ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Ετήσιοι λογαριασμοί της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας για τη χρήση που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2003

18 Μαρτίου 2004

Το Διοικητικό Συμβούλιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) ενέκρινε σήμερα τους ελεγχθέντες ετήσιους λογαριασμούς της ΕΚΤ για τη χρήση που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2003.

Η ΕΚΤ πραγματοποίησε καθαρή ζημία ύψους 477 εκατομμυρίων ευρώ το 2003, έναντι κέρδους ύψους 1.220 εκατομμυρίων ευρώ το 2002. Η ζημία αυτή οφειλόταν κυρίως στην εξέλιξη των συναλλαγματικών ισοτιμιών η οποία επηρέασε δυσμενώς την αξία –σε ευρώ– των περιουσιακών στοιχείων της ΕΚΤ που είναι εκφρασμένα σε δολάρια ΗΠΑ, αλλά και στη μείωση των επιτοκίων στο εσωτερικό και το εξωτερικό.

Οι λογιστικές πολιτικές της ΕΚΤ δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στην αρχή της συντηρητικότητας. Σύμφωνα με την αρχή αυτή, οι μη πραγματοποιηθείσες ζημίες από τις διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών και των τιμών της αγοράς όσον αφορά τα συναλλαγματικά διαθέσιμα και το χρυσό που κατέχει η ΕΚΤ αντιμετωπίζονται ως πραγματοποιηθείσες και μεταφέρονται στα αποτελέσματα χρήσεως στο τέλος του έτους. Ωστόσο, τα μη πραγματοποιηθέντα κέρδη από τις διακυμάνσεις των συναλλαγματικών ισοτιμιών και των τιμών της αγοράς όσον αφορά τα συναλλαγματικά διαθέσιμα και το χρυσό που κατέχει η ΕΚΤ δεν αναγνωρίζονται ως κέρδη, αλλά μεταφέρονται απευθείας σε λογαριασμούς αναπροσαρμογής. Το 2003 η ανατίμηση του ευρώ είχε ως αποτέλεσμα να σημειωθεί καθαρή μη πραγματοποιηθείσα ζημία από συναλλαγματικές διαφορές ύψους σχεδόν 4 δισεκατομμυρίων ευρώ, έπειτα από την κατανάλωση των υπολοίπων λογαριασμών αναπροσαρμογής που ανέρχονταν σε 1,7 δισεκατομμύρια ευρώ περίπου στο τέλος του 2002. Η ζημία αυτή καλύφθηκε εν μέρει από την αποδέσμευση ολόκληρης της γενικής πρόβλεψης ύψους 2,6 δισεκατομμυρίων ευρώ που είχε σχηματιστεί παλαιότερα για την κάλυψη συναλλαγματικών κινδύνων και κινδύνων επιτοκίου.

Τα τακτικά έσοδα της ΕΚΤ προέρχονται κυρίως από την επένδυση των συναλλαγματικών διαθεσίμων και του καταβεβλημένου κεφαλαίου της το οποίο ανέρχεται σε 4,1 δισεκατομμύρια ευρώ, καθώς και –από την αρχή του 2002 και μετά– από πιστωτικούς τόκους επί του μεριδίου της (8%) στα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια ευρώ. Το 2003 οι πιστωτικοί τόκοι επηρεάστηκαν δυσμενώς από τα χαμηλά επιτόκια επί των περιουσιακών στοιχείων σε εγχώριο και ξένο νόμισμα. Η ΕΚΤ κατέβαλε τόκους ύψους 808 εκατομμυρίων ευρώ στις εθνικές κεντρικές τράπεζες (ΕθνΚΤ) επί των απαιτήσεών τους σε σχέση με τα συναλλαγματικά διαθέσιμα που μεταβίβασαν στην ΕΚΤ. Οι συνολικοί καθαροί πιστωτικοί τόκοι της ΕΚΤ από όλες τις πηγές ανήλθαν σε 715 εκατομμύρια ευρώ –συμπεριλαμβανομένων 698 εκατομμυρίων ευρώ επί του μεριδίου της στην έκδοση τραπεζογραμματίων ευρώ– έναντι 995 εκατομμυρίων ευρώ το 2002. Επομένως, οι καθαροί πιστωτικοί τόκοι, εκτός των πιστωτικών τόκων επί των τραπεζογραμματίων ευρώ, μειώθηκαν σε 17 εκατομμύρια ευρώ, από 268 εκατομμύρια ευρώ το 2002.

Οι διοικητικές δαπάνες της ΕΚΤ που αφορούν μισθούς και συναφή έξοδα, τη μίσθωση κτιρίων, καθώς και αγαθά και υπηρεσίες, ανήλθαν σε 286 εκατομμύρια ευρώ. Συγκριτικά, οι δαπάνες το 2002 ανέρχονταν συνολικά σε 372 εκατομμύρια ευρώ, αλλά περιλάμβαναν έξοδα ύψους 118 εκατομμυρίων ευρώ αναφορικά με την κεντρική χρηματοδότηση για τη δημιουργία στρατηγικού αποθέματος τραπεζογραμματίων του Ευρωσυστήματος. Οι αποσβέσεις πάγιων στοιχείων ενεργητικού ανήλθαν σε 30 εκατομμύρια ευρώ. Στο τέλος του 2003, η ΕΚΤ απασχολούσε 1.213 υπαλλήλους (εκ των οποίων οι 84 κατείχαν διευθυντικές θέσεις) έναντι 1.105 στο τέλος του 2002.

Κατά τη συνεδρίαση που πραγματοποίησε στις 18 Μαρτίου 2004, το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε να καλύψει την καθαρή ζημία της ΕΚΤ ύψους 477 εκατομμυρίων ευρώ από το γενικό αποθεματικό.

Οι ετήσιοι λογαριασμοί θα δημοσιευθούν επίσης στην Ετήσια Έκθεση της ΕΚΤ στις 27 Απριλίου 2004.

Σημείωμα για τον συντάκτη

  1. Λογιστικές πολιτικές της ΕΚΤ: Το Διοικητικό Συμβούλιο έχει θεσπίσει κοινές λογιστικές πολιτικές για το Ευρωσύστημα, συμπεριλαμβανομένης της ΕΚΤ, σύμφωνα με το άρθρο 26.4 του Καταστατικού του Ευρωπαϊκού Συστήματος Κεντρικών Τραπεζών και της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (Καταστατικό του ΕΣΚΤ), οι οποίες έχουν δημοσιευθεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης.[1] Οι πολιτικές αυτές, μολονότι βασίζονται σε διεθνώς παραδεκτές λογιστικές πρακτικές, λαμβάνουν σοβαρά υπόψη την ειδική φύση των κεντρικών τραπεζών: δίνουν ιδιαίτερη έμφαση στο ζήτημα της συντηρητικότητας, λόγω των υψηλών συναλλαγματικών κινδύνων που διατρέχουν οι κεντρικές τράπεζες. Αυτή η συντηρητική προσέγγιση εφαρμόζεται ιδίως στη διαφορετική αντιμετώπιση των μη πραγματοποιηθέντων κερδών και μη πραγματοποιηθεισών ζημιών κατά την αναγνώριση εσόδων, καθώς και στην απαγόρευση συμψηφισμού των μη πραγματοποιηθεισών ζημιών που καταγράφονται επί ενός περιουσιακού στοιχείου έναντι μη πραγματοποιηθέντων κερδών που καταγράφονται επί ενός άλλου. Όλες οι εθνικές κεντρικές τράπεζες (ΕθνΚΤ) οφείλουν να ακολουθούν αυτές τις πολιτικές για τους σκοπούς της υποβολής εκθέσεων σχετικά με τις πράξεις που διενεργούν στο πλαίσιο του Ευρωσυστήματος και οι οποίες περιλαμβάνονται στις εβδομαδιαίες ενοποιημένες λογιστικές καταστάσεις του Ευρωσυστήματος. Όλες οι ΕθνΚΤ εφαρμόζουν εθελούσια τις ίδιες πολιτικές περίπου με την ΕΚΤ κατά την κατάρτιση των ετήσιων οικονομικών τους καταστάσεων.
  2. Τόκοι από τα συναλλαγματικά διαθέσιμα που μεταβιβάζονται στην ΕΚΤ: Όλες οι ΕθνΚΤ, με τη μεταβίβαση συναλλαγματικών διαθεσίμων στην ΕΚΤ κατά την ένταξή τους στο Ευρωσύστημα, απέκτησαν έντοκες απαιτήσεις έναντι της ΕΚΤ για το αντίστοιχο ποσό που μεταβίβασε η καθεμία. Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε ότι οι απαιτήσεις αυτές θα πρέπει να εκφράζονται σε ευρώ και να τοκίζονται σε ημερήσια βάση με το πιο πρόσφατο επιτόκιο για τις πράξεις κύριας αναχρηματοδότησης του Ευρωσυστήματος (δηλ. σήμερα το επιτόκιο συμφωνιών επαναγοράς σε ευρώ διάρκειας δύο εβδομάδων), διορθωμένο ώστε να λαμβάνεται υπόψη το μηδενικό επιτόκιο που εφαρμόζεται επί του μέρους των διαθεσίμων που μεταβιβάστηκε υπό μορφή χρυσού. Για το 2003 προέκυψαν έτσι χρεωστικοί τόκοι ύψους 808 εκατομμυρίων ευρώ περίπου, έναντι καθαρών πιστωτικών τόκων ύψους 541 εκατομμυρίων ευρώ επί συναλλαγματικών διαθεσίμων.
  3. Επιμερισμός ζημίας: Σύμφωνα με το άρθρο 33.2 του Καταστατικού του ΕΣΚΤ, σε περίπτωση ζημίας της ΕΚΤ, η ζημία αυτή δύναται να καλυφθεί ως ακολούθως: Η ζημία αυτή μπορεί να καλυφθεί από το γενικό αποθεματικό της ΕΚΤ και, εφόσον κρίνεται αναγκαίο, έπειτα από απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου, από το νομισματικό εισόδημα του αντίστοιχου οικονομικού έτους.
  4. Διανομή του εισοδήματος της ΕΚΤ από τα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια ευρώ: Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε ότι το εισόδημα αυτό θα διανέμεται χωριστά στις ΕθνΚΤ με τη μορφή ενδιάμεσης διανομής μετά το τέλος κάθε τριμήνου.[2] Θα διανέμεται στο ακέραιο, εκτός εάν το καθαρό κέρδος της ΕΚΤ για το συγκεκριμένο έτος είναι μικρότερο του εισοδήματός της από τα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια ευρώ, και με την επιφύλαξη τυχόν απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου να μειώσει το εισόδημα αυτό λόγω εξόδων της ΕΚΤ σε σχέση με την έκδοση και διαχείριση τραπεζογραμματίων ευρώ. Βάσει του κατ' εκτίμηση οικονομικού αποτελέσματος της ΕΚΤ για το έτος που έληξε στις 31 Δεκεμβρίου 2003, το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε το Δεκέμβριο του 2003:
    1. να ανακαλέσει τις τρεις τριμηνιαίες ενδιάμεσες διανομές που είχαν ήδη καταβληθεί στις ΕθνΚΤ εντός του έτους, οι οποίες ανέρχονταν συνολικά σε 533 εκατομμυρίων ευρώ, και
    2. να αναστείλει την τελευταία τριμηνιαία ενδιάμεση διανομή ύψους 165 εκατομμυρίων ευρώ.


[1] Απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 5ης Δεκεμβρίου 2002 σχετικά με τους ετήσιους λογαριασμούς της ΕΚΤ (ΕΚΤ/2002/11), ΕΕ L 58 της 3.3.2003, σ.38.

[2] Απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας της 21ης Νοεμβρίου 2002 σχετικά με τη διανομή του εισοδήματος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας από τα κυκλοφορούντα τραπεζογραμμάτια ευρώ μεταξύ των εθνικών κεντρικών τραπεζών των συμμετεχόντων κρατών μελών (ΕΚΤ/2002/9), ΕΕ L 323 της 28.11.2002, σ. 49.

Εκπρόσωποι Τύπου