«Απαλλοτριώνει» η ΕΚΤ τις αποταμιεύσεις;

18 Μαΐου 2015

Ισοδυναμεί το χαμηλό επίπεδο των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ με φορολόγηση των αποταμιευτών; Συνήθως διατυπώνεται η εξής κατηγορία: η κεντρική τράπεζα έχει μειώσει τόσο πολύ το βασικό επιτόκιο, ώστε οι απλοί άνθρωποι δεν λαμβάνουν πια τόκους για τις αποταμιεύσεις τους. Τα χαμηλά επιτόκια καθιστούν φθηνότερα τα δάνεια για τους δανειολήπτες. Στο τέλος, όμως, δεν απομένει σχεδόν τίποτα για τους πιστωτές. Υπεύθυνη γι' αυτό είναι η κεντρική τράπεζα. Σήμερα, μια μελέτη βάζει τα πράγματα στη θέση τους.

Σύμφωνα με τη μελέτη, το πραγματικό εισόδημα των αποταμιευτών - δηλαδή το εισόδημα μετά τον συνυπολογισμό του πληθωρισμού - δεν καθορίζεται πιο μακροπρόθεσμα από την κεντρική τράπεζα. Η πραγματική απόδοση των επενδύσεων μεσοπρόθεσμα εξαρτάται μάλλον από την ευρηματικότητα και τη ζωτικότητα της οικονομίας, την ποιότητα του οδικού δικτύου και των λοιπών υποδομών, την ευελιξία της αγοράς εργασίας και τον βαθμό στον οποίο οι κυβερνητικές πολιτικές ευνοούν την ανάπτυξη. Οι πραγματικές αποδόσεις δημιουργούνται από την πραγματική οικονομία. Οι συγγραφείς της μελέτης, Ulrich Bindseil (ΕΚΤ), Jörg Zeuner (KfW) και Clemens Domnick (KfW), διατείνονται ότι με τη διασφάλιση της σταθερότητας των τιμών η κεντρική τράπεζα στηρίζει τη διαδικασία αυτή. Αν η ΕΚΤ ασκούσε εσκεμμένα απρόσφορη νομισματική πολιτική, αυτό θα μπορούσε να λειτουργήσει ως μια επιπλέον τροχοπέδη στην οικονομία και, κατά συνέπεια, στις μακροπρόθεσμες προοπτικές κερδών για τους αποταμιευτές.

Η εξασθένηση της οικονομίας και τα χαμηλά επιτόκια που συνδέονται με αυτήν προκαλούν έντονη ανησυχία σε όλους τους αποταμιευτές της ζώνης του ευρώ. Λόγω των χαμηλών αποδόσεων χρειάζεται πολύ περισσότερος χρόνος για να αποταμιευθεί το επιθυμητό ποσό. Μπορεί να χρειαστεί να αναβληθεί η αγορά ενός καινούργιου αυτοκινήτου ή να μπουν στην άκρη περισσότερα χρήματα για να εξασφαλιστεί η ίδια ιδιωτική συμπληρωματική σύνταξη. Αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν παίζει ρόλο το ύψος του ονομαστικού επιτοκίου της επένδυσης. Αυτό που έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία είναι η απόδοση της αποταμίευσης μετά την αφαίρεση της νομισματικής υποτίμησης λόγω πληθωρισμού. Οι συγγραφείς της μελέτης «Critique of accommodating central bank policies», η οποία δημοσιεύθηκε από την ΕΚΤ, κάνουν αυτήν τη διάκριση. Επισημαίνουν ότι η κεντρική τράπεζα επηρεάζει τα ονομαστικά επιτόκια - δηλαδή τα επιτόκια πριν από τον συνυπολογισμό του πληθωρισμού. Εντούτοις, σύμφωνα με τους Ulrich Bindseil, Jörg Zeuner και Clemens Domnick, οι αποφασιστικής σημασίας πραγματικές αποδόσεις για τους αποταμιευτές εξαρτώνται από πραγματικούς παράγοντες, όπως η καινοτομία,οι δημογραφικές εξελίξεις και οι αγορές εργασίας.

Όπως αναφέρουν στη μελέτη τους, η νομισματική πολιτική μπορεί να ασκήσει περιορισμένη επιρροή στις πραγματικές αποδόσεις μόνο βραχυπρόθεσμα - για ένα ή δύο χρόνια. Οι βραχυπρόθεσμες αυτές αποδόσεις όμως δεν έχουν αποφασιστική σημασία για τη μεγάλη πλειονότητα των αποταμιευτών. Πιο μακροπρόθεσμα μάλιστα, μια περιοριστική νομισματική πολιτική σε περιόδους εξασθένησης της οικονομικής δραστηριότητας και χαμηλών ρυθμών πληθωρισμού είναι επιζήμια για τους αποταμιευτές, γιατί η οικονομία εξασθενεί περαιτέρω συμπαρασύροντας την ικανότητα επίτευξης υψηλότερων πραγματικών αποδόσεων. Με άλλα λόγια, δεν είναι όλες οι αυξήσεις των επιτοκίων καλές για τους αποταμιευτές. Τα υπερβολικά υψηλά επιτόκια σε περιόδους εξασθένησης της οικονομικής δραστηριότητας μπορεί να έχουν ως αποτέλεσμα οι αποταμιευτές να κερδίζουν κάπως περισσότερα χρήματα για μικρό χρονικό διάστημα, αλλά μακροπρόθεσμα οδηγούν σε πολύ μεγαλύτερες απώλειες.

Σύμφωνα με τη μελέτη, μια κακή νομισματική πολιτική μπορεί να προκαλέσει αστάθεια και διαταραχές στην οικονομία. Αντιθέτως, μια καλή νομισματική πολιτική αποτελεί μια από τις προϋποθέσεις για διατηρήσιμη και σταθερή ανάπτυξη. Ωστόσο, δεν μπορεί να επηρεάσει τις πραγματικές αποδόσεις των επενδύσεων μεσοπρόθεσμα και πιο μακροπρόθεσμα. Ακόμα και αν αυτό ήταν εφικτό, η αποστολή της ΕΚΤ είναι να διασφαλίζει τη σταθερότητα των τιμών. Για να επιτύχει τον σκοπό αυτόν, η ΕΚΤ επιδιώκει να διατηρεί τον ετήσιο ρυθμό πληθωρισμού λίγο κάτω από το 2%.

Σύμφωνα με τους συγγραφείς της μελέτης, η ιστορία διδάσκει τι συμβαίνει όταν μια κεντρική τράπεζα εγκαταλείπει αυτόν τον σκοπό και ασκεί απρόσφορη νομισματική πολιτική χωρίς να λαμβάνει υπόψη τον πληθωρισμό ή την κατάσταση της οικονομίας. Κατά τη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου και αμέσως μετά τη λήξη του, η Deutsche Reichsbank επέμεινε σε υπερβολικά χαμηλό βασικό επιτόκιο, αγνοώντας τη διαταραχή της ζήτησης που είχε προκληθεί από τον πόλεμο και από την επιτάχυνση των ρυθμών πληθωρισμού. Το τελικό αποτέλεσμα ήταν υπερπληθωρισμός. Η Γερμανία βίωσε και την ακριβώς αντίθετη εμπειρία: στις αρχές της δεκαετίας του 1930, η Reichsbank αύξησε τα επιτόκια παρά την κατάρρευση της οικονομίας και την κατακόρυφη πτώση των τιμών. Το αποτέλεσμα ήταν ένας υφεσιακός φαύλος κύκλος και όξυνση της ύφεσης.

Οι συγγραφείς της μελέτης, Bindseil, Zeuner και Domnick, καταλήγουν στο συμπέρασμα ότι η νομισματική πολιτική δεν είναι σε θέση να προσφέρει διέξοδο από τη φάση βραδείας οικονομικής ανάπτυξης και από το συνακόλουθο χαμηλό επιτόκιο στις αποταμιεύσεις. Οι προτάσεις τους περιλαμβάνουν τη βελτίωση των κινήτρων για έρευνα και ανάπτυξη, την παροχή καλύτερης εκπαίδευσης, την ταχύτερη ένταξη των μεταναστών στην αγορά εργασίας και τη βελτίωση των προϋποθέσεων για ιδιωτικές επενδύσεις. Μια τέτοια κυβερνητική πολιτική η οποία ευνοεί την ανάπτυξη μπορεί να ενδυναμώσει την πραγματική οικονομία. Κατά τους συγγραφείς, αυτός είναι ο μόνος τρόπος για να δημιουργηθούν και πάλι στους κατοίκους της ζώνης του ευρώ προσδοκίες υψηλότερων αποδόσεων για τις επενδύσεις τους.