ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΑΝΑΘΕΩΡΗΣΗ ΤΗΣ ΠΟΣΟΤΙΚΗΣ ΤΙΜΗΣ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΓΙΑ ΤΗ ΝΟΜΙΣΜΑΤΙΚΗ ΕΠΕΚΤΑΣΗ

2 Δεκεμβρίου 1999

2 Δεκεμβρίου 1999

Κατά τη συνεδρίαση της 2ας Δεκεμβρίου 1999 το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε να επιβεβαιώσει την τιμή αναφοράς για τη νομισματική επέκταση, δηλαδή ετήσιο ρυθμό αύξησης 4½% για το ευρύτερο νομισματικό μέγεθος Μ3. Αυτή η απόφαση ελήφθη με το σκεπτικό ότι οι συνιστώσες βάσει των οποίων προσδιορίστηκε η πρώτη τιμή αναφοράς το Δεκέμβριο του 1998, δηλαδή ο ορισμός του Ευρωσυστήματος για τη σταθερότητα των τιμών και οι υποθέσεις σχετικά με την αύξηση, με βάση την τάση, του πραγματικού ΑΕΠ και τη μείωση, με βάση την τάση, της εισοδηματικής ταχύτητας κυκλοφορίας του Μ3, παραμένουν αμετάβλητες.

Όπως και προηγουμένως, το διοικητικό συμβούλιο θα αξιολογήσει τις νομισματικές εξελίξεις σε σχέση με την τιμή αναφοράς βάσει κινητού μέσου τριών μηνών του ετήσιου ρυθμού αύξησης. Το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε στο εξής να αναθεωρεί την τιμή αναφοράς σε τακτή ετήσια βάση. η επόμενη αναθεώρηση θα πραγματοποιηθεί το Δεκέμβριο του 2000.

Στο πλαίσιο αυτό, το διοικητικό συμβούλιο επιθυμεί να τονίσει ότι οι δυνατότητες ανόδου, με βάση την τάση, της ζώνης του ευρώ θα μπορούσαν να ενισχυθούν σημαντικά με την επίτευξη διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων στις αγορές εργασίας και αγαθών. Τέτοιου είδους αλλαγές θα ληφθούν καταλλήλως υπόψη στο πλαίσιο της στρατηγικής νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος.

Ο καθορισμός της τιμής αναφοράς του 4½% αποτελεί την έκφραση μιας προσέγγισης με μεσοπρόθεσμο προσανατολισμό. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η χαρακτηριζόμενη από άνεση κατάσταση ρευστότητας το 1999.

Στο πλαίσιο της αναθεώρησης της τιμής αναφοράς, το διοικητικό συμβούλιο επιθυμεί να υπενθυμίσει τα ακόλουθα χαρακτηριστικά της τιμής αναφοράς, καθώς και το ρόλο που διαδραματίζει στη στρατηγική νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος:

  1. Δεδομένου ότι ο πληθωρισμός αποτελεί πιο μακροπρόθεσμα φαινόμενο νομισματικής φύσης, το διοικητικό συμβούλιο αποδίδει πρωταγωνιστικό ρόλο στην ποσότητα χρήματος. Αυτός είναι ο "πρώτος πυλώνας" της στρατηγικής νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος με προσανατολισμό στη σταθερότητα. Προκειμένου να επισημάνει στο κοινό τον πρωταγωνιστικό ρόλο που αποδίδει στην ποσότητα χρήματος, τον Οκτώβριο του 1998 το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε να ανακοινώσει ποσοτική τιμή αναφοράς για το ρυθμό αύξησης ενός ευρύτερου νομισματικού μεγέθους. Το Δεκέμβριο του 1998 το διοικητικό συμβούλιο ανακοίνωσε την πρώτη τιμή αναφοράς του 4½% για τον ετήσιο ρυθμό αύξησης του νομισματικού μεγέθους Μ3.
  2. Η πρώτη τιμή αναφοράς υπολογίστηκε βάσει της γνωστής σχέσης μεταξύ της νομισματικής επέκτασης, αφενός, και της εξέλιξης των τιμών, του πραγματικού ΑΕΠ και της εισοδηματικής ταχύτητας κυκλοφορίας, αφετέρου. Η τιμή αναφοράς υπολογίστηκε έτσι ώστε να είναι συμβατή με τη σταθερότητα των τιμών και να συμβάλει στην επίτευξή της. Βασίστηκε επομένως στον ορισμό του Ευρωσυστήματος για τη σταθερότητα των τιμών. Το Ευρωσύστημα ορίζει τη σταθερότητα των τιμών ως ετήσια αύξηση του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ) για τη ζώνη του ευρώ με ρυθμό χαμηλότερο του 2%. Η σταθερότητα των τιμών πρέπει να διατηρείται μεσοπρόθεσμα. Προκειμένου να είναι συμβατή με το μεσοπρόθεσμο προσανατολισμό της στρατηγικής νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος, η τιμή αναφοράς υπολογίστηκε βάσει υποθέσεων για τη μεσοπρόθεσμη τάση του πραγματικού ΑΕΠ και την εξέλιξη της εισοδηματικής ταχύτητας κυκλοφορίας του Μ3 μεσοπρόθεσμα. Οι υποθέσεις ήταν: (α) ο ετήσιος ρυθμός ανόδου, με βάση την τάση, του πραγματικού ΑΕΠ κυμαίνεται μεταξύ 2% και 2½% μεσοπρόθεσμα και (β) ο ετήσιος ρυθμός μείωσης, με βάση την τάση, της εισοδηματικής ταχύτητας κυκλοφορίας του Μ3 κυμαίνεται μεταξύ ½% και 1% μεσοπρόθεσμα. Έχοντας λάβει υπόψη τον ορισμό της σταθερότητας των τιμών και τις δύο αυτές υποθέσεις, το διοικητικό συμβούλιο αποφάσισε το Δεκέμβριο του 1998 να ορίσει την πρώτη τιμή αναφοράς στο 4½%.

Κατά τη συνεδρίαση της 2ας Δεκεμβρίου 1999 το διοικητικό συμβούλιο επανεξέτασε αυτές τις υποθέσεις και επιβεβαίωσε ότι και οι δύο εξακολουθούν να ισχύουν. Το διοικητικό συμβούλιο επομένως δεν έκρινε σκόπιμη τη μεταβολή της τιμής αναφοράς.

Επίσης, το διοικητικό συμβούλιο επωφελήθηκε της ευκαιρίας αυτής της αναθεώρησης για να τονίσει εκ νέου ότι η έννοια της τιμής αναφοράς είναι συνυφασμένη με μια στρατηγική νομισματικής πολιτικής που αποσκοπεί στη διατήρηση της σταθερότητας των τιμών. Η στρατηγική αυτή χρησιμοποιεί δύο πυλώνες για την αξιολόγηση των κινδύνων διατάραξης της σταθερότητας των τιμών στο μέλλον. Η τιμή αναφοράς για τη νομισματική επέκταση αποτελεί σημαντικό τμήμα του πρώτου πυλώνα αυτής της στρατηγικής, στο πλαίσιο του οποίου αποδίδεται πρωταγωνιστικός ρόλος στην ανάλυση των νομισματικών εξελίξεων. Οι πληροφορίες που αποκαλύπτει αυτή η ανάλυση πρέπει πάντοτε να εξετάζονται σε συνδυασμό με το δεύτερο πυλώνα της στρατηγικής νομισματικής πολιτικής του Ευρωσυστήματος, ο οποίος περιλαμβάνει μια αξιολόγηση, σε ευρεία βάση, των προοπτικών για την εξέλιξη των τιμών και των κινδύνων διατάραξης της σταθερότητας των τιμών, με τη χρήση άλλων διαθέσιμων δεικτών. Επομένως, η τιμή αναφοράς δεν συνεπάγεται δέσμευση του Ευρωσυστήματος να διορθώνει μηχανιστικά αποκλίσεις της νομισματικής επέκτασης από την τιμή αναφοράς. Αντιθέτως, οι νομισματικές εξελίξεις αναλύονται διεξοδικά σε σχέση με την τιμή αναφοράς, προκειμένου να εξακριβωθούν οι επιπτώσεις τους στις προοπτικές για τη σταθερότητα των τιμών μεσοπρόθεσμα.

Εάν η ανάλυση αυτή υποδεικνύει απειλές για τη σταθερότητα των τιμών, η νομισματική πολιτική λαμβάνει τα κατάλληλα μέτρα για να αντιμετωπίσει αυτές τις απειλές. Επομένως, ενώ οι σημαντικές ή παρατεταμένες αποκλίσεις της νομισματικής επέκτασης από την τιμή αναφοράς θα σήμαιναν, υπό κανονικές συνθήκες, ότι υπάρχουν κίνδυνοι διατάραξης της σταθερότητας των τιμών, δεν υπάρχει αυτόματη σχέση μεταξύ των βραχυπρόθεσμων αποκλίσεων του ρυθμού αύξησης του Μ3 από την τιμή αναφοράς και των αποφάσεων νομισματικής πολιτικής.

Το διοικητικό συμβούλιο θα συνεχίσει να αναλύει τακτικά και διεξοδικά τις νομισματικές εξελίξεις σε σχέση με αυτήν την τιμή αναφοράς και θα εξηγεί στο κοινό τις επιπτώσεις αυτής της ανάλυσης στη λήψη αποφάσεων νομισματικής πολιτικής. Στο πλαίσιο αυτό, η επιβεβαίωση της τιμής αναφοράς συνεπάγεται τη συνέχιση της στρατηγικής νομισματικής πολιτικής που ακολουθήθηκε στο παρελθόν, ενώ δεν συνεπάγεται καμία μεταβολή στην αξιολόγηση της τρέχουσας κατεύθυνσης της νομισματικής πολιτικής εκ μέρους του διοικητικού συμβουλίου.

Εκπρόσωποι Τύπου