Πώς λειτουργεί το πρόγραμμα της ΕΚΤ για την αγορά στοιχείων ενεργητικού;

22 Ιανουαρίου 2016(επικαιροποιήθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 2019)

Γιατί είναι απαραίτητο το πρόγραμμα αγοράς στοιχείων ενεργητικού;

Σε ομαλές οικονομικές περιόδους η ΕΚΤ επηρεάζει τις γενικές συνθήκες χρηματοδότησης και, εν τέλει, τις μακροοικονομικές εξελίξεις και τον πληθωρισμό μέσω του καθορισμού των βραχυπρόθεσμων βασικών επιτοκίων. Ωστόσο, ως αποτέλεσμα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης, τα βασικά επιτόκια πλησίασαν το επίπεδο που είναι στην πράξη το ελάχιστο δυνατό (effective lower bound) – το σημείο στο οποίο τυχόν περαιτέρω μείωση θα ασκούσε ελάχιστη ή μηδενική επίδραση. Ως εκ τούτου, η ΕΚΤ έλαβε μη συμβατικά μέτρα προκειμένου να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι που συνδέονται με μια υπέρμετρα παρατεταμένη περίοδο χαμηλού πληθωρισμού και να επανέλθει ο πληθωρισμός κάτω αλλά πλησίον του 2% μεσοπρόθεσμα, δηλαδή σε επίπεδα συμβατά με τον ορισμό του Διοικητικού Συμβουλίου για τη σταθερότητα των τιμών. Η αγορά στοιχείων ενεργητικού είναι ένα από τα μη συμβατικά μέτρα που χρησιμοποιεί η ΕΚΤ για την επίτευξη αυτού του σκοπού. Οι καθαρές αγορές στο πλαίσιο του εν λόγω προγράμματος έληξαν τον Δεκέμβριο του 2018, το πρόγραμμα όμως βρίσκεται σε εξέλιξη καθώς τα ποσά από την εξόφληση τίτλων αποκτηθέντων στο πλαίσιο του προγράμματος κατά τη λήξη τους επανεπενδύονται στο ακέραιο.

Πώς λειτουργεί το πρόγραμμα αγοράς στοιχείων ενεργητικού;

Στο πλαίσιο του διευρυμένου προγράμματος αγοράς στοιχείων ενεργητικού, η ΕΚΤ διενήργησε αγορές ποικίλων στοιχείων ενεργητικού, τα οποία περιλάμβαναν κρατικά ομόλογα, τίτλους που εκδίδονται από ευρωπαϊκά υπερεθνικά ιδρύματα, εταιρικά ομόλογα, τιτλοποιημένες απαιτήσεις και καλυμμένα ομόλογα με ρυθμό από 15 έως 80 δισεκ. ευρώ μηνιαίως. Αυτές οι αγορές επηρεάζουν τις γενικές συνθήκες χρηματοδότησης και, εν τέλει, την οικονομική ανάπτυξη και τον πληθωρισμό, μέσω τριών κύριων διαύλων:

Άμεση μετακύλιση

Όταν η ΕΚΤ αγοράζει στοιχεία ενεργητικού του ιδιωτικού τομέα, όπως τιτλοποιημένες απαιτήσεις και καλυμμένα ομόλογα, που συνδέονται με τραπεζικά δάνεια σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις στην πραγματική οικονομία, η αυξημένη ζήτηση για τα εν λόγω στοιχεία ωθεί την τιμή τους προς τα άνω. Αυτό ενθαρρύνει τις τράπεζες να χορηγούν περισσότερα δάνεια, τα οποία μπορούν στη συνέχεια να χρησιμοποιούν για να εκδίδουν και να πωλούν περισσότερες τιτλοποιημένες απαιτήσεις ή καλυμμένα ομόλογα. Η αυξημένη προσφορά δανείων οδηγεί συνήθως σε μείωση των τραπεζικών επιτοκίων χορηγήσεων για εταιρείες και νοικοκυριά, με αποτέλεσμα να βελτιώνονται οι γενικές συνθήκες χρηματοδότησης.

Αναδιάρθρωση χαρτοφυλακίων

Η ΕΚΤ έχει αγοράσει στοιχεία ενεργητικού του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα από επενδυτές όπως ταμεία συντάξεων, τράπεζες και νοικοκυριά. Αυτοί οι επενδυτές έχουν την επιλογή να επενδύσουν σε άλλα στοιχεία ενεργητικού τα κεφάλαια που λαμβάνουν έναντι των στοιχείων ενεργητικού που πωλούν στην ΕΚΤ. Αυξάνοντας τη ζήτηση για στοιχεία ενεργητικού γενικότερα, αυτός ο μηχανισμός αναδιάρθρωσης χαρτοφυλακίων ωθεί τις τιμές προς τα άνω και τις αποδόσεις προς τα κάτω, ακόμη και για στοιχεία τα οποία δεν εμπίπτουν στο πρόγραμμα αγοράς στοιχείων ενεργητικού. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση του κόστους (του επιτοκίου της αγοράς) για τις εταιρείες που προσπαθούν να αντλήσουν χρηματοδότηση από τις αγορές κεφαλαίων. Ταυτόχρονα, η συμπίεση των αποδόσεων των τίτλων ενθαρρύνει τις τράπεζες να χορηγούν δάνεια σε εταιρείες ή νοικοκυριά. Η αυξημένη προσφορά τραπεζικών χορηγήσεων στην πραγματική οικονομία μειώνει συνήθως το κόστος δανεισμού για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις. Αν, από την άλλη μεριά, οι επενδυτές χρησιμοποιήσουν τα επιπλέον κεφάλαια για να αγοράσουν στοιχεία ενεργητικού με υψηλότερες αποδόσεις εκτός της ζώνης του ευρώ, ενδέχεται επίσης να επέλθει μείωση της συναλλαγματικής ισοτιμίας του ευρώ, γεγονός το οποίο τείνει να ασκεί ανοδική πίεση στον πληθωρισμό.

Τόσο η άμεση μετακύλιση όσο και η αναδιάρθρωση των χαρτοφυλακίων βελτιώνουν τις γενικές συνθήκες χρηματοδότησης για τις εταιρείες και τα νοικοκυριά στη ζώνη του ευρώ. Μειώνοντας το κόστος χρηματοδότησης, οι αγορές στοιχείων ενεργητικού μπορούν να τονώσουν τις επενδύσεις και την κατανάλωση. Η πιο δυναμική ζήτηση τόσο από τις επιχειρήσεις όσο και από τους καταναλωτές θα συμβάλει τελικά στην επαναφορά του πληθωρισμού κάτω αλλά πλησίον του 2% μεσοπρόθεσμα.

Παροχή ενδείξεων

Τέλος, οι αγορές στοιχείων ενεργητικού παρέχουν ενδείξεις στην αγορά ότι η κεντρική τράπεζα θα διατηρήσει τα βασικά επιτόκια σε χαμηλά επίπεδα για παρατεταμένη χρονική περίοδο. Αυτή η παροχή ενδείξεων μειώνει τη μεταβλητότητα και την αβεβαιότητα στην αγορά όσον αφορά τη μελλοντική εξέλιξη των επιτοκίων. Αυτό είναι σημαντικό επειδή λειτουργεί ως γνώμονας για τη λήψη διαφόρων επενδυτικών αποφάσεων. Τα επιτόκια των μακροπρόθεσμων δανείων, για παράδειγμα, θα παραμείνουν χαμηλότερα καθώς οι τράπεζες αναμένουν παρατεταμένη περίοδο χαμηλών επιτοκίων.

Με το πρόγραμμα αγοράς στοιχείων ενεργητικού η ΕΚΤ υπογραμμίζει τη δέσμευσή της να εκπληρώνει την εντολή η οποία της έχει ανατεθεί, μέσω της χρήσης αυτών των διαύλων για την ενεργή αντιμετώπιση των κινδύνων που συνδέονται με μια υπέρμετρα παρατεταμένη περίοδο χαμηλού πληθωρισμού. Με αυτόν τον τρόπο παρέχεται διαβεβαίωση στους επενδυτές ότι ο πληθωρισμός θα διαμορφώνεται σε επίπεδα κάτω αλλά πλησίον του 2% μεσοπρόθεσμα – προϋπόθεση για διαρκή ανάπτυξη σε ένα περιβάλλον σταθερότητας των τιμών.

Επικαιροποίηση: Αυτή η επεξήγηση επικαιροποιήθηκε την 1η Απριλίου 2016, την 1η Απριλίου 2017 και στις 9 Μαρτίου 2018 προκειμένου να ληφθούν υπόψη οι αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου για τη μεταβολή του μηνιαίου ύψους αγορών στο πλαίσιο του προγράμματος στοιχείων ενεργητικού, καθώς και στις 28 Φεβρουαρίου 2019 προκειμένου να ληφθεί υπόψη η ολοκλήρωση των καθαρών αγορών στοιχείων ενεργητικού και η έναρξη της φάσης επανεπένδυσης.