα. Όπως οι περισσότερες κεντρικές τράπεζες, η ΕΚΤ επηρεάζει τον πληθωρισμό μέσω των αποφάσεών της για τα επιτόκια. Όταν μια κεντρική τράπεζα θέλει να αποτρέψει την πολύ μεγάλη άνοδο του πληθωρισμού, αυξάνει συνήθως τα επιτόκια, με αποτέλεσμα ο δανεισμός να γίνεται ακριβότερος και η αποταμίευση ελκυστικότερη. Αντιθέτως, όταν θέλει να αντιμετωπίσει την πολύ μεγάλη πτώση του πληθωρισμού, μειώνει τα επιτόκια.
Από τη στιγμή που αναμένεται ότι ο ρυθμός πληθωρισμού της ζώνης του ευρώ θα παραμείνει σημαντικά χαμηλότερος του 2% για παρατεταμένη χρονική περίοδο, το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ έκρινε απαραίτητη τη μείωση των επιτοκίων. Η ΕΚΤ καθορίζει τρία βασικά επιτόκια: το επιτόκιο της διευκόλυνσης οριακής χρηματοδότησης για την παροχή ρευστότητας μίας ημέρας στις τράπεζες, το επιτόκιο των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης και το επιτόκιο της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων. Το επιτόκιο των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης είναι το επιτόκιο το οποίο καταβάλλουν οι τράπεζες προκειμένου να αντλούν ανά τακτά διαστήματα ρευστότητα από την ΕΚΤ, ενώ το επιτόκιο της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων είναι το επιτόκιο που λαμβάνουν οι τράπεζες για τα κεφάλαια που καταθέτουν στην κεντρική τράπεζα. Και τα τρία επιτόκια μειώθηκαν.
Προκειμένου να διασφαλιστεί η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς χρήματος εντός της οποίας οι εμπορικές τράπεζες δανείζουν κεφάλαια η μία στην άλλη, τα επιτόκια αυτά δεν θα πρέπει να διαμορφώνονται σε επίπεδα πολύ κοντινά μεταξύ τους. Από τη στιγμή που το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων βρισκόταν ήδη στο 0% και το επιτόκιο κύριας αναχρηματοδότησης στο 0,25%, η μείωση του επιτοκίου κύριας αναχρηματοδότησης στο 0,15% είχε ως αποτέλεσμα να μειωθεί και το επιτόκιο αποδοχής καταθέσεων στο −0,10% προκειμένου να διατηρηθεί αυτή η απόσταση.
Η μείωση των επιτοκίων αποτελεί μέρος ενός συνδυασμού μέτρων που αποσκοπούν στη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα, η οποία αποτελεί απαραίτητη προϋπόθεση για μια διατηρήσιμη ανάπτυξη στη ζώνη του ευρώ.

Θα πρέπει στο εξής να πληρώνω την τράπεζά μου για τις αποταμιεύσεις μου; Πώς θα επηρεάσει το αρνητικό επιτόκιο τις αποταμιεύσεις μου;

Το αρνητικό επιτόκιο δεν θα έχει καμία άμεση επίδραση στις αποταμιεύσεις σας. Μόνο οι τράπεζες που καταθέτουν χρήματα σε ορισμένους λογαριασμούς στην ΕΚΤ πρέπει να καταβάλλουν αυτό το επιτόκιο. Οι εμπορικές τράπεζες μπορούν φυσικά να αποφασίσουν να μειώσουν τα επιτόκια που προσφέρουν στους αποταμιευτές. Ταυτόχρονα όμως οι καταναλωτές και οι επιχειρήσεις θα μπορούν να δανείζονται φθηνότερα, πράγμα που συμβάλλει στην τόνωση της οικονομικής ανάκαμψης.
Σε μια οικονομία της αγοράς, η απόδοση της αποταμίευσης καθορίζεται από την προσφορά και τη ζήτηση. Για παράδειγμα, τα μακροπρόθεσμα επιτόκια είναι χαμηλά όταν ο ρυθμός ανάπτυξης είναι χαμηλός και η απόδοση κεφαλαίου ανεπαρκής. Στην ουσία, οι αποφάσεις της ΕΚΤ για τα επιτόκια θα ωφελήσουν σε τελική ανάλυση τους αποταμιευτές επειδή στηρίζουν την ανάπτυξη και κατ' επέκταση δημιουργούν ένα περιβάλλον που ευνοεί τη σταδιακή επάνοδο των επιτοκίων σε υψηλότερα επίπεδα.

Ποιος ο λόγος όμως να «τιμωρούνται» οι αποταμιευτές και να «ανταμείβονται» οι δανειολήπτες;

Η βασική δραστηριότητα μιας κεντρικής τράπεζας είναι να καθιστά περισσότερο ή λιγότερο ελκυστική την αποταμίευση ή τον δανεισμό για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση δεν λειτουργεί με την έννοια της «τιμωρίας» ή της «ανταμοιβής». Όταν μειώνει τα επιτόκια και επομένως καθιστά λιγότερο ελκυστική την αποταμίευση και περισσότερο ελκυστικό τον δανεισμό, η κεντρική τράπεζα ενθαρρύνει τους καταναλωτές να δαπανούν χρήματα ή να πραγματοποιούν επενδύσεις. Αντιστοίχως, όταν αυξάνει τα επιτόκια, η κεντρική τράπεζα στρέφει τους καταναλωτές περισσότερο προς την αποταμίευση και τη μείωση των δαπανών γενικά. Έτσι βοηθά να επιβραδυνθεί η δραστηριότητα σε μια οικονομία που πλήττεται από υψηλό πληθωρισμό. Αυτός ο τρόπος δράσης δεν είναι χαρακτηριστικός της ΕΚΤ μόνο, αλλά ακολουθείται από όλες τις κεντρικές τράπεζες.

Μπορούν οι τράπεζες να αποφύγουν το αρνητικό επιτόκιο; Δεν μπορούν, για παράδειγμα, απλώς να κρατήσουν μεγαλύτερη ποσότητα τραπεζογραμματίων στην κατοχή τους;

Όταν μια τράπεζα έχει στην κατοχή της μεγαλύτερη ποσότητα χρήματος από ό,τι απαιτείται στο πλαίσιο των υποχρεωτικών ελάχιστων αποθεματικών και δεν είναι πρόθυμη να το δανείσει σε άλλες εμπορικές τράπεζες, τότε υπάρχουν δύο μόνο δυνατότητες: είτε να καταθέσει το χρήμα σε λογαριασμό στην κεντρική τράπεζα είτε να το διατηρήσει στην κατοχή της με τη μορφή μετρητών. Η δεύτερη αυτή δυνατότητα συνεπάγεται όμως κάποιο κόστος − ιδίως από τη στιγμή που η τράπεζα πρέπει να διαθέτει εξαιρετικά ασφαλείς εγκαταστάσεις αποθήκευσης. Επομένως, είναι μάλλον απίθανο μια τράπεζα να επιλέξει αυτή τη δυνατότητα. Το πιθανότερο είναι ότι οι τράπεζες είτε θα δανείσουν χρήμα σε άλλες τράπεζες είτε θα καταβάλουν το αρνητικό επιτόκιο της διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων.