ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΣΟΤΙΚΗΣ ΤΙΜΗΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣΓΙΑ ΤΗ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗ ΕΠΕΚΤΑΣΗ

14 Δεκεμβρίου 2000

Επανεξέταση της τιμής αναφοράς

Κατά τη συνεδρίαση που πραγματοποίησε στις 14 Δεκεμβρίου 2000 το Διοικητικό Συμβούλιο επανεξέτασε την τιμή αναφοράς για τη νομισματική επέκταση. Το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε να επιβεβαιώσει εκ νέου την ισχύουσα τιμή αναφοράς για τη νομισματική επέκταση, δηλαδή ετήσιο ρυθμό αύξησης 4 1/2% για το ευρύ νομισματικό μέγεθος Μ3. Αυτή η απόφαση ελήφθη με το σκεπτικό ότι τα διαθέσιμα στοιχεία συνεχίζουν να στηρίζουν τις παραδοχές, βάσει των οποίων καθορίστηκε η πρώτη τιμή αναφοράς το Δεκέμβριο του 1998 (η οποία επιβεβαιώθηκε το Δεκέμβριο του 1999), δηλαδή τις παραδοχές σχετικά με την αύξηση, με βάση την τάση, της δυνητικής παραγωγής και τη μείωση, με βάση την τάση, της εισοδηματικής ταχύτητας κυκλοφορίας του Μ3 στη ζώνη του ευρώ.

Όσον αφορά την παραδοχή για την αύξηση, με βάση την τάση, της δυνητικής παραγωγής, το Διοικητικό Συμβούλιο αναγνώρισε ότι έχει επιτευχθεί πρόοδος στη ζώνη του ευρώ στον τομέα των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων. Ωστόσο, δεν υπάρχουν ακόμη σαφή στοιχεία ότι μια υπολογίσιμη και διαρκής επιτάχυνση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας στη ζώνη του ευρώ θα αιτιολογούσε μια σημαντική αναθεώρηση προς τα άνω της παραδοχής για την αύξηση, με βάση την τάση, του δυνητικού ΑΕ� . Εντούτοις, οι αβεβαιότητες που περιβάλλουν τις εκτιμήσεις για τη μεσοπρόθεσμη εξέλιξη του ρυθμού αύξησης της δυνητικής παραγωγής στη ζώνη του ευρώ έχουν αποκτήσει ανοδική κλίση. Στο πλαίσιο αυτό, το Διοικητικό Συμβούλιο θα παρακολουθήσει προσεκτικά την εξέλιξη επιπλέον στοιχείων που αφορούν την επιτάχυνση του ρυθμού αύξησης της παραγωγικότητας στη ζώνη του ευρώ. Το Διοικητικό Συμβούλιο επιθυμεί επίσης να τονίσει ότι η αύξηση της δυνητικής παραγωγής θα μπορούσε να ενισχυθεί από περαιτέρω διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις στις αγορές εργασίας και αγαθών. Φυσικά, τέτοιου είδους μεταβολές θα ληφθούν δεόντως υπόψη στο πλαίσιο της νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ.

Η εκ νέου επιβεβαίωση της τιμής αναφοράς υποδηλώνει τη συνέχιση της στρατηγικής νομισματικής πολιτικής που είχε ακολουθηθεί στο παρελθόν. Το Διοικητικό Συμβούλιο θα επανεξετάσει την τιμή αναφοράς το Δεκέμβριο του 2001.

Η στρατηγική νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ και η τιμή αναφοράς

Στο πλαίσιο της επανεξέτασης της τιμής αναφοράς, το Διοικητικό Συμβούλιο επιθυμεί να υπενθυμίσει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά της τιμής αναφοράς, καθώς και το ρόλο που διαδραματίζει στη στρατηγική νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ.

1. Στο πλαίσιο του πρώτου πυλώνα, η στρατηγική νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ αποδίδει πρωταγωνιστικό ρόλο στο χρήμα. � ροκειμένου να σηματοδοτήσει τον πρωταγωνιστικό ρόλο του χρήματος στο κοινό, τον Οκτώβριο του 1998 το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε να ανακοινώσει ποσοτική τιμή αναφοράς για το ρυθμό αύξησης ενός ευρύτερου νομισματικού μεγέθους. Το Δεκέμβριο του 1998 το Διοικητικό Συμβούλιο ανακοίνωσε την πρώτη τιμή αναφοράς του 4 1/2% για την ετήσια αύξηση του νομισματικού μεγέθους Μ3. Διάφορες μελέτες έχουν παράσχει εμπειρικά στοιχεία που υποστηρίζουν αυτό το ρόλο και επιβεβαιώνουν ότι οι συνθήκες για την ανακοίνωση τιμής αναφοράς (σταθερή σχέση ζήτησης χρήματος και ιδιότητα προπορευόμενου δείκτη του Μ3 για τον μελλοντικό πληθωρισμό) πληρούνται στη ζώνη του ευρώ.

2. Η τιμή αναφοράς καθορίστηκε με βάση τη γνωστή σχέση μεταξύ νομισματικής επέκτασης, αφενός, και εξέλιξη των τιμών, πραγματικού ΑΕ� και εισοδηματικής ταχύτητας κυκλοφορίας, αφετέρου.

Μια τιμή αναφοράς που καθορίζεται κατ' αυτόν τον τρόπο είναι συμβατή με τη σταθερότητα των τιμών και συμβάλλει στην επίτευξή της. Ο καθορισμός της τιμής αναφοράς βασίστηκε επομένως στον ορισμό που έχει δώσει το Ευρωσύστημα για τη σταθερότητα των τιμών. Το Ευρωσύστημα ορίζει τη σταθερότητα των τιμών ως την ετήσια αύξηση του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) για τη ζώνη του ευρώ με ρυθμό χαμηλότερο του 2%. Η σταθερότητα των τιμών πρέπει να διατηρηθεί μεσοπρόθεσμα.

� ροκειμένου να είναι συμβατή με το μεσοπρόθεσμο προσανατολισμό της στρατηγικής νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, η τιμή αναφοράς καθορίστηκε με τη χρήση παραδοχών για την τάση της εισοδηματικής ταχύτητας κυκλοφορίας του Μ3 μεσοπρόθεσμα και τη μεσοπρόθεσμη τάση της αύξησης της δυνητικής παραγωγής. Οι παραδοχές ήταν:

α) Μεσοπρόθεσμα, η εισοδηματική ταχύτητα κυκλοφορίας του Μ3 μειώνεται, με βάση την τάση, με ρυθμό από 1/2% έως 1% ετησίως.

β) Μεσοπρόθεσμα, η δυνητική παραγωγή αυξάνεται, με βάση την τάση, με ρυθμό από 2% έως 2 1/2% ετησίως.

Έχοντας λάβει υπόψη τον ορισμό της σταθερότητας των τιμών και τις δύο προαναφερθείσες παραδοχές, το Διοικητικό Συμβούλιο αποφάσισε το Δεκέμβριο του 1998 να ορίσει την πρώτη τιμή αναφοράς στο 4 1/2%, τιμή την οποία επιβεβαίωσε το Δεκέμβριο του 1999 καθώς οι μεσοπρόθεσμες παραδοχές παρέμειναν αμετάβλητες.

3. Κατά τη συνεδρίαση της 14ης Δεκεμβρίου 2000, το Διοικητικό Συμβούλιο επανεξέτασε αυτές τις παραδοχές και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, κατ' αρχήν, και οι δύο εξακολουθούν να ισχύουν. Το Διοικητικό Συμβούλιο επομένως επιβεβαίωσε ότι η τιμή αναφοράς είναι στο 4 1/2%.

4. Το Διοικητικό Συμβούλιο επιθυμεί επίσης να υπενθυμίσει ότι η στρατηγική νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ χρησιμοποιεί δύο πυλώνες για την αξιολόγηση των κινδύνων διατάραξης της σταθερότητας των τιμών στο μέλλον. Η νομισματική ανάλυση πρέπει πάντοτε να εξετάζεται σε συνδυασμό με το δεύτερο πυλώνα της στρατηγικής νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ, ο οποίος χρησιμοποιεί άλλους οικονομικούς και χρηματοοικονομικούς δείκτες στο πλαίσιο μιας αξιολόγησης, σε ευρεία βάση, των προοπτικών για την εξέλιξη των τιμών και των κινδύνων διατάραξης της σταθερότητας των τιμών. Η τιμή αναφοράς δεν συνεπάγεται ότι το Ευρωσύστημα δεσμεύεται να διορθώνει μηχανιστικά αποκλίσεις της νομισματικής επέκτασης από την τιμή αναφοράς. Αντιθέτως, οι νομισματικές εξελίξεις αναλύονται διεξοδικά, σε συνδυασμό με άλλους δείκτες, προκειμένου να εκτιμηθούν οι επιπτώσεις τους όσον αφορά τους κινδύνους διατάραξης της σταθερότητας των τιμών μεσοπρόθεσμα.

Εκπρόσωποι Τύπου