ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Ετήσιοι λογαριασμοί της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τη χρήση που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2005

16 Μαρτίου 2006

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) ενέκρινε σήμερα τους ελεγχθέντες ετήσιους λογαριασμούς της ΕΚΤ για τη χρήση που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2005.

Η ΕΚΤ κατέγραψε πλεόνασμα ύψους 992 εκατ. ευρώ το 2005. Ίσο ποσό μεταφέρθηκε σε πρόβλεψη έναντι κινδύνων συναλλάγματος, επιτοκίων και τιμής χρυσού, με αποτέλεσμα το μηδενισμό του δηλωθέντος καθαρού κέρδους. Η πρόβλεψη αυτή θα χρησιμοποιηθεί για την κάλυψη ζημιών που απορρέουν από την έκθεση σε αυτούς τους κινδύνους, ιδίως ζημιών αποτίμησης που δεν καλύπτονται από τους λογαριασμούς αναπροσαρμογής. Το ύψος της θα επανεξετάζεται ετησίως.

Αυτό το αποτέλεσμα συγκρίνεται με καθαρή ζημία ύψους 1.636 εκατ. ευρώ το 2004, η οποία οφειλόταν κυρίως στην ανατίμηση του ευρώ έναντι του δολαρίου ΗΠΑ και του γιεν Ιαπωνίας. Το 2005, το ευρώ υποτιμήθηκε έναντι των νομισμάτων αυτών.

Το κανονικό εισόδημα της ΕΚΤ προέρχεται κυρίως από την επένδυση των συναλλαγματικών διαθεσίμων που κατέχει και του καταβεβλημένου κεφαλαίου της, ύψους 4,1 δισεκ. ευρώ, καθώς και από πιστωτικούς τόκους επί του μεριδίου της (8%) στα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια ευρώ. Οι πιστωτικοί τόκοι το 2005 επηρεάστηκαν θετικά από την άνοδο των επιτοκίων επί περιουσιακών στοιχείων εκφρασμένων σε δολάρια ΗΠΑ.

Οι συνολικοί καθαροί πιστωτικοί τόκοι της ΕΚΤ ανήλθαν σε 1.270 εκατ. ευρώ από όλες τις πηγές, έναντι 690 εκατ. ευρώ το 2004. Αν εξαιρεθούν πιστωτικοί τόκοι ύψους 868 εκατ. ευρώ επί του μεριδίου της στα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια, οι καθαροί πιστωτικοί τόκοι ανήλθαν σε 402 εκατ. ευρώ, έναντι καθαρών χρεωστικών τόκων ύψους 43 εκατ. ευρώ το 2004. Η ΕΚΤ κατέβαλε τόκους ύψους 710 εκατ. ευρώ στις εθνικές κεντρικές τράπεζες (ΕθνΚΤ) επί των απαιτήσεών τους σε σχέση με τα συναλλαγματικά διαθέσιμα που της διαβίβασαν.

Οι διοικητικές δαπάνες της ΕΚΤ για το προσωπικό, τη μίσθωση κτιρίων, αμοιβές εξωτερικών συνεργατών και άλλα αγαθά και υπηρεσίες ήταν 316 εκατ. ευρώ (340 εκατ. ευρώ το 2004). Οι δαπάνες προσωπικού μειώθηκαν κυρίως λόγω της μεταβολής της λογιστικής μεθόδου που εφαρμόζεται για την αναγνώριση των καθαρών αναλογιστικών κερδών και ζημιών σε σχέση με το πρόγραμμα συνταξιοδότησης του προσωπικού της ΕΚΤ και τις λοιπές παροχές μετά την έξοδο από την υπηρεσία. Αυτή η μείωση αντισταθμίστηκε εν μέρει από την επίδραση την οποία άσκησε στο συνολικό ύψος των μισθών η αύξηση του αριθμού των υπαλλήλων. Στο τέλος του 2005, η ΕΚΤ απασχολούσε 1.351 υπαλλήλους (συμπεριλαμβανομένων 131 διευθυντικών στελεχών) έναντι 1.309 στο τέλος του 2004. Οι λοιπές διοικητικές δαπάνες υποχώρησαν επίσης, κυρίως λόγω της μείωσης των αμοιβών συμβούλων και εξωτερικών συνεργατών. Οι αποσβέσεις πάγιων στοιχείων ενεργητικού ανήλθαν σε 32 εκατ. ευρώ.

Οι ετήσιοι λογαριασμοί θα δημοσιευθούν, μαζί με έκθεση διαχείρισης για τη χρήση που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2005, στην ετήσια έκθεση της ΕΚΤ στις 25 Απριλίου 2006.

Σημείωμα για τον συντάκτη

  1. Λογιστικές πολιτικές της ΕΚΤ: Το Διοικητικό Συμβούλιο έχει θεσπίσει κοινές λογιστικές πολιτικές για το Ευρωσύστημα, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ, σύμφωνα με το άρθρο 26.4 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Καταστατικό του ΕΣΚΤ), οι οποίες έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης[1]. Οι πολιτικές αυτές, αν και γενικά βασίζονται σε διεθνώς παραδεκτές λογιστικές πρακτικές, έχουν σχεδιαστεί κατά τρόπο ώστε να λαμβάνουν υπόψη την ειδική φύση των κεντρικών τραπεζών του Ευρωσυστήματος. Δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα της συντηρητικότητας, λόγω των υψηλών συναλλαγματικών κινδύνων που διατρέχουν οι περισσότερες από αυτές τις κεντρικές τράπεζες. Αυτή η συντηρητική προσέγγιση εφαρμόζεται ιδίως στη διαφορετική αντιμετώπιση των μη πραγματοποιηθέντων κερδών και των μη πραγματοποιηθεισών ζημιών κατά την αναγνώριση εσόδων, καθώς και στην απαγόρευση συμψηφισμού των μη πραγματοποιηθεισών ζημιών που καταγράφονται επί ενός περιουσιακού στοιχείου έναντι μη πραγματοποιηθέντων κερδών που καταγράφονται επί ενός άλλου. Τα μη πραγματοποιηθέντα κέρδη μεταφέρονται απευθείας σε λογαριασμούς αναπροσαρμογής, ενώ οι μη πραγματοποιηθείσες ζημίες στο τέλος της χρήσεως οι οποίες υπερβαίνουν τα υπόλοιπα των λογαριασμών αναπροσαρμογής αντιμετωπίζονται ως έξοδα. Όλες οι ΕθνΚΤ οφείλουν να ακολουθούν αυτές τις πολιτικές για τους σκοπούς της υποβολής εκθέσεων σχετικά με τις πράξεις που διενεργούν στο πλαίσιο του Ευρωσυστήματος και οι οποίες περιλαμβάνονται στις εβδομαδιαίες ενοποιημένες λογιστικές καταστάσεις του Ευρωσυστήματος. Σε γενικές γραμμές, όλες οι ΕθνΚΤ εφαρμόζουν εθελουσίως τις ίδιες πολιτικές με την ΕΚΤ κατά την κατάρτιση των ετήσιων οικονομικών τους καταστάσεων.
  2. Τόκοι από τα συναλλαγματικά διαθέσιμα που μεταβιβάζονται στην ΕΚΤ: Όλες οι ΕθνΚΤ, με τη μεταβίβαση συναλλαγματικών διαθεσίμων στην ΕΚΤ κατά την ένταξή τους στο Ευρωσύστημα, απέκτησαν έντοκες απαιτήσεις έναντι της ΕΚΤ για το αντίστοιχο ποσό που μεταβίβασε η καθεμία. Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε ότι οι απαιτήσεις αυτές θα πρέπει να εκφράζονται σε ευρώ και να τοκίζονται σε ημερήσια βάση με το πιο πρόσφατο οριακό επιτόκιο για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος, διορθωμένο ώστε να λαμβάνεται υπόψη το μηδενικό επιτόκιο που εφαρμόζεται επί του μέρους των διαθεσίμων που μεταβιβάστηκε υπό μορφή χρυσού. Για το 2005 προέκυψαν έτσι χρεωστικοί τόκοι ύψους 710 εκατομμυρίων ευρώ, έναντι καθαρών πιστωτικών τόκων ύψους 889 εκατομμυρίων ευρώ επί συναλλαγματικών διαθεσίμων.
  3. Διανομή του εισοδήματος της ΕΚΤ από τα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια ευρώ: Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε το 2002 ότι το εισόδημα αυτό θα διανέμεται χωριστά στις ΕθνΚΤ με τη μορφή ενδιάμεσης διανομής μετά το τέλος κάθε τριμήνου[2]. Θα διανέμεται στο ακέραιο, εκτός εάν το καθαρό κέρδος της ΕΚΤ για το συγκεκριμένο έτος είναι μικρότερο του εισοδήματός της από τα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια ευρώ. Αυτό συνέβη το 2005, λόγω της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου για μεταφορά στην πρόβλεψη έναντι κινδύνων συναλλάγματος, επιτοκίων και τιμής χρυσού. Βάσει του κατ' εκτίμηση οικονομικού αποτελέσματος της ΕΚΤ για τη χρήση που έληγε στις 31 Δεκεμβρίου 2005, το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε το Δεκέμβριο του 2005:
    1. (α) να ανακαλέσει τις τρεις τριμηνιαίες ενδιάμεσες διανομές που είχαν ήδη καταβληθεί στις ΕθνΚΤ εντός του έτους, οι οποίες ανέρχονταν συνολικά σε 634 εκατ. ευρώ,
    2. να αναστείλει την τελευταία τριμηνιαία ενδιάμεση διανομή ύψους 234 εκατ. ευρώ.


[1] Απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 5ης Δεκεμβρίου 2002 σχετικά με τους ετήσιους λογαριασμούς της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ/2002/11), ΕΕ L 58 της 3.3.2003, σ. 38, όπως τροποποιήθηκε.

[2] Απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 21ης Νοεμβρίου 2002 σχετικά με τη διανομή του εισοδήματος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας από τα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια ευρώ μεταξύ των εθνικών κεντρικών τραπεζών των συμμετεχόντων κρατών μελών (ΕΚΤ/2002/9), ΕΕ L 323 της 28.11.2002, σ. 49. Η απόφαση αυτή καταργήθηκε με την απόφαση ΕΚΤ/2005/11, ΕΕ L 311 της 26.11.2005, σ. 41, η οποία τέθηκε σε ισχύ στις 18 Νοεμβρίου 2005. Από το 2006, αυτή η διανομή θα πραγματοποιείται μόνο στο τέλος του έτους.

Εκπρόσωποι Τύπου