ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Ετήσιοι λογαριασμοί της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τη χρήση που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2010

3 Μαρτίου 2011

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) ενέκρινε σήμερα τους ελεγχθέντες ετήσιους λογαριασμούς της ΕΚΤ για τη χρήση που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2010.

Το 2010 η ΕΚΤ κατέγραψε πλεόνασμα 1.334 εκατ. ευρώ, έναντι πλεονάσματος 2.218 εκατ. ευρώ το 2009. [1] Οι παράγοντες που συνέβαλαν στη μείωση του πλεονάσματος το 2010 ήταν αφενός η μείωση των καθαρών τόκων-εσόδων λόγω χαμηλότερων επιτοκίων τόσο επί των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος όσο και επί των συναλλαγματικών διαθεσίμων σε δολάρια ΗΠΑ και αφετέρου το γεγονός ότι δεν πραγματοποιήθηκαν πωλήσεις χρυσού το 2010.

Στις 31 Δεκεμβρίου 2010, το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε να μεταφέρει ποσό ύψους 1.163 εκατ. ευρώ στην πρόβλεψη έναντι κινδύνων, με αποτέλεσμα η πρόβλεψη αυτή να αυξηθεί και να διαμορφωθεί στο τρέχον όριο ύψους 5.184 εκατ. ευρώ. Κατόπιν τούτου, το δηλωθέν καθαρό κέρδος της ΕΚΤ για το 2010 ανήλθε σε 171 εκατ. ευρώ, το οποίο θα διανεμηθεί στο ακέραιο στις εθνικές κεντρικές τράπεζες (ΕθνΚΤ) της ζώνης του ευρώ, σύμφωνα με την απόφαση που έλαβε το Διοικητικό Συμβούλιο στη σημερινή του συνεδρίαση.

Η πρόβλεψη έναντι κινδύνων προορίζεται για την κάλυψη κινδύνου συναλλάγματος, κινδύνου επιτοκίου, πιστωτικού κινδύνου και κινδύνου τιμής χρυσού. Το ύψος και η αναγκαιότητα αυτής της πρόβλεψης επανεξετάζονται ετησίως.

Το τακτικό εισόδημα της ΕΚΤ προέρχεται κυρίως από την επένδυση των συναλλαγματικών διαθεσίμων που κατέχει και των ιδίων κεφαλαίων της, από τόκους-έσοδα επί του μεριδίου της (8%) στο σύνολο των κυκλοφορούντων τραπεζογραμματίων ευρώ, καθώς και από καθαρούς τόκους-έσοδα από τίτλους αποκτηθέντες για τους σκοπούς της νομισματικής πολιτικής στο πλαίσιο του προγράμματος για την αγορά καλυμμένων ομολογιών (το οποίο ετέθη σε ισχύ τον Ιούλιο του 2009) και του Προγράμματος για τις Αγορές Τίτλων (το οποίο ετέθη σε ισχύ τον Μάιο του 2010).

Οι καθαροί τόκοι-έσοδα το 2010 ήταν 1.422 εκατ. ευρώ (2009: 1.547 εκατ. ευρώ). Περιλάμβαναν τόκους-έσοδα ύψους 654 εκατ. ευρώ από το μερίδιο της ΕΚΤ στα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια ευρώ (2009: 787 εκατ. ευρώ), καθαρούς τόκους-έσοδα ύψους 140 εκατ. ευρώ (2009: 18 εκατ. ευρώ) από τίτλους που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο του προγράμματος αγοράς καλυμμένων ομολογιών και καθαρούς τόκους-έσοδα ύψους 438 εκατ. ευρώ από τίτλους που αποκτήθηκαν στο πλαίσιο του Προγράμματος για τις Αγορές Τίτλων.

Η ΕΚΤ κατέβαλε τόκους ύψους 346 εκατ. ευρώ (2009: 443 εκατ. ευρώ) στις ΕθνΚΤ επί των απαιτήσεών τους σε σχέση με τα συναλλαγματικά διαθέσιμα που της μεταβίβασαν, ενώ οι τόκοι-έσοδα επί των συναλλαγματικών διαθεσίμων ανήλθαν σε 366 εκατ. ευρώ το 2010 (2009: 700 εκατ. ευρώ). Τα πραγματοποιηθέντα κέρδη από χρηματοοικονομικές πράξεις μειώθηκαν από 1.103 εκατ. ευρώ (το 2009) σε 474 εκατ. ευρώ καθώς δεν πραγματοποιήθηκαν πωλήσεις χρυσού το 2010. Υποτιμήσεις ύψους 195 εκατ. ευρώ το 2010 προέκυψαν κυρίως από μη πραγματοποιηθείσες ζημίες επί εμπορεύσιμων τίτλων εκτός αυτών που διακρατούνται για τους σκοπούς της νομισματικής πολιτικής, έναντι υποτιμήσεων ύψους 38 εκατ. ευρώ το 2009.

Οι διοικητικές δαπάνες της ΕΚΤ που περιλαμβάνουν δαπάνες προσωπικού, μισθώματα κτιρίων, αμοιβές εξωτερικών συνεργατών και δαπάνες για άλλα αγαθά και υπηρεσίες ήταν 415 εκατ. ευρώ το 2010 (συμπεριλαμβανομένων αποσβέσεων πάγιων στοιχείων ενεργητικού ύψους 14 εκατ. ευρώ), έναντι 401 εκατ. ευρώ το 2009.

Οι ετήσιοι λογαριασμοί θα δημοσιευθούν, μαζί με έκθεση διαχείρισης για τη χρήση που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2010, στην Ετήσια Έκθεση της ΕΚΤ στις 19 Απριλίου 2011.

Σημείωμα για τον συντάκτη

  1. Λογιστικές πολιτικές της ΕΚΤ: Το Διοικητικό Συμβούλιο έχει θεσπίσει κοινές λογιστικές πολιτικές για το Ευρωσύστημα, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ, σύμφωνα με το άρθρο 26.4 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Καταστατικό του ΕΣΚΤ), οι οποίες έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. [2] Οι πολιτικές αυτές, αν και γενικά βασίζονται σε διεθνώς παραδεκτές λογιστικές πρακτικές, έχουν σχεδιαστεί κατά τρόπο ώστε να λαμβάνουν υπόψη την ειδική φύση των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος. Περιλαμβάνουν την αποτίμηση, σε τιμές της αγοράς, των εμπορεύσιμων τίτλων εκτός αυτών που ταξινομούνται ως διακρατούμενοι μέχρι τη λήξη τους, του χρυσού και όλων των λοιπών στοιχείων ενεργητικού και παθητικού εντός και εκτός ισολογισμού που εκφράζονται σε συνάλλαγμα. Οι εμπορεύσιμοι τίτλοι που ταξινομούνται ως διακρατούμενοι μέχρι τη λήξη τους αποτιμώνται στο κόστος υποκείμενο σε απομείωση. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στο ζήτημα της συντηρητικότητας, λόγω των υψηλών συναλλαγματικών κινδύνων που διατρέχουν οι περισσότερες κεντρικές τράπεζες του Ευρωσυστήματος. Αυτή η συντηρητική προσέγγιση εφαρμόζεται ιδίως στη διαφορετική αντιμετώπιση των μη πραγματοποιηθέντων κερδών και των μη πραγματοποιηθεισών ζημιών κατά την αναγνώριση εσόδων, καθώς και στην απαγόρευση συμψηφισμού των μη πραγματοποιηθεισών ζημιών που καταγράφονται επί ενός περιουσιακού στοιχείου έναντι μη πραγματοποιηθέντων κερδών που καταγράφονται επί ενός άλλου. Τα μη πραγματοποιηθέντα κέρδη μεταφέρονται απευθείας σε λογαριασμούς αναπροσαρμογής, ενώ οι μη πραγματοποιηθείσες ζημίες που καταγράφονται στο τέλος της χρήσης και υπερβαίνουν τα υπόλοιπα των σχετικών λογαριασμών αναπροσαρμογής αντιμετωπίζονται ως έξοδα. Όλες οι ΕθνΚΤ της ζώνης του ευρώ οφείλουν να ακολουθούν αυτές τις πολιτικές για τους σκοπούς της υποβολής εκθέσεων σχετικά με τις πράξεις που διενεργούν στο πλαίσιο του Ευρωσυστήματος και οι οποίες περιλαμβάνονται στις εβδομαδιαίες ενοποιημένες λογιστικές καταστάσεις του Ευρωσυστήματος. Επιπλέον, εφαρμόζουν εθελουσίως τις ίδιες σε γενικές γραμμές πολιτικές με την ΕΚΤ κατά την κατάρτιση των ετήσιων οικονομικών τους καταστάσεων.
  2. Τόκοι από τα συναλλαγματικά διαθέσιμα που έχουν μεταβιβαστεί στην ΕΚΤ: Όλες οι ΕθνΚΤ, με τη μεταβίβαση συναλλαγματικών διαθεσίμων στην ΕΚΤ κατά την ένταξή τους στο Ευρωσύστημα, αποκτούν έντοκες απαιτήσεις έναντι της ΕΚΤ για το αντίστοιχο ποσό που μεταβίβασε η καθεμία. Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε ότι οι απαιτήσεις αυτές εκφράζονται σε ευρώ και τοκίζονται σε ημερήσια βάση με το πιο πρόσφατο οριακό επιτόκιο των πράξεων κύριας αναχρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος, διορθωμένο ώστε να λαμβάνεται υπόψη το μηδενικό επιτόκιο που εφαρμόζεται επί του μέρους των διαθεσίμων που μεταβιβάστηκε υπό μορφή χρυσού.
  3. Διανομή του εισοδήματος της ΕΚΤ από τα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια ευρώ και του καθαρού εισοδήματος από τίτλους αποκτηθέντες στο πλαίσιο του Προγράμματος για τις Αγορές Τίτλων: Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε ότι το εισόδημα αυτό καθίσταται πληρωτέο προς τις ΕθνΚΤ της ζώνης του ευρώ εντός του οικονομικού έτους κατά το οποίο συγκεντρώνεται. Το εισόδημα από τα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια ευρώ διανέμεται τη δεύτερη εργάσιμη ημέρα του επόμενου έτους, ενώ το εισόδημα από τίτλους αποκτηθέντες στο πλαίσιο του Προγράμματος για τις Αγορές Τίτλων διανέμεται την τελευταία εργάσιμη ημέρα του Ιανουαρίου του επόμενου έτους. [3] Και τα δύο ποσά διανέμονται στο ακέραιο, εκτός εάν το καθαρό κέρδος της ΕΚΤ για το συγκεκριμένο έτος υπολείπεται του εισοδήματός της από τα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια ευρώ και του καθαρού εισοδήματος από τίτλους αποκτηθέντες στο πλαίσιο του Προγράμματος για τις Αγορές Τίτλων, και με την επιφύλαξη τυχόν απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου πριν από τη λήξη της χρήσης για μεταφορά μέρους ή του συνόλου αυτού του εισοδήματός στην πρόβλεψη έναντι συναλλαγματικού κινδύνου, κινδύνου επιτοκίου, πιστωτικού κινδύνου και κινδύνου τιμής χρυσού.
  4. Διανομή κερδών/επιμερισμός ζημίας: Δυνάμει του άρθρου 33 του Καταστατικού του ΕΣΚΤ, ποσό που δεν υπερβαίνει το 20% των καθαρών κερδών κάθε έτος μπορεί να μεταφέρεται στο γενικό αποθεματικό, με ανώτατο όριο το 100% του κεφαλαίου της ΕΚΤ. Τα υπόλοιπα καθαρά κέρδη διανέμονται στις ΕθνΚΤ της ζώνης του ευρώ κατ’ αναλογία προς τα καταβεβλημένα μερίδιά τους. Σε περίπτωση ζημίας της ΕΚΤ, αυτή μπορεί να καλυφθεί από το γενικό αποθεματικό της ΕΚΤ και, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, από το νομισματικό εισόδημα του αντίστοιχου οικονομικού έτους, κατ’ αναλογία και μέχρι το ύψος των ποσών που κατανέμονται στις ΕθνΚΤ της ζώνης του ευρώ σύμφωνα με το άρθρο 32.5 του Καταστατικού του ΕΣΚΤ.


[1] Έπειτα από τεχνική προσαρμογή στις 31 Δεκεμβρίου 2009, ποσό ύψους 35 εκατ. ευρώ αποδεσμεύτηκε από την πρόβλεψη της ΕΚΤ έναντι κινδύνων, με συνέπεια το καθαρό αποτέλεσμα για το 2009 να αυξηθεί ελαφρώς σε 2.253 εκατ. ευρώ.

[2] Η Απόφαση ΕΚΤ/2006/17 της 10.11.2006, ΕΕ L 348 της 11.12.2006, σ. 38, όπως τροποποιήθηκε, που περιλαμβάνει τις λεπτομερείς λογιστικές πολιτικές της ΕΚΤ, καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε από την Απόφαση ΕΚΤ/2010/21 της 11.11.2010, ΕΕ L 35 της 9.2.2011, σ. 1, με ισχύ από 31ης Δεκεμβρίου 2010.

[3] Απόφαση EKT/2010/24 της 25.11.2010 σχετικά με την ενδιάμεση διανομή του εισοδήματος της Eυρωπαϊκής Kεντρικής Tράπεζας από τα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια ευρώ και από την αγορά τίτλων βάσει του προγράμματος για τις αγορές τίτλων (αναδιατύπωση), ΕΕ L 6 της 11.1.2011, σ. 35.

Publications

Εκπρόσωποι Τύπου